Ανήκεις σε εμένα…

‘Ανήκεις σε εμένα! Να το θυμάσαι… Είσαι δικιά μου τώρα και για πάντα!’

«Ααααααααχ!», ξεφύσηξε η Μαντώ και δεν πέρασε καθόλου απαρατήρητο από τα κορίτσια.

«Τι έγινε, ρε Μαντώ! Από την ώρα που έχουμε έρθει είσαι εκτός τόπου και χρόνου. Ξεφυσάς. Δεν συμμετέχεις πουθενά και μόνο καπνίζεις. Όλα καλά;», ρώτησε με περίσσιο ενδιαφέρον η Έφη την αγαπημένη της φίλη.

Αμέσως όλες γύρισαν και την κοίταξαν με μάτια γουρλωμένα. Δεν την είχαν συνηθίσει στα χαμένα τη φίλη τους. Για εκείνες η Μαντώ ήταν ο βράχος τους. Ο πιο σταθερός και σίγουρος άνθρωπος στον κόσμο. Η Έφη, η Μαντώ, η Ειρήνη και η Λυδία ήταν τετράδα από μικρά κορίτσια. Μεγάλωσαν και έφτιαξαν κοινές συνομιλίες σε όλα τα social media. Μοιράζονταν τα πάντα με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, μα η Μαντώ ήταν η πρώτη φορά που δεν μπορούσε να τους μιλήσει…

«Μαντούλα; Είσαι καλά, αγάπη μου;», τη ρώτησε και η Ειρήνη πιάνοντάς της το χέρι. Μόνο η Λυδία είχε μείνει να την κοιτάει περιέργως σιωπηλή και σκεπτική. Κάτι είχε αυτή η κοπέλα. Πες το διαίσθηση. Πες το μαντικές ικανότητες. Ήξερε τα πάντα πριν συμβούν και για αυτόν τον λόγο η Μαντώ είχε αποφύγει να την κοιτάξει στα μάτια. Θα τη διάβαζε αμέσως…
«Όλα καλά μωρέ! Παράφαγα! Αυτό είναι όλο! Για συνέχισε για τον καθηγητή… Τελικά τι θα κάνεις με την εξεταστική;», ρώτησε η Μαντώ την Έφη για να αλλάξουν κουβέντα και συνέχισε να καπνίζει.

‘Ανήκεις σε εμένα, Μαντώ! Η ψυχή, το κορμί και η καρδιά σου είναι δικά μου! Δικά μου…’.

Ένα γνώριμο ρίγος διαπέρασε το σώμα της Μαντούς συνοδευόμενο από ένα μεγαλύτερο και βαθύτερο «ααααααχ!», το οποίο τρόμαξε και την ίδια με αποτέλεσμα να αναδευτεί στην καρέκλα.

«Τέλος! Αυτό ήταν!», είπε θυμωμένα η Ειρήνη. «Λέγε τι συμβαίνει! Εσύ ποτέ δεν κάνεις ‘ααααχ!’. Ποτέ δεν ξεφυσάς. Ποτέ δεν μένεις σιωπηλή στους καφέδες μας… Λέγε γιατί ανησυχώ!».

Η Μαντώ τις κοίταξε όλες φευγαλέα στα μάτια και χαμογέλασε όσο πιο ψεύτικα μπορούσε… Η Λυδία συνέχισε να την κοιτάει…

«Μωρέ κορίτσια, καλά είμ…»
«Η Μαντώ έκανε σ3ξ!», πετάχτηκε η Λυδία κόβοντας στη μέση το ψέμα που ξεστόμιζε η Μαντούλα. Οι άλλες δύο κοίταζαν μια την Λυδία και μια την Μαντώ.
«Ρε Λυδία, είσαι με τα καλά σου;», απάντησε η Μαντώ με κατεβασμένο το κεφάλι.
«Όχι μόνο έκανες σ3ξ, αλλά έκανες εχτές και έχω μια υπόνοια και με ποιον!», συνέχισε τα πυρά η Λυδία.
«Ρε Λυδία!»
«Έκανες ή δεν έκανες;»
«Ρε Λυδία!»
«Έκανες ή δεν έκανες; Πολύ απλό! Ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ φτάνει!»
«Λυδία!»
«Έκανες ή δεν…»
«Έκανα!».

Σιωπή. Η Μαντώ έπεσε ηττημένη στην καρέκλα. Η Ειρήνη και η Έφη έστρεψαν την προσοχή τους πάνω της και η Λυδία της γέμισε το ποτήρι με νερό και της το έδωσε.

«Σε ξέρω καλύτερα και από την παλάμη μου! Που πας να μας βγάλεις τρελές… Θα μας πεις τι έγινε τώρα ή θες λίγο χρόνο; Ένα τεταρτάκι ας πούμε! Χαχαχα!», γέλασαν όλες μα οι καρδιές τους χτυπούσαν σαν τρελές.

«Τι σημασία έχει να το κρύψω; Αφού θα σας το έλεγα έτσι και αλλιώς… Εχτές το βράδυ. Ήρθε και με πήρε με το αμάξι. Πήγαμε στην κρυψώνα. Μιλήσαμε πολύ και ξαφνικά τα πράγματα μπερδεύτηκαν. Λίγο η οικειότητα, λίγο η χημεία, λίγο η νοσταλγία. Ε, δεν θέλει και πολύ!»

Τα κορίτσια κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. «Ήρθε και σε βρήκε; Ποιος;», ρώτησαν με μια φωνή κι ας ήξεραν την απάντηση.
«Ο Χρήστος!», είπε η Μαντώ και κατέβασε το κεφάλι.

Καμία αντίδραση…

«Και;», ρώτησε η Έφη.
«Κορίτσια… Ααααααχ! Δεν αντέχω! Λιώνω σαν βούτυρο στα χέρια του! Ανατριχιάζω σε κάθε άγγιγμά του…»
«Δεν έτοιμη ακόμα για τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Τι είπατε θέλω να μάθω…»
«Ε! Με πήρε τηλέφωνο. Με ρώτησε αν κοιμάμαι, του είπα όχι και με ρώτησε αν θέλω να πάμε μια βόλτα με το αμάξι. Απάντησα θετικά και ήρθε και με πήρε…»
«Τι έβαλες;»
«Φόρμα και αθλητικά»
«Και;»
«Σε όλη τη διαδρομή μιλούσαμε, γελούσαμε, τραγουδούσαμε. Σταματήσαμε να πάρουμε μπέργκερ και πατάτες και μόλις φτάσαμε στην κρυψώνα, άρχισε να σοβαρεύει η κουβέντα ενώ τρώγαμε. Μιλήσαμε για διάφορα. Για τις αλλαγές στη δουλειά του. Για τις σχολές μας. Για όλους εσάς…»
«Γιατί εξαφανίστηκε σου είπε;», ρώτησε αυστηρά η Λυδία.
«Τον ρώτησα!»
«Δόξα τω Θεώ! Και;»
«Καιιιιι… Είπε ότι δεν μπορούσε να συνυπάρξει με την ταμπέλα που είχαμε βάλει και ότι πιεζόταν! Αυτό είπε…».

Η Λυδία παραιτήθηκε από την κουβέντα και έγειρε πίσω στην καρέκλα της. Είχε βαρεθεί να ακούει τόσο καιρό την ίδια καραμέλα. Θα ήταν προτιμότερο να της έλεγε ότι την ήθελε μόνο για να περνάει καλά, παρά αυτό. Η Μαντώ τους, ήταν πάντα συνειδητοποιημένος και ισορροπημένος άνθρωπος. Μόνο μαζί του έχανε τα αυγά και τα πασχάλια.

«Και μετά;», ρώτησε η Έφη.
«Ε μετά… μετά με φίλησε! Με έπιασε από τον λαιμό. Με έφερε κοντά του και με φίλησε! Παρέδωσα! Με το που ακούμπησα τα χείλη του, έλιωσα σαν βούτυρο και φυσικά εκείνος δεν έμεινε εκεί…»

Ανατρίχιασε ολόκληρη στη σκέψη των χεριών του στο σώμα της. Στη σκέψη των χειλιών του στο δέρμα της. Στην σκέψη της ανάσας του στο αυτί της…
‘Ανήκεις σε εμένα, Μαντώ!’

«Αααααααχ!», έκανε η Μαντώ ξανά.
«Αααααααχ!», έκαναν και η Έφη με την Ειρήνη.
«Κάτι άλλο συμβαίνει εδώ!», είπε η Λυδία, «κάτι άλλο έγινε και δεν μας το λες! Αν ήταν ένα απλό σ3ξ θα το έλεγες αρχής εξ αρχής. Το έχουμε συνηθίσει όλον αυτόν τον καιρό! Τώρα όμως ξεφυσάς. Και για να ξεφυσάς κάτι άλλο συμβαίνει!».

Η Μαντώ έγειρε πίσω το κεφάλι της και έκλεισε τα μάτια. Έσκασε μπροστά της σαν πυροτέχνημα η εικόνα με εκείνη ημίγυμνη πάνω στον Χρήστο μέσα στο μικρό αυτοκίνητο. Τον κοιτούσε στα μάτια και εκείνος περνώντας το χέρι του μέσα από τα μαλλιά της, την τράβηξε κοντά του και της ψιθύρισε στο αυτί αυτές τις τρεις μικρές λέξεις…

«Ανήκεις σε εμένα!», είπε ασυνείδητα φωναχτά η Μαντώ κάνοντας τις υπόλοιπες να την κοιτάξουν στα χαμένα.

«Ορίστε;», έκανε η Λυδία
«’Ανήκεις σε εμένα, Μαντώ!’! Αυτό μου είπε!», τους είπε και τις κοίταξε με μάτια που έλαμπαν.
«’Ανήκεις σε εμένα’;;; Βαρύ!», είπε η Έφη.
«Τι ωραίο!», είπε η Ειρήνη.
«Πότε στο είπε;», ρώτησε η Λυδία και όλες ξενέρωσαν.
«Τι ‘πότε’;»
«Πότε στο είπε αυτό ο Χρήστος, Μαντώ!», είπε η Λυδία
«Ε, μωρέ Λυδία! Θες και λεπτομέρειες…»
«Κατάλαβα! Εξαιρετικά! Με τι μότο μεγαλώσαμε εμείς;»

Ξεφύσηξαν όλες και ανασκουμπώθηκαν για να απαγγείλουν το μότο της ζωής τους…

«Ου πιστέψεις τα λόγια του σ3ξ! Πιστέψεις τα λόγια της τεκίλας!», είπαν όλες μαζί με σηκωμένο το χέρι και έβαλαν τα γέλια. Ξαφνικά, η Μαντώ σκοτείνιασε…

«Μαντώ μου… Ξέρω πόσο τον θες και πόσο τον αγαπάς! Αν δεν τον αγαπούσες, δεν θα γυρνούσες. Όμως φτάνει… Από λόγια του σ3ξ χορτάσαμε! Πράξεις να δεις… Δεν λέω… Σε θέλει, σε γουστάρει και σε αγαπάει… αλλά… αν δεν το δω με τα μάτια μου κάπου γραμμένο… Αν δεν το ακούσω να λέγεται σε κάποιο τηλεφώνημα, λυπάμαι αλλά δεν τον πιστεύω!», είπε η Λυδία και οι άλλες δύο συμφώνησαν.

Η Μαντώ σκούπισε ένα δάκρυ που δημιουργήθηκε αυτοβούλως και αναπάντεχα από τα μάτια της και συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι. Είχαν δίκιο… από λόγια είχε χορτάσει και πόσο μάλλον από εκείνον… Έπρεπε να δει πράξεις…

Τα κορίτσια σηκώθηκαν και την αγκάλιασαν. Πάντα θα τις αγαπάει και θα τις ευγνωμονεί.
Ο ήχος ενός μηνύματος διέκοψε αυτή τη στιγμή… Το κινητό της Μαντούς…

«Ο Χρήστος είναι;», τους είπε.
«Τι λέει;», ρώτησαν με μια φωνή όλες.
«Σήμερα το βράδυ! Εγώ και εσύ! Θα έρθω να σε πάρω! Θυμήσου… Ανήκεις σε εμένα, Μαντώ μου! Δικός σου πάντα!».
«Εγώ θα τρελαθώ!», είπε η Λυδία και έσκασαν όλες στα γέλια τσουγκρίζοντας τα ποτήρια τους για την επιστροφή του ασώτου έρωτα της Μαντούλας τους. Ήταν σίγουρες πια πως θα είναι μόνιμη η επιστροφή…

Κατερίνα Μοχράνη

2 responses to “Ανήκεις σε εμένα…”

  1. Ενώ έχω κάνει εγγραφή και ενημερώνομαι στο mail δεν μπορώ να κάνω like. Πατάω αλλά δεν ανταποκρίνεται το σύστημα.

    • Λυπούμαστε που αντιμετωπίζετε πρόβλημα, αλλά απ’ όλους τους ελέγχους που κάναμε, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιο πρόβλημα στο σάιτ.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading