Ήταν πεπεισμένος ο Ούα -έτσι τον φώναζε ο μικρότερος αδελφός του ανέκαθεν- πως η απόφασή του να αφήσει πίσω του την πρωτεύουσα και να ζήσει μόνιμα στο νησί, ήταν το καλύτερο για όλους. Τον είχαν κουράσει τα πηγαινέλα, οι γονείς του είχαν μεγαλώσει για να κατεβαίνουν συχνά Αθήνα και ο κατά δέκα χρόνια νεότερος Πέρη, τον χρειαζόταν.
Ο Περικλής είχε γεννηθεί «σημαδεμένος» γιατί κουβάλαγε το φορτίο του ιατρικού λάθους. Ένας λάθος χειρισμός του μαιευτήρα τον άφησε αναπτυξιακά πολύ πίσω, έμεινε για πάντα στο μυαλό οκτάχρονος, φυλακισμένος σε σώμα ενήλικα. Ισόβια φαρμακευτική αγωγή που του επέτρεπε να κινηθεί, αλλά άθροιζε αργά, κιλά στο σώμα του. Και η μακροχρόνια χρήση τους έβγαζε διάφορα αθροιστικά προβλήματα, όπως μειωμένο ανοσοποιητικό. Όσο βάραινε, τόσο αναζητούσε τον προστάτη του, τον Γιαννούλη για τους υπόλοιπους, Ούα για τον Πέρη. Ήταν εύκολο σαν επιφώνημα, και η μοναδική λέξη που ακουγόταν ολόκληρη από τα χείλη του μέχρι τα πέντε του έτη. Στην αρχή νόμιζαν πως ήταν ο τρόπος του να εκφραστεί, η προσπάθειά του να μιλήσει. Κανείς δεν κατάλαβε ότι φώναζε τον αδελφό του, τον προστάτη του και σύμμαχό του.
Εκτός από αυτό το δέσιμο, μόλις πέρσι αποφασίσανε οικογενειακώς να ξεκινήσουν στην Τήνο να χτίζουν ενοικιαζόμενα. Θα ασχολιότανε μετά το οικοδομικό πέρας, αποκλειστικά ο Γιαννούλης, ήταν μια καλή ευκαιρία να ξεκολλήσει από το γραφείο και την οθόνη και κυρίως αν ήταν προσοδοφόρο, να αποκτήσει σταθερό εισόδημα για τις αυξανόμενες ανάγκες του Πέρη. Ουσιαστικά δεν είχαν χωρίσει ποτέ τα αδέλφια, παρά κάνα μήνα ετησίως. Στην Αθήνα μεγαλώσανε, μα το καλοκαίρια τους τα περνάγανε στο νησί. Αλλά το περιβάλλον της πόλης ήταν άγριο ενίοτε εχθρικό, δυσκολευόταν ο Πέρη με τόσους άγνωστους ανθρώπους στους χαοτικούς ψυχρούς δρόμους. Έτσι λίγο πριν κλείσει τα είκοσι, πήραν την απόφαση οι γονείς του να επιστρέψουν στον τόπο καταγωγής τους. Περισσότερα οικεία πρόσωπα, αυθόρμητα χαμόγελα και αποστάσεις εύκολα προσπελάσιμες. Η επιχείρηση που θα ανοίγανε ήταν μια καλή δικαιολογία για όλους.
Και τα καταφέρανε. Τα δύο πρώτα χρόνια που ξεκινήσανε, η απόδοση ήταν παραπάνω απ’ τις προσδοκίες τους. Τον χειμώνα για κάτι υποχρεώσεις που είχε, αναγκάστηκε να κατέβει στο Χαλάνδρι ο Γιαννούλης. Στην βδομάδα πάνω άρον άρον απ’ το Κέντρο Υγείας του νησιού διεκομίσθη στο Λαϊκό, ο Πέρης. Το αναπνευστικό του ήταν τόσο ευάλωτο που ένα απλό μικρόβιο μόλυνε το αίμα του. Ευτυχώς τον προλάβανε με ισχυρό αντιβιοτικό σχήμα και μέρα με την μέρα βελτιωνόταν η κατάστασή του. Σε λιγότερο από μήνα γυρίσανε αγκαλιασμένα στα Κιόνια τα αδέλφια. Θα ξαναμπαίνανε στον ρυθμό τους, ο Πέρη παρέμενε το παιδί τους που δε θα μεγάλωνε ποτέ. Τους είχε ανάγκη σε κάθε του βήμα, σε αντάλλαγμα τους έδινε τόση χαρά με την αθωότητα και την καλοσύνη του.
Το επόμενο πρωί, η κυρά Γεωργία ξύπνησε κεφάτη και έβραζε αυγά για να φάνε τα καμάρια της. Ο άνδρας της, ο Παναής πήγε να φέρει φρέσκο ζυμωτό ψωμί. Πάντα πρώτος σηκωνόταν ο μικρός και όρμαγε σαν Ινδιάνος στο δωμάτιο του Γιαννούλη, φωνάζοντας Ούα-Ούα! Εκείνο το βράδυ είχαν κοιμηθεί δίπλα-δίπλα, είχε κουβαλήσει την πολυθρόνα-κρεβάτι από νωρίς στου Πέρη. Τα ουρλιαχτά του Γιαννούλη τρύπησαν τα διπλά ντουβάρια και διαπέρασαν σα βέλος το στήθος της μάνας. Το πιάτο της έπεσε απ’ τα χέρια, θρυμματίστηκε στο πάτωμα σε χίλια κοφτερά κομμάτια που ένα ένα μπηγόταν στην ψυχή της. Ο πατέρας που ανέβαινε τις σκάλες, πέταξε την φρατζόλα, χίμηξε στην πόρτα. Η κυρά-Γεωργία όρθια ακίνητη στην κουζίνα, δεν ήθελε, δεν άντεχε να μετακινηθεί να δει την αλήθεια. Εκεί κρατιόταν απ’ τον νεροχύτη, σαν να πάλευε να την ρουφήξει, να εξαφανιστεί, να μην αναγκαστεί να μάθει, να δει. Δρασκέλισε ο Παναής στην κάμαρη, που λίγες ώρες πριν είχε φιλήσει για καληνύχτα το προσκέφαλο του γιου του. Τον αντίκρισε σχεδόν γυμνό, το ζόρι τον έκανε να μισοβγάλει την φανέλα του, κάτασπρο με ένα άλικο ρυάκι στην μύτη με ξεραμένο αίμα. Πάνω του, έχοντας αγκαλιάσει σφικτά το στέρνο του, έκλαιγε με αναφιλητά ο Γιαννούλης, ενώ ακατάληπτα ακουγόταν: «Ο Ούα, ο Ούα, είμ’, ακούς, ο Ούα σ’». Η ψυχραιμία του πατέρα δεν είχε λογική εξήγηση. Άφησε τον Γιαννούλη να ξεθυμάνει, να πάρει τον χρόνο του για να καταλάβει πως έφυγε ο Πέρη. Έβαλε την γυναίκα του να κάτσει, αφού μάζεψε τα γυαλιά, της έδωσε νερό και ύστερα άρχισε τα τηλέφωνα.
Η νεκροψία έδειξε πως τον πρόδωσε η καρδούλα του, δεν άντεξε την ταλαιπωρία της ασθένειας και παρά την φαινομενικά αίσια έκβαση του κρυώματος, κατέληξε.
Στην κηδεία οι ρόλοι αντιστράφηκαν. Ο Γιαννούλης ανέλαβε τα ηνία. Δεν ήταν πλέον ο Ούα, ο τίτλος του θάφτηκε μαζί με τον αδελφό του. Ήταν ο γιος που έμεινε πίσω να στηρίξει τους γονείς του, να τους δώσει δύναμη και να αντέξουν ενωμένοι. Η απώλεια είναι μια δίνη που σε ρουφά, όσο αφήνεσαι τόσο σε τρώει. Πρέπει να παλέψεις να βγεις στην επιφάνεια και μετά σε ανδροκαλεί μέχρι να την αφήσεις πίσω σου. Παραμένει όμως ισόβια εκεί, την σέρνεις πίσω σου βαριά αλυσίδα, σε ακολουθεί σε κάθε βήμα. Η πληγή που αιμορραγούσε έγινε ουλή και συνεχίζει να πονά σχεδόν το ίδιο. Μαθαίνεις να την κρύβεις κάτω απ’ το πουκάμισο και υποκρίνεσαι πως δεν υπάρχει.
Ο Παναγής μόλις τελειώσανε τα διαδικαστικά, κατέρρευσε. Βαριόταν να σηκωθεί απ’ την καρέκλα, αυτός ο αεικίνητος μάστορας των υδραυλικών, αποσύρθηκε απ’ την ζωή. Η κατάθλιψη τον νίκησε. Ο Γιαννούλης την μάνα του φοβότανε περισσότερο που ήταν διαβητική, δεν περίμενε τέτοια εξέλιξη απ’ τον πατέρα του. Άγχος κάθε μέρα καθώς ο οργανισμός της είχε αποσυντονιστεί και το ζάχαρο έδειχνε να μην μπορεί να σταθεροποιηθεί. Αποφάσισε πρώτα να ασχοληθεί με τον μπαμπά του. Με το ζόρι και χτυπώντας τον στο φιλότιμο, λέγοντάς πως θέλει οπωσδήποτε βοήθεια στο ξεκίνημα της σεζόν, τον ανάγκασε να ξεκουνηθεί απ’ τις επτά. Να σκουπίζει τα σκαλοπάτια, να ανοίγει τις μεγάλες ομπρέλες της αυλής μόλις βρει το πλακόστρωτο ο ήλιος, να βγάζει τα σκουπίδια, να ξεπλένει το πεζοδρόμιο και κυρίως να αναγκάζεται να κουβεντιάζει με τους επισκέπτες. Έδειξε πως πήρε μπρος. Αναθάρρησε ο Γιαννούλης, με τον πατέρα του πιο ενεργό, θα έφτιαχνε και η κατάσταση της μητέρας του σιγά σιγά.
Σάββατο απόγευμα, μόλις είκοσι μέρες μετά ήταν που άρχισε η ανυπόφορη ζέστη του Ιούλη. Ίσα που πρόλαβε να κάνει μια βουτιά και χτύπησε το κινητό του. Ο γείτονάς του, τον ειδοποιούσε πως ο πατέρας του δεν αισθανόταν καλά και τον μετέφερε στο κέντρο Υγείας. Βούτηξε το μηχανάκι, δεν πρόλαβε να τον δει. Δεύτερη πολύτιμη καρδιά που ηττήθηκε από την στεναχώρια και ράγισε.
Η μάνα του ξανάγινε κουβάρι. Για τρεις μέρες δεν βγήκε λέξη από το στόμα της, ούτε δέχτηκε τροφή. Το σοκ για τον Γιαννούλη ήταν πολύ ισχυρό. Μπουνιά στο σαγόνι που τον έριξε κάτω και δεν άντεχε πλέον να σηκωθεί. Ποια δωμάτια, ποιοι φιλοξενούμενοι, παρ’ όλη τη βοήθεια που προσφέρανε γνωστοί και συγγενείς για να ξελασπώσει, αυτός πηγαινοερχόταν σαν ρομπότ για τις όποιες συνεννοήσεις. Τα βράδια δεν κοιμόταν πια, πάλευε ως το πρωί με τις αναμνήσεις του. Σα λιπόσαρκο φάντασμα περιφερόταν στους χώρους των ενοικιαζόμενων. Ήθελε να τρέξει να φύγει μακριά, να τα πουλήσει όλα, να αποκολληθεί απ’ το βούρκο του πόνου που είχε ριζώσει βαθιά μέσα στα τούβλα.
Κοντεύανε τα σαράντα και δεν ήθελε ούτε να πλησιάσει στο κοιμητήριο. Τα κανονίσανε οι θείες του. Την παραμονή, τρεις το καταμεσήμερο, τον πήρε ο ύπνος όπως είχε γείρει στον καναπέ. Είδε στον ύπνο του το λιμάνι. Περπατούσε αμέριμνος στην αποβάθρα ενώ μπροστά του σταμάτησε το μηχανάκι με τον Πέρη μπρος και τον πατέρα πίσω.΄Εκπληκτος ο Γιαννούλης ούτε που πρόλαβε να μιλήσει πώς τον άφησε να κάτσει μπροστά. Τον χαιρετήσανε, του είπαν πως έπρεπε να φύγουνε μαζί και θα σμίγανε αργότερα. Ως τότε να μην ανησυχεί και κυρίως να προσέχει την μητέρα του και τον εαυτό του. Ανεβήκανε με μια γκαζιά στο βαπόρι και από την κουπαστή τον αποχαιρετούσανε! Με πλατύ χαμόγελο ο πατέρας του, ο Πέρης κουνώντας και τα δυο του χέρια, φώναζε «Ούα, Ούα»! Μέχρι που ξεμακρύνανε, χαθήκανε απ’ τον ορίζοντα, έμεινε η θολή εικόνα του φουγάρου και τα απόνερα με τον απόηχο.
Ξύπνησε αλλόκοτα αισιόδοξος ο Γιαννούλης. Τεντώθηκε και αισθάνθηκε πως έπρεπε να συνεχίσει, να κάνει περήφανους αυτούς που εγκαταλείψανε τόσο ξαφνικά και άδικα. Οι κόποι τους και η έννοια τους έπρεπε να συνεχίζουν να ανθίζουν. Άλλωστε η απουσία των αγαπημένων μας απ’ αυτόν τον κόσμο, σημαίνει πως είναι παρόντες αποκλειστικά μέσα μας! Η αγάπη μας τους απελευθερώνει και μας γιγαντώνει.
Και εκείνο το απόγευμα που βασίλευε ο κατακόκκινος ήλιος, ξανάγινε ο παντοδύναμος Ούα…
Αφιερωμένο στον θείο Ούα, κατά κόσμο Χάρη!
Μαρίτσα Καρά
