«Δεν είμαι ευτυχισμένη», ξεκλείδωσε τη σκέψη στο μυαλό της καθώς το κεφάλι της ακουμπούσε το μαξιλάρι. Ήταν περασμένες δυο. Πάλι. Οι αϋπνίες ήταν μια ένδειξη αυτού του συναισθήματος. Μα το να το παραδεχτείς ήταν κάτι εντελώς άλλο. Πόσοι προσποιούνται καθημερινά πως είναι ευτυχισμένοι με τη ζωή τους; Σε αυτό που κάνουν; Και με τους ανθρώπους που έχουν γύρω τους; Πολλοί λίγοι είναι εκείνοι που πραγματικά βιώνουν χαρά. Εκείνη την αγνή, αβίαστη και αυθεντική αίσθηση πως χαίρεσαι το κάθε τι στη ζωή σου.
Μα κι όταν δεν ισχύει – τις περισσότερες φορές δηλαδή – πόσο τρέμουμε να το ξεστομίσουμε; Λες και θα στιγματιστούμε αν παραδεχτούμε την αλήθεια. Ό,τι δεν αναγνωρίζεις, απλά δεν υπάρχει. Με αυτό το μότο ζούμε. Κάνοντας τα στραβά μάτια σε όσα δε μας αρέσουν. Και συνεχίζουμε να προσποιούμαστε ότι όλα είναι καλά.
Μέχρι που μια μέρα δε θα είναι.
Ήταν σούρουπο, όταν επέστρεφε κουρασμένη σωματικά και εξαντλημένη ψυχικά, σπίτι. Το μόνο που σκεφτόταν είναι πως ήθελε να κάνει ένα ζεστό μπάνιο να χαλαρώσει και να πάει για ύπνο. Μήπως κατάφερνε να κοιμηθεί πριν αλλάξει η μέρα. Μήπως κατάφερνε επιτέλους να ξεκουραστεί.
Η Ελίζα είχε μέρες να κοιμηθεί ξεκούραστα. Να ξυπνήσει με ενέργεια για μια καινούργια ημέρα γεμάτη προοπτικές και δυνατότητες, όπως τόσο συχνά πλέον μας ζαλίζουν οι τόσοι επιτηδευμένοι ‘life coaches’ που μας έχουν κατακλύσει από παντού. ‘Σίγουρα κάτι παίρνουν αυτοί’, σκεφτόταν κάθε φορά που τους έβλεπε στα βιντεάκια που προβάλλονταν ως διαφημίσεις, να είναι μες στην τρελή χαρά – Σ-Υ-Ν-Ε-Χ-Ε-Ι-Α! Δεν γίνεται αυτό. ‘Καταρχάς, δεν είναι καν υγιές να είσαι τόσο ενθουσιασμένος με τα πάντα’, σκεφτόταν. Δεν είναι καν αληθινό. Κανείς δεν είναι έτσι. Όλοι βιώνουμε σκαμπανεβάσματα συναισθημάτων καθημερινά. Δεν μπορείς να είσαι συνεχώς σαν ένα ξεκουρδισμένο ελατήριο. Τα προσπερνούσε άμεσα αυτά τα βίντεο. Αλλά της τσιγκλούσαν υποσυνείδητα εκείνη την καταραμένη αίσθηση του ανικανοποίητου.
Ίσως φταίει η εποχή μας, η κοινωνία, τα ερεθίσματά μας. Γιατί πλέον δεν ικανοποιούμαστε με τίποτα, πάντα θέλουμε κάτι ακόμη ή κάτι άλλο, συνεχώς κάτι μας λείπει, δεν επαρκούμαστε με τα λίγα ούτε με τα απλά. Μα περισσότερο, μας είναι δύσκολο να συμφωνήσουμε στο τι είναι ακριβώς εκείνα τα λίγα ή απλά ή ακόμα και τα αυτονόητα.
Με τις σκέψεις να κατακλύζουν το μυαλό της, η Ελίζα δεν είδε το ‘stop’ στην άκρη του δρόμου που ήταν μισοκαλυμένο με ένα κλαδί. Δικαιολογία δεν είχε – τόσες φορές είχε κάνει αυτή τη διαδρομή. Τη γνώριζε και με κλειστά μάτια. Μήπως όμως είχαν όντως κλείσει τα μάτια της;
Η σύγκρουση με την επερχόμενη νταλίκα ευτυχώς δεν ήταν σφοδρή. Γιατί ο οδηγός της κατάφερε και τελευταία στιγμή πάτησε με όλη του τη δύναμη το φρένο. Ωστόσο, η πρόσκρουση έγινε. Και η Ελίζα κατέληξε στο νοσοκομείο. Το σώμα της βρήκε την ευκαιρία και κατέρρευσε, σαν να έλαβε το τελικό χτύπημα που την έβγαλε νοκ άουτ.
Τώρα έπρεπε να πείσει τον εαυτό της πως η ζωή είναι παραπάνω από ένα ρουτινιαρισμένο, διαρκές και παρατεταμένο παράπονο.
Όταν κάτι σπάει μέσα σου το νιώθεις. Σαν να θρυμματίζεται η ψυχή σου είναι. Ίσως για αυτό το παρομοιάζουν το συναίσθημα με σπασμένο γυαλί. Δύσκολα ξανακολλάει. Και θέλει πολύ θέληση και δύναμη για να ισιώσει. Για να αλλάξει αυτή η συνήθεια, κυρίως του να αναγκάζουμε τον εαυτό μας να συμβαδίσει με τις τάσεις και τα trends σαν να ακολουθούμε τη μόδα, απλά επειδή ‘έτσι είναι’, ή το ακόμη χειρότερο ‘επειδή έτσι κάνουν όλοι’. Κι εκεί χάνουμε την μοναδικότητά μας, που μας κάνει να ξεχωρίζουμε ανάμεσα στα δισεκατομμύρια των ανθρώπων με τους οποίους μοιραζόμαστε αυτόν τον πλανήτη. Απορροφόμαστε στις ρουτίνες της καθημερινότητας και ξεχνάμε ακόμα και τα πιο βασικά – το πώς να φροντίζουμε τον εαυτό μας και να κάνουμε πράγματα που μας αρέσουν με άτομα με τα οποία αισθανόμαστε καλά. Κάπως έτσι καταλήγουμε να περιπαίζουμε ακόμα και στον ίδιο μας τον εαυτό, πετώντας φράσεις σε κάθε συνομιλία, όπως ‘είμαι καλά’, ‘είναι εντάξει’, ‘δεν πειράζει’. Φράσεις που κατάντησαν αυτοματοποιημένες, χωρίς κανένα νόημα, καμία αλήθεια και πάνω από όλα, καμία όρεξη για περαιτέρω διερεύνηση από τον αποδέκτη τους.
Η Ελίζα ήταν εφτά μέρες σε κώμα. Τόσες χρειάστηκαν για να αλλάξει ο κόσμος της. Για να αποβάλλει αυτές τις εκφράσεις από το λεξιλόγιό της. Ώστε να μπορέσει να λέει πως είναι καλά και να το εννοεί πραγματικά.
Και σε αυτό συνέβαλλε ένας νοσοκόμος που βρισκόταν κοντά της χωρίς εκείνη να το ξέρει. Γιατί ενώ εκείνη πάλευε με τους δαίμονες και τα κακά όνειρα, προσπαθώντας να κρατηθεί σε αυτή τη μεριά της ζωής, εκείνος ήταν αυτός που της κρατούσε για λίγο το χέρι, έτσι ώστε να νιώθει μια ανθρώπινη παρουσία δίπλα της. Κανονικά απαγορευόταν. Αλλά τόσα άλλα αψηφούμε σε αυτή τη ζωή, σκεφτόταν εκείνος. Τι σημασία έχουν λίγα δευτερόλεπτα ανθρώπινης επαφής;
Για την Ελίζα, αυτό το άγγιγμα την προστάτευσε. Γιατί εκεί που χανόταν στη δίνη της κατάθλιψής της, εκείνης που σαν τυφώνας τη σάρωνε και την τραβούσε να την καταπιεί σε μια μαύρη τρύπα, αυτό το τακτικό άγγιγμα λειτουργούσε σαν σωσίβια λέμβος που την επανέφερε στη στεριά.
Όταν κέρδισε, επιτέλους, τη μάχη και άνοιξε τα μάτια της, τον είδε μπροστά της. Ήταν ψηλός με όμορφα χαρακτηριστικά. Φορούσε μια γαλάζια ρόμπα που τόνιζε τα χρυσαφένια του μάτια. Είχε κοντά καστανά μαλλιά και το χαμόγελό του φώτιζε όλο του το πρόσωπο. «Καλημέρα», της είπε με μια απαλή φωνή. Το εννοούσε πραγματικά. Η ανακούφισή του που η Ελίζα επανήλθε, αντανακλώταν στα μάτια του. Σαν να απαλλάχθηκε από ένα βάρος στους ώμους του και τώρα, ανάλαφρος πλέον, μπορούσε να τα πει με τη φιλενάδα του εκεί. Αυτό το αίσθημα της έβγαζε. Και ήταν ωραίο.
Οι παλμοί της ήταν αργοί. Ένιωθε ηρεμία. Μια ηρεμία που είχε καιρό να αισθανθεί. Ίσως και να μην την είχε νιώσει και ποτέ, όμως. Του χαμογέλασε, αυθόρμητα και γλυκά. «Πώς νιώθεις; Πονάς κάπου;» τη ρώτησε φροντιστικά.
«Είμαι καλά», του απάντησε και για μια στιγμή σάστισε. «Είμαι καλά», επανέλαβε. Σαν να προσπαθούσε να το πιστέψει και η ίδια. Μα για πρώτη – ίσως – φορά, το εννοούσε πραγματικά. Ήταν καλά. Ένιωθε σαν να της είχαν καθαρίσει την ψυχή και να μπορούσε πλέον να διαχωρίσει το τι είχε σημασία και τι όχι. Είχαν αλλάξει τα πάντα πια.
Ασυναίσθητα το χέρι της έψαξε το δικό του. Σαν να είχε αναγνωρίσει το άγγιγμα του και να το αναζητούσε.
«Είμαι ο Φώτης», της είπε. «Ό,τι χρειαστείς, είμαι εδώ».
Φώτης. ‘Λογικό’, αναλογίστηκε. Αφού ήταν αυτός που την τράβηξε πίσω στο φως.
Μερικά σπασμένα γυαλιά μπορούν να ξαναισιώσουν. Με προσεκτική φροντίδα και πολλή λεπτοδουλειά. Θέλει αποφασιστικότητα και τόλμη να το κάνεις. Μα περισσότερο θέληση. Θέληση να αναγνωρίζεις τα καλά που υπάρχουν, αυτά που αξίζει να διασώσεις, να εκτιμάς αυτά που έχεις όσο λίγα και να είναι, και να είσαι ευγνώμων. Μόνο έτσι μπορείς να είσαι χαρούμενος. Να μην σκέφτεσαι αυτά που σου λείπουν, μα τα ωραία που έχεις και σε κάνουν ολόκληρο. Και ίσως έτσι, νιώσεις αληθινά ευτυχισμένος.
Μαρία-Χριστίνα Δουλάμη
