Να σου πω την αμαρτία μου, νέα δεν σε θυμάμαι καλά… καινούργια να πω πιο σωστά, αφού είσαι αντικείμενο. Έχω κάποιες εικόνες από σένα, στα «ωραία» σου, στα νιάτα σου ας πούμε. Συμπαθητική φόρμα, συνηθισμένη ασημί λαβή και μαύρα ροδάκια, μια βαλίτσα «της σειράς». Είχες και μια ταμπελίτσα με τη μάρκα σου, δεν μου έρχεται στο μυαλό, δεν την πρόσεξα ποτέ. Κανείς μας δεν σ’ είχε προσέξει ιδιαίτερα, δεν ήσουν καμιά επώνυμη, πανάκριβη λουσάτη Louis Vuitton, Hermes, Fendi και τα τοιαύτα. Ήσουν όμως πρακτική! Και βολική! Αυτό κυρίως! Χωρούσες πολλά πράγματα και γι’ αυτό κι ήσουν η πρώτη που τραβούσαμε από το πατάρι. Α, θυμήθηκα! Το χρώμα σου! Το χρώμα εντυπωσιακό κι ιδιαίτερο. Καταπληκτικό, έντονο μπλε, σκούρο αλλά λαμπερό μαζί! Κάποτε.. .στον ενθουσιασμό της νεότητας, κάποτε… πριν ξεθωριάσεις από το χρόνο και τα ταξίδια.
Πάνε δέκα συναπτά έτη που δέσαμε τις τύχες μας, εγώ μέσα στο αεροπλάνο, εσύ στην «κοιλιά» του. Μαζί Χριστούγεννα, καλοκαίρια, να σε σέρνω σε νερά βρόχινα, σε βρωμόνερα, σε πεζοδρόμια, δρόμους και σοκάκια. Να σε κουβαλάω σε σκαλιά, να σε κοπανάω κατά λάθος σε γωνίες, καμιά φορά, τώρα που τα ροδάκια σου χάλασαν και αναποδογυρίζεις, σου ρίχνω και κλωτσιές. Δεν σου φέρομαι πάντα καλά, αλλά με καταλαβαίνεις και δίνεις τόπο στην οργή. Έμαθες τόσο πολύ να δικαιολογείς τους άλλους, που δεν «ακούς» πια τη δική σου φωνή. Έχεις φωνή, βαλίτσα πράμα; Σε νοιάστηκε κανείς να ρωτήσει;
Μόλις άδειαζες και χουχούλιαζες στο πατάρι, τσουπ, σε ξανατραβούσα να σε ξαναγεμίσω. Ένα «πήγαινε έλα» ατέρμονο οι δύο μας. Δεν γκρίνιαζες, η δουλειά σου είναι, ειδικά όταν κουβαλάς δώρα και γλυκά! Κι έπειτα, αφού είχαμε πάρει την απόφαση να μοιράσουμε τις ζωές μας ανάμεσα σε δύο χώρες, θα το περπατούσαμε μαζί το μονοπάτι… ή μάλλον θα το πετούσαμε, αφού με αεροπλάνα ταξιδεύαμε κυρίως. Ήσουν πολύ «του καθήκοντος» και το έδειχνες. Αν δεσμευόσουν, θα ήταν για πάντα και δεν είναι καλό να το δείχνεις αυτό στους ανθρώπους. Σε σμπαραλιάζουν. Γιατί δεν σου τα έλεγα πιο πριν θα μου πεις… Γιατί δεν τα ήξερα! Και γιατί, ούτως ή άλλως, κοπελιά, η πείρα των άλλων, δεν μας χρησιμεύει και πολύ, μόνο όταν ζούμε κάτι, μαθαίνουμε απ’ αυτό. Έτσι είναι η ζωή, πρώτα εξετάζεσαι και μετά διδάσκεσαι. Το αντίθετο από το σχολείο δηλαδή.
Βέβαια, κι εδώ που τα λέμε, δεν μπορούσες – ούτε μπορείς ακόμα – να το «παίζεις ιστορία», να δημιουργείς μυστήρια, να κρύβεις μυστικά. Σε τραβολογάνε συνέχεια, σε ζυγίζουν, σε scannaρουν, σε κοιτούν ύποπτα – ειδικά σε τούτους τους καιρούς – σου κολλάνε πολύχρωμα χαρτιά, σου κρεμάνε ετικέτες, σε πετάνε άγαρμπα πάνω σε στοιβαγμένες συναδέλφισσες…
Ζηλεύεις και λίγο, σ’ έχω καταλάβει. Τώρα που χάλασε η φόρμα σου και μπατάλεψες θα ήθελες να ήσουν από εκείνες τις μεταλλικές, τις τσίλικες. Κοπελιά, εγώ δεν θα σε άλλαζα με καμιά, αλλά εγώ είμαι εγώ! Δεν χαραμίζω την ουσία για την εικόνα! Το ξέρω πως το «καινούργιο» είναι θελκτικό, μια νέα πρόκληση, μια ορμή να κατακτήσεις! Μεταξύ μας, σε δουλειά να βρισκόμαστε. Το δύσκολο είναι να κατακτάς συνέχεια αυτό που είναι δίπλα σου, αλλιώς στην αρχή όλοι «τα καλά» μας βάζουμε, το «άγνωστο» γαργαλάει τις αισθήσεις και δουλεύει για λογαριασμό μας… Άλλο κεφάλαιο όμως αυτό. Αν και πολυταξιδεμένη, δεν είσαι και πολύ πονηρή ε;
Στο πιο πρόσφατο ταξίδι μας, σε έχασαν. Ντρέπομαι που στο λέω, αλλά δεν είχα καταλάβει τίποτα, μέχρι που εκεί που στεκόμουν στον ιμάντα, ξέρεις, στο μέρος που σας περιμένουμε να βγείτε από μια τρύπα – σαν τον γονιό που περιμένει το παιδί του να σχολάσει, με αδημονία – να φύγουμε, να πάμε σπίτια μας πια! Ναι, εκεί, έλαβα το μήνυμα! Δεν μου είχε ξανασυμβεί να σε χάσω και έπαθα ένα μικρό σοκ! Δεν είναι δα, πως κουβαλούσες και χρυσάφι, αλλά ένιωσα μια απέραντη μοναξιά. Αλήθεια λένε, πως μόνο όταν χάνεις κάτι, καταλαβαίνεις την αξία του. Μέχρι τότε ήσουν τόσο δεδομένη, σαν να ήσουν κολλημένη πάνω μου.
Τώρα που το σκέφτομαι: Μήπως βαρέθηκες; Μήπως ήθελες να χαθείς κι έσκισες μόνη σου το ταμπελάκι σου;
Ούτε θυμάμαι σε πόσες φόρμες συμπλήρωσα την περιγραφή σου και σε πόσα mails. Σε πόσους σε περιέγραψα στα τηλέφωνα και πόσες αποθαρρυντικές απαντήσεις πήρα. Οι μέρες περνούσαν. Άρχισε να διαφαίνεται καθαρά η πιθανότητα να μην ξαναϊδωθούμε ποτέ!
– Λυπάμαι, αυτή είναι η διαδικασία, θα πρέπει να περιμένετε.
Προφανώς, αυτό που προκαλούσε την καθυστέρηση, ήταν ότι δεν θυμόμουν την μάρκα σου. Πρόσχημα ήταν, νομίζω απλά δεν τους ενδιέφερες. Επαναλάμβανα ξανά και ξανά και ξανά το περιεχόμενό σου με κάθε λεπτομέρεια, αλλά δεν είχε νόημα. Δεν άκουγε κανένας, και να το ξέρεις κι εσύ, να μην μιλάς και να μην εξηγείς σε ανθρώπους που δεν έχουν διάθεση να ακούσουν. Μην αδειάζεις άδικα τα εσώψυχά σου και σπαράζεις στον βρόντο! Εκείνος που θέλει να καταλάβει, θα καταλάβει και την σιωπή σου.
Θυμόμουν κάθε βαθούλωμα, κάθε λεκέ σου, ήξερα το ελάττωμα που είχες στο χερούλι, αλλά δεν ήξερα την μάρκα σου. Εδώ να σου ζητήσω κι ένα συγνώμη… Αυτό που λέγαμε πριν, πως ό,τι θεωρούμε δικό μας, δεδομένο, κατοχυρωμένο, δεν το βλέπουμε κι ας το κοιτάμε! Σ’ έναν κόσμο που τρέχει, σ’ έναν κόσμο που δεν νοιάζεται για το περιεχόμενο, το ουσιώδες δεν έχει σημασία. Ό,τι φαίνεται με μια ματιά, έτσι στα γρήγορα, αυτό μετράει.
Σε βρήκα, όμως! Κι έτσι όπως σ’ έχω απέναντι και σε κοιτάζω γριούλα μου, νομίζω πως μου μοιάζεις ή σου μοιάζω! Και νιώθω μια χαρά παράξενη, που θα μπορέσουμε να καρδιοχτυπήσουμε και πάλι μαζί στην απογείωση και στην προσγείωση, να προσευχηθούμε στις αναταράξεις, να επικαλεστούμε όλους τους αγίους, οσίους και τάγματα αγγέλων μπορούμε να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας, να κλάψουμε σε αγκαλιές που αφήνουμε και να ριχτούμε σε αγκαλιές που μας υποδέχονται. Δεν είμαστε και εξερευνητές, ούτε και μυστικοί πράκτορες, αλλά έχουμε κι εμείς τις περιπέτειές μας, σωστά; Κι έπειτα, αν και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το «αύριο» βέβαια, έχουμε μέλλον στα ταξίδια. Ή μήπως όχι;
Το κακό με τα ταξίδια είναι ότι τον «εαυτό» σου τον κουβαλάς συνέχεια μαζί. Και τις απορίες του, τις ανασφάλειές του, τις έγνοιες του…
Ώχου, πολλή φιλοσοφία, πολύ «λάδι» κι από τηγανίτες τίποτα, που έλεγε κι ένας καθηγητής μου. Εγώ άκρη δεν βγάζω, εσύ όμως τι λες;
Θα πάει μακριά η βαλίτσα;
Ασπασία Κουρέπη

3 responses to “Πού θα πάει, τέλος πάντων, η βαλίτσα;”
Η μάρκα είναι hermes και όχι thermes.
Επίσης, το σωστό ρητό ειναι όλο μέλι μέλι και από τηγανίτα τίποτα και όχι όλο λάδι-λάδι.
Να διαβάζουμε πριν γράφουμε.
Ευχαριστούμε για τις επισημάνσεις και να σας επισημάνουμε με τη σειρά μας πως το σωστό θα ήταν “Να διαβάζουμε πριν γράψουμε” όχι “πριν γράφουμε”. Την καλησπέρα μας
Κατερίνα
Το ρητό είναι ως εξής:
1. Όλο μέλι και απο τηγανίτα τίποτα
2. Λάδι πολύ και τηγανίτες τίποτα
3. Όλο λάδι – λάδι και απο τηγανίτα τίποτα
και για όσους δεν έχουν πολύ λάδι…
4. Όλο λάδι (μια φορά) και απο τηγανίτα τίποτα
Όσο για την thermes την αγοράζουν οι έχοντες μέλι και συγκεκριμένα άνθεων, γιατί λάδι αν έχεις μόνο hermes!