[Σημείωση: Φέτος (2024), εκτός απροόπτου, θα δημοσιευτεί το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματός μου σε συνέχειες, «Η Εντολή της Κόμισσας». Μέχρι τότε, θα δημοσιευτούν μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
***
Η κοπέλα με τον πορφυρό μανδύα
του Σαμ Σνάμπε
(Τεύχος Φεβρουαρίου, 1892, σελ. 6-12)
Αγαπημένε μου αναγνώστη,
Αν έχεις γνώση των γερμανικών (και όχι μόνο) μύθων, τότε η ακόλουθη ιστορία θα σου φανεί γνώριμη. Ο κύριος Σνάμπε έχει εμφανώς επηρεαστεί από την λαογραφία και τις παραδόσεις της χώρας του, κάτι που προσωπικά εκτιμάω βαθύτατα. Δεν είναι ότι απλά γράφει από την αρχή ένα πολύ γνωστό διήγημα, αλλά μας λέει μια πιθανή συνέχειά του, που αναμφίβολα ελάχιστοι έχουμε σκεφτεί. Δεν είναι τόσο τρομακτική ιστορία όσο η αρχική, κυρίως γιατί εδώ δεν έχουμε σε πρωταγωνιστικό ρόλο ένα παιδί, αλλά μια πιο μεγάλη γυναίκα, όμως βρήκα ενδιαφέρουσα την εκδοχή του κυρίου Σνάμπε. Και το τέρας που εμφανίζεται στην ιστορία είναι ξεκάθαρα από τους αγαπημένους μου μύθους της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης.
Δεν ξέρω πώς θα αισθάνονταν ο Γιάκομπ και ο Βίλχελμ Γκριμ, αγαπημένε μου αναγνώστη, αλλά εγώ, αν ήμουν στην θέση τους, θα χαιρόμουν για το διήγημα του κυρίου Σνάμπε.
Τζον Μπάρλοου
Η νύχτα ήταν κρύα και το φεγγάρι είχε κρυφτεί πίσω από τα σύννεφα. Θα εμφανιζόταν ξανά σύντομα και θα έριχνε το ομιχλώδες φως του στην πλάση.
Ο άνδρας που ήταν κουκουλωμένος με τη βρόμικη προβιά, πρώτα άκουσε το χλιμίντρισμα του αλόγου και έπειτα γύρισε και είδε την άμαξα να πλησιάζει από τον κεντρικό επαρχιακό δρόμο. Σταμάτησε να περπατάει και περίμενε, μέχρι που το κάρο τον έφτασε, στάθηκε δίπλα του και τότε αυτός βεβαιώθηκε για όσα είχε προσέξει εξ αρχής.
Μια γυναίκα κρατούσε τα χαλινάρια του μαύρου αλόγου. Μια νεαρή κοπέλα που φορούσε έναν δερμάτινο πορφυρό μανδύα, γεμάτο μπαλώματα. Το κεφάλι της καλυπτόταν από μια κουκούλα, αλλά οι άκρες από τα ξανθά μαλλιά της ξεπρόβαλλαν δειλά-δειλά. Το φόρεμά της ήταν καφετί με λευκά μανίκια και οι μπότες της μαύρες. Ήταν λυγερόκορμη, δε χωρούσε αμφιβολία περί τούτου. Στο φως των φαναριών που κρέμονταν στα πλαϊνά της άμαξας, διακρίνονταν τα όμορφα αμυγδαλωτά μάτια της και το θεσπέσιο χαμόγελό της.
«Γεια σας, κύριε» του είπε.
«Γεια σας, δεσποινίς μου» της είπε και υποκλίθηκε. «Μπορώ να ρωτήσω πού πάτε αυτή την κρύα νύχτα; Μια γυναίκα μόνη σε αυτά τα αχανή δάση, με το ολόγιομο φεγγάρι για συντροφιά;», έδειξε στο ανοιχτό κάρο πίσω από την κοπέλα. Κουβέρτες είχαν ριχτεί εκεί και εμφανώς κάλυπταν κάτι. «Ή μήπως δεν είστε μόνη;», χαμογέλασε, ανασηκώνοντας τους ώμους του. «Αν δεν πειράζει που ρωτάω, δηλαδή…».
Η γυναίκα σοβάρεψε. «Δεν με πειράζει, καλέ μου κύριε. Θα σας απαντήσω. Πράγματι, ταξιδεύω μόνη. Με εξαίρεση το άλογό μου, φυσικά. Στο κάρο, αναπαύονται οι σωροί του συζύγου και του γιου μου».
Ο άντρας γούρλωσε τα μάτια. «Ω!» έκανε και κάλυψε το στόμα του. «Οι σωροί… Δηλαδή, ο σύζυγός σας και ο γιος σας είναι νεκροί! Ω, συγνώμη, δεν ήθελα…»
«Όπως σας είπα» τον διέκοψε «δεν με πειράζει. Δυστυχώς, τους έχασα χθες, στο χωριό Κρίνμπουργκ, που απέχει λιγότερο από μία μέρα από εδώ». Έδειξε πίσω της, τον δρόμο από όπου είχε έρθει.
«Αλήθεια; Μπορώ… μπορώ να ρωτήσω πώς;… θέλω να πω, πώς πέθαναν; Μήπως από κάποια αρρώστια;»
Η γυναίκα το σκέφτηκε. «Αυτή η εξήγηση δεν απέχει πολύ από την αλήθεια. Όντως, μια αρρώστια έπεσε και τους σκότωσε. Αλλά όχι μια αρρώστια συνηθισμένη. Όχι. Μου τους πήρε ένα τέρας της κόλασης, ένας δαίμονας με θωριά άγριου ζώου. Ένα βδέλυγμα της φύσης, προερχόμενο από το σμίξιμο ανθρώπου και λύκου». Η γυναίκα κοίταξε κατάματα τον άντρα. «Ένας werwolf, ένας λυκάνθρωπος μας επιτέθηκε. Ο σύζυγός μου προσπάθησε να τον σταματήσει, αλλά δεν τα κατάφερε και το τέρας μπόρεσε να… να πάρει και τον γιο μας, προτού εξαφανιστεί στο δάσος». Η κοπέλα έριξε το κεφάλι για μια στιγμή και, όταν κοίταξε ξανά τον άντρα, προσπάθησε να χαμογελάσει. «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν με αποτέλειωσε και εμένα, παρά με άφησε να σύρω τα κουφάρια των αγαπημένων μου ως το χωριό μας, το Μπένμπουργκ, για να τους θάψω».
Ο άντρας δεν μίλησε αμέσως, παρά κοίταξε το κάρο με τις κουβέρτες. Είχε το στόμα του ορθάνοιχτο και τα μάτια του λυπημένα. «Δεν… δεν ξέρω τι να πω, καλή μου κυρία. Πραγματικά, λυπάμαι πολύ για τη συμφορά που σας βρήκε» είπε τελικά. Έπειτα, ρώτησε «Είπατε ότι πηγαίνετε στο Μπένμπουργκ; Αυτό απέχει δύο ημέρες από εδώ, σωστά;».
«Πολύ σωστά, κύριε. Και σας ευχαριστώ για τα παρηγορητικά σας λόγια». Η γυναίκα σκούπισε την μύτη της με ένα μαντήλι που εμφάνισε από κάποια εσωτερική τσέπη του μανδύα της. «Μήπως πηγαίνετε και εσείς προς αυτό το χωριό; Μένετε εκεί; Δεν σας θυμάμαι, για να είμαι ειλικρινής, παρότι ζω από γεννησιμιού μου εκεί».
«Πράγματι, εκεί πηγαίνω, κυρία μου. Θα σας ήμουν ευγνώμων αν με παίρνατε μαζί σας». Κοίταξε αγχωτικά γύρω του. «Δεν σας κρύβω ότι φοβάμαι να κυκλοφορώ σε τούτο το δρόμο μονάχος μου. Κάνει και κρύο…»
«Η μητέρα μου έλεγε πάντα ότι όσο μένεις στο δρόμο και δεν ξεστρατίζεις, είσαι ασφαλής» είπε η κοπέλα και έκανε στην άκρη. «Ελάτε, ανεβείτε. Δεν υπάρχει λόγος να κάνετε τόση οδοιπορία μόνος σας».
«Η μητέρα σας πρέπει να ήταν σοφή γυναίκα. Σας ευχαριστώ πολύ!»
Ο άντρας ανέβηκε δίπλα στην γυναίκα, η οποία έδωσε εντολή στο άλογο να ξεκινήσει. Σύντομα, συνέχιζαν το δρόμο τους, ακολουθώντας το κύριο, χιονισμένο μονοπάτι, με το σκιώδες δάσος να τους περιβάλλει. Η άμαξα δονούνταν από πέτρες ή πεσμένα ξύλα που συντρίβονταν κάτω από τις ρόδες. Ενίοτε άκουγαν ουρλιαχτά λύκων στα δεξιά ή τα αριστερά τους, αλλά ευτυχώς κανένα θηρίο δεν ήρθε κοντά τους. Το φως από τα φανάρια δεν έφτανε για να δαμάσει το σκοτάδι, αλλά ήταν προτιμότερο από το να μη μπορούν να δουν καθόλου.
«Αν θέλετε» είπε κάποια στιγμή η γυναίκα «μπορείτε να κοιμηθείτε. Ξέρω καλά προς τα πού να οδηγήσω το άλογο».
«Όχι, όχι, δεν νυστάζω» απάντησε ο άντρας και χαμογέλασε. Έριξε μια ματιά πίσω του, προς τις κουβέρτες.
Η γυναίκα τον κοίταξε. «Τι συμβαίνει;»
Ο άντρας στράφηκε ξανά προς το μέρος της, με φανερή αμηχανία. «Ω… Κοιτάξτε, δεν… πώς να το πω, για να μη σας προσβάλω;… Δεν νιώθω…»
«Δεν νιώθετε καλά που ταξιδεύετε μαζί με δύο νεκρούς;»
«Ν-ναι. Ναι. Λυπάμαι που το παραδέχομαι, αλλά…» κοίταξε πάλι πίσω του, τις κουβέρτες, και σταμάτησε να μιλάει. Ύστερα, στράφηκε μπροστά και έμεινε σιωπηλός, με σμιγμένα τα δασιά φρύδια του. Ήταν φανερό ότι κάτι ταλαιπωρούσε το μυαλό του, αλλά δεν ήθελε να το μοιραστεί ακόμα.
«Δεν πειράζει. Δε χρειάζεται να απολογείστε» είπε η κοπέλα. «Καταλαβαίνω». Και εστίασε στο άλογο και το δρόμο μπροστά τους.
Για λίγο, προχώρησαν δίχως να μιλάνε. Η γυναίκα χτυπούσε τα χαλινάρια όταν καταλάβαινε ότι το άλογο έριχνε το ρυθμό του τρεξίματός του.
Κάποτε, ο άντρας κοίταξε την γυναίκα και είπε «Ο μανδύας σας… είναι πολύ ωραίος. Κόκκινος, με κουκούλα… Ιδανικός για τους κρύους χειμώνες».
«Σας ευχαριστώ! Είναι δώρο της μητέρας μου. Τον έκανε κόκκινο, όπως είναι τα μήλα».
«Πρέπει να ήταν πολύ έξυπνη η μητέρα σας. Κι ο πατέρας μου ήταν, αν και… κάπως διαφορετικά έξυπνος από την μητέρα σας. Εγώ μάνα δεν γνώρισα, οπότε είχα τον πατέρα μου για να μου μάθει όσα έπρεπε να ξέρω».
Η κοπέλα ένευσε. «Τι εννοείτε ότι ήταν “διαφορετικά έξυπνος”;»
Ο άντρας αναστέναξε. «Ήταν καλός, αλλά μόνο όταν τον συνέφερε. Αυτό μάλλον δεν τον τιμάει στα μάτια σας, ο περισσότερος κόσμος δεν τον συμπαθούσε πολύ… Αλλά εγώ αυτόν είχα για πατέρα». Χαμογέλασε και, πριν η κοπέλα του πει κάτι άλλο, άλλαξε θέμα. «Πάντως, ο μανδύας σας φαίνεται λιγάκι ταλαιπωρημένος, αν δεν σας πειράζει που το παρατηρώ».
«Κανένα πρόβλημα. Τον έχω πολλά χρόνια. Μικρό παιδί ήμουν όταν τον έφτιαξε η μητέρα μου. Από τότε, έχει γνωρίσει πολλές ταλαιπωρίες και χρειάστηκε να τον επεκτείνω κιόλας, για να ταιριάζει στο σώμα μου». Η κοπέλα χαμογέλασε. «Δεν ήθελα να τον αποχωριστώ, καταλαβαίνετε».
«Φυσικά. Και τα χέρια σας, όμως… φαίνονται δυνατά. Βοηθούσατε τον σύζυγό σας στις δουλειές, υποθέτω».
Η κοπέλα ένευσε.
«Και τα μάτια σας, είναι πολύ όμορφα. Αλλά δεν κοιτάτε δεξιά και αριστερά, μόνο ευθεία».
«Πρέπει να μένω στο κυρίως μονοπάτι, χωρίς να…»
«Χωρίς να ξεστρατίζετε, σωστά. Το έλεγε η μητέρα σας. Αλλά δεν ανησυχείτε ότι μπορεί να μη δείτε κάποιον κίνδυνο που μπορεί να σας πλησιάζει κρυφά;»
Η κοπέλα κούνησε το κεφάλι της. «Ό,τι χρειάζεται το βλέπω. Αλήθεια, καλέ μου κύριε, πότε το σκοτώσατε το πρόβατο; Πρόσφατα, υποθέτω. Υπάρχουν ακόμα αίματα στην προβιά που φοράτε».
Ο άντρας δεν απάντησε αμέσως. Συνέχισε να κοιτάζει την κοπέλα, όμως. Το πρόσωπό της, τα χέρια της. Έριξε άλλη μια ματιά προς το κάρο πίσω τους, πριν της απευθύνει τον λόγο. «Γιατί μου είπατε ψέματα;» τη ρώτησε.
«Συγνώμη;»
«Είπατε ότι σας επιτέθηκε λυκάνθρωπος. Στο Κρίνμπουργκ».
Η κοπέλα δεν μίλησε.
«Αλλά δεν υπάρχει λυκάνθρωπος στο Κρίνμπουργκ, όχι τις τελευταίες μέρες, δηλαδή. Θα το ήξερα αν υπήρχε». Συνέχισε «Ούτε στο Μπένμπουργκ, ούτε σε κάποιο άλλο χωριό εδώ κοντά».
«Αλήθεια;»
«Ναι, αλήθεια. Το ξέρω καλά, γιατί πηγαίνω χρόνια τώρα σε πολλά μέρη στην περιοχή αυτή, αλλά και σε άλλες πιο μακριά. Οπότε γιατί μου είπες ψέματα, κορίτσι;» ρώτησε θυμωμένος ο άντρας, ξεχνώντας τους καλούς τρόπους.
Η κοπέλα δεν του απάντησε αμέσως, ούτε φάνηκε να θίγεται από την απότομη αλλαγή του. Είπε «Κάποτε, όταν ήμουν μικρή, ήρθα αντιμέτωπη με ένα τέρας σαν αυτό. Με έναν λυκάνθρωπο, εννοώ. Πήγαινα φαγητό και κρασί στην γιαγιά μου. Φορούσα αυτόν τον μανδύα και ήμουν πολύ χαρούμενη. Ήταν μια ωραία μέρα. Έφυγα νωρίς, ώστε να φτάσω πριν νυχτώσει, γιατί υπήρχαν κίνδυνοι στο δάσος από το οποίο θα έπρεπε να περάσω». Κοίταξε για μια στιγμή τον θυμωμένο άντρα. «Από αυτό το δάσος, εννοώ».
Ο άντρας δεν μίλησε, παρά κοιτούσε την κοπέλα.
«Δεν έπρεπε να ξεστρατίσω από το δρόμο και δεν έπρεπε να χάσω ή να μου πέσει το καλάθι μου, γιατί μπορεί να έσπαγε το μπουκάλι με το κρασί». Αναστέναξε. «Και τα κατάφερνα πολύ καλά, πήγαινα στο δρόμο μου προσεκτικά, όταν συνάντησα έναν κύριο μεγάλης ηλικίας. Τον αναγνώρισα, ήταν από το χωριό μου. Δεν είχε οικογένεια, απ’ ό,τι λεγόταν, αλλά οι φήμες οργίαζαν, όπως συμβαίνει πάντα. Πολλά λέγονται, είναι αμφίβολο όμως πόσα από αυτά ισχύουν. Κάποια ισχύουν, ωστόσο. Τέλος πάντων. Με ρώτησε πού πάω. Του είπα την αλήθεια, κι αυτό ήταν λάθος μου. Αλλά δεν ήξερα τότε, γιατί ήταν πάντα καλοκάγαθος, αν και λίγο απόμακρος. Μου είπε ότι αφού πάω στην γιαγιά μου, θα έπρεπε να κόψω μερικά όμορφα λουλούδια, γιατί αυτά θα την χαροποιούσαν πολύ. Μου έδειξε ένα σημείο όπου πράγματι υπήρχαν όμορφα, πολύχρωμα λουλούδια». Η κοπέλα στράφηκε προς τα πίσω και ψαχούλεψε τις κουβέρτες. Έβγαλε από κάτω ένα μπουκάλι με κόκκινο υγρό. Το προσέφερε στον άντρα. «Μήπως θέλετε λίγο κρασί; Εγώ πεθαίνω από τη δίψα».
Ο άντρας δεν μίλησε.
Η γυναίκα ανασήκωσε τους ώμους της. Έβγαλε το πώμα και ήπιε. Ύστερα, κάλυψε ξανά το στόμιο, άφησε δίπλα της το μπουκάλι και συνέχισε τη διήγησή της. «Έχασα πολύ χρόνο, αφού μάζεψα πολλά λουλούδια, τα οποία έβαλα στο καλάθι μου. Όταν ήμουν έτοιμη να φύγω, συνάντησα έναν ακόμα άνδρα, που ερχόταν καβάλα σε ένα μαύρο άλογο, σαν αυτό που έχω εγώ. Κρατούσε ένα τσεκούρι και ήταν τεράστιος, πανύψηλος και με φαρδιούς ώμους. Είχε μαύρα γένια και φορούσε ρούχα στο χρώμα του ξύλου και στρογγυλό καπέλο. Για να μου μιλήσει, έσκυψε και χαμογέλασε, αν και φαινόταν προβληματισμένος. Με ρώτησε κι αυτός πού πήγαινα, αλλά τόνισε ότι δεν έπρεπε να κυκλοφορώ μόνη μου. Του είπα κι αυτού την αλήθεια. Έπειτα, με ρώτησε αν συνάντησα κανέναν άλλο όσο περπατούσα. Του είπα για τον γέρο. Ο άντρας, που ήταν ξυλοκόπος, κοίταξε τριγύρω του και μου είπε ότι θα με συνόδευε ως το σπίτι της γιαγιάς μου, γιατί δεν θα ένιωθε καλά αν με άφηνε να κυκλοφορώ μόνη μου, ειδικά από τη στιγμή που ήταν απόγευμα και σύντομα θα νύχτωνε. “Δεν θα επιτρέψω να σου συμβεί τίποτα, μικρή, μην ανησυχείς”, μου είπε». Η γυναίκα ξεφύσησε. «Κι είχε δίκιο, ήταν επικίνδυνα εκεί έξω. Υπήρχαν λύκοι, αλλά υπήρχε και κάτι χειρότερο που ενέδρευε στο δάσος. Και εγώ αυτό το ανθρωπόμορφο τέρας το είχα συναντήσει και του είχα πει πού ήταν το σπίτι της γιαγιάς μου». Η κοπέλα κοίταξε τον άντρα δίπλα της. «Όπως είπα τώρα σε εσένα, στον απόγονό του, ποιο είναι το χωριό μου».
Το ολόγιομο φεγγάρι ξεπρόβαλλε πίσω από τα σύννεφα.
Ο άντρας δεν μίλησε, αλλά άνοιξε το στόμα του, εμφανίζοντάς της τα δόντια του. Τίναξε από πάνω του την προβιά του. Ήχοι από σκίσιμο ρούχου ακούστηκαν, καθώς το σώμα του άντρα μεγάλωνε, υψωνόταν στον ουρανό και το δέρμα του χανόταν κάτω από δασώδες τρίχωμα. Το κεφάλι του άρχισε να αλλάζει κι αυτό, τα αυτιά του έγιναν μυτερά και το πρόσωπο του έγινε λυκίσιο.
«Αλήθεια νόμισες ότι δεν θα σε αναγνωρίσω, έτσι δεν είναι;» του είπε ατάραχη η κοπέλα. «Ήξερα ότι είχε παιδί. Μου το είπε ο ξυλοκόπος, καθώς αποτελείωνε τον λυκάνθρωπο πατέρα σου με την ασημένια λεπίδα του μαχαιριού του». Η κοπέλα έβγαλε από τον μανδύα της ένα μεγάλο, αστραφτερό μαχαίρι. Το πρόσωπο του τέρατος καθρεφτιζόταν στην λεπίδα. «Με αυτό το μαχαίρι».
Πέρασε μια στιγμή όπου δεν έγινε κάτι. Η κοπέλα κοιτούσε με μίσος και ικανοποίηση τον λυκάνθρωπο και εκείνος άφηνε τα σάλια του να στάζουν από το στόμα του.
Ύστερα, ακούστηκε κάτι να θροΐζει από το κάρο.
Πριν το τέρας γυρίσει προς τα εκεί, κάτω από τις κουβέρτες πετάχτηκε ένας μεγαλόσωμος άντρας με μακριά άσπρα γένια, που άρπαξε τα χέρια του λυκανθρώπου, ο οποίος άρχισε να τινάζεται και να ουρλιάζει.
«Τώρα, μικρή» είπε ο άντρας.
Η κοπέλα δεν έχασε άλλο χρόνο. Έμπηξε την ασημένια λεπίδα στο στήθος του λυκανθρώπου, στο ύψος της καρδιάς του. Μαύρο αίμα άρχισε να ρέει από την πληγή. Σύντομα, το τέρας σταμάτησε να σπαρταράει και έβγαζε μόνο ένρινους ήχους, σαν να πνιγόταν.
«Έτσι έκανε και ο πατέρας σου, όσο πέθαινε» του είπε η κοπέλα, καθώς τον έβλεπε να εξανεμίζεται στον κρύο αέρα. «Είχε προλάβει να φάει την γιαγιά μου, όμως» συνέχισε, ενώ έστριβε τη λεπίδα. «Πόσους ανθρώπους έχεις σκοτώσει εσύ, άραγε;»
Ο λυκάνθρωπος δεν της απάντησε. Ήδη το μεγαλύτερο μέρος του κορμιού του είχε χαθεί.
«Ο μανδύας μου είναι κόκκινος σαν το αίμα ενός ανθρώπου και όχι ενός τέρατος σαν εσένα. Τα χέρια μου είναι δυνατά, για να μπορώ να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου. Και τα μάτια μου είναι μαθημένα να βλέπουν ό,τι μου κρύβει κάποιος».
Η αντίσταση του λυκανθρώπου χάθηκε.
«Ίσως αυτή να είναι μια λύτρωση για αυτούς και τους συγγενείς τους» είπε η κοπέλα. «Όπως ήταν για εμένα, όταν είδα το κάθαρμα που σκότωσε την γιαγιά μου να χάνεται δια παντός».
Τα τελευταία απομεινάρια του τέρατος εξαφανίστηκαν την επόμενη στιγμή.
Η κοπέλα έδωσε το μαχαίρι στον μεγαλόσωμο άντρα, ο οποίος ήρθε μπροστά και κάθισε δίπλα της. Πήρε το μπουκάλι και ήπιε λίγο κρασί και έπειτα το έδωσε και σε εκείνη.
«Πολύ καλό το χτύπημα που του κατάφερες» της είπε. «Ευθύ και εύστοχο, με την κατάλληλη δύναμη. Όπως πρέπει».
«Είχα καλό δάσκαλο» του είπε, χαμογελώντας του.
Ο ξυλοκόπος δεν το σχολίασε. «Χρειαζόταν όλη αυτή η ιστορία με τον νεκρό σύζυγο και τον γιο;» ρώτησε την κοπέλα.
«Όλοι θέλουν να βοηθήσουν μια γυναίκα που πενθεί» απάντησε εκείνη. «Ακόμα και όταν στην πραγματικότητα θέλουν να τη βλάψουν».
«Να προσέχεις με τα ψέματα, μικρή» είπε ο ξυλοκόπος. «Μπορεί να σκοτώσεις την ψυχή σου άμα λες πολλά ψέματα. Κάποτε σώθηκες γιατί ήσουν ειλικρινής με όλους».
«Δεν σώθηκα από μόνη μου. Εσύ με έσωσες. Αν δεν με είχες βρει…»
«Αυτό σου λέω, δεν έτυχε απλά να σε βρω. Κάποιος ήθελε να ζήσεις, γιατί ήσουν ειλικρινής, γιατί έλεγες αλήθεια σε όλους. Αν είχες πει ψέματα στον λυκάνθρωπο τότε, αυτός δεν θα σκεφτόταν ότι θα μπορούσε να φάει και εσένα και την γιαγιά σου και μπορεί να σε σκότωνε επιτόπου ή να σε παρέσυρε στο δάσος. Αλλά του είπες ότι θα πήγαινες στην γιαγιά σου και αυτός φάνηκε πλεονέκτης, ήθελε δύο θηράματα, αντί για ένα, κι έτσι σε άφησε να ζήσεις, για να πιάσει πρώτα την γιαγιά σου, ο Θεός να την αναπαύει».
Η κοπέλα δεν μίλησε. Είχε μάθει από μικρή να εμπιστεύεται τον άνθρωπο που την έσωσε και που της δίδαξε πώς να χρησιμοποιεί τα μαχαίρια και τα τσεκούρια, και που μαζί του έψαχναν τον απόγονο του τέρατος που είχε φάει την γιαγιά της.
Έσαξε τον μανδύα της και γύρισε προς το κάρο, για να πάρει ένα μήλο.
«Πάντως, και το άλογο φάνηκε θαρραλέο» σχολίασε. «Ούτε που αναστατώθηκε».
«Έχει πάρει από την μητέρα του. Και επιπλέον, μας εμπιστεύεται. Ήξερε ότι ελέγχουμε την κατάσταση».
Από κάπου μακριά ακούστηκαν ουρλιαχτά λύκων.
«Λες να μας επιτεθούν;»
«Μπορεί». Ο ξυλοκόπος πήρε από το κάρο το τσεκούρι του. «Αλλά εμείς είμαστε προετοιμασμένοι».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Σαμ Σνάμπε γεννήθηκε το 1860, είναι δάσκαλος και ζει στο Βερολίνο με την σύζυγο και την κόρη του. Όταν τα παιδιά στην τάξη του είναι ατίθασα, τους διαβάζει παραδοσιακά παραμύθια, που τους αρέσουν πολύ. Μερικές φορές γράφει δικές του ιστορίες, ενώ διαβάζει ανελλιπώς όταν δεν εργάζεται και όταν δεν έχει άλλες υποχρεώσεις.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
