Το μούλικο

Η είδηση ήταν από το πρωί παντού. Στην τηλεόραση, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σε εφημερίδες διαδικτυακές και μη. «Μητέρα σκότωσε το 6 μηνών βρέφος της» έλεγε ο ένας τίτλος. «Η σύγχρονη Μήδεια» έλεγε κάποιος άλλος, πιο φιλοσοφημένος. Και από κάτω πλήθος κόσμου να καταδικάζουν την γυναίκα για την απεχθή πράξη της.
«Και εμείς ταλαιπωριόμαστε με τα παιδιά μας, αλλά δεν τα σκοτώνουμε κιόλας…!» μουρμούρισε η μητέρα της στο άκουσμα της είδησης αυτής.

Η Αριάδνη τελείωσε αμίλητη το μεσημεριανό της, έβαλε το πιάτο στον νεροχύτη και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Όλο και συχνότερα ακούγονταν ειδήσεις με μητέρες που κακοποιούσαν ή σκότωναν τα παιδιά τους. Και σκεφτόταν πως και η δικιά της θα μπορούσε άνετα να είναι μια τέτοια.

∞∞∞∞∞∞
Με μεγάλη χαρά έμαθε ο Παναγιώτης πως η γυναίκα του ήταν έγκυος. Το πρόσωπό της βέβαια δεν ήταν πασίχαρο σαν του ανακοίνωσε τα νέα, αλλά πιθανόν να ήταν αγχωμένη, σκέφτηκε. Τρία χρόνια προσπαθούσαν για ένα μωράκι, δεν γίνεται να μην χαιρόταν, σωστά;

Λάθος. Η Ράνια άλλα είχε στο μυαλό της. Τα τρία χρόνια που προσπαθούσαν, είχε μείνει άλλες δυο φορές έγκυος, αλλά δεν το έμαθε κανείς. Το έριξε μόνη της στα γρήγορα και ο Παναγιώτης ούτε που πήρε χαμπάρι. Αυτή δεν ήθελε παιδιά. Την καλοπέρασή της ήθελε. Να πηγαίνει τις βόλτες της, τα ψώνια της, τα ταξίδια της, να χαίρεται τον άντρα της. Σιγά μην άφηνε ένα… μούλικο να της κλέψει τα πρωτεία. Γιατί το έβλεπε στα μάτια του, πως σαν κάνανε μωρό, αυτό θα αγαπούσε πιότερο ο Παναγιώτης. Έτσι, για όσο την έπαιρνε θα έμενα αυτή κυρά και αφέντρα της καρδιάς του άντρα της.

Μα τον τελευταίο καιρό παρατηρούσε σαν κάτι να είχε αλλάξει. Ο Παναγιώτης δεν ήταν τόσο θερμός, κάποια βράδια αργούσε και σαν καπάτσα Πειραιώτισσα δεν άργησε να τον πετύχει με την «άλλη». Δεν χρειάστηκε πολλή σκέψη. Σύντομα έπρεπε να βάλει μπρος το σχέδιο «παιδί» ώστε να βγει και πάλι πρώτη στην σκέψη του άντρα της.

Έτσι και έγινε. Ο τρόπος γνωστός και εύκολος, μα η συνέχεια όχι τόσο. Η εγκυμοσύνη της Ράνιας κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν, αφού έκανε συχνά εμετούς και μάλιστα κάποια στιγμή άρχισαν οι λιποθυμίες. Τόσο βεβαρημένος ήταν ο οργανισμός της, που ο γιατρός της σύστησε ξεκούραση και μόνο ξεκούραση. Σαν θηρίο μες το κλουβί ένιωσε.
«Το μούλικο, ακόμα δεν γεννήθηκε και μου ‘χει κάνει την ζωή άνω κάτω! Ούτε μια βόλτα δεν μπορώ να κάνω!» έλεγε όταν ο Παναγιώτης έλειπε.
Μα όταν ήταν μπροστά, έπαιζε τον ρόλο της γλυκιάς μανούλας που ανυπομονεί να γνωρίσει το βρεφάκι της.
«Το γλυκό μας το μωράκι, θέλει να ξεκουράζομαι!» έλεγε με ψεύτικη χαρά, ίσα για να ρίχνει στάχτη στα μάτια του άντρα της. «Μα μόλις γεννήσω, θέλω να μου υποσχεθείς πως θα ξαναγυρίσουμε στην παλιά μας ζωή, αγάπη μου, ε;» έλεγε στον Παναγιώτη και αυτός τι να πει, δεχόταν με περισσή ευχαρίστηση.
«Φυσικά, θα πηγαίνουμε οι τρεις μας παντού! Βόλτες, ταξίδια, εκδρομές! Θα είναι τέλεια!»
Λίγο την ενοχλούσε αυτό το «οι τρεις μας» αλλά τι να πεις… Προκειμένου να μην φύγει με καμιά άλλη, καλύτερα οι τρεις του.

Πολλά νεύρα που λες η δικιά σου. Και όσο νευρίαζε έτρωγε και όσο έτρωγε φούσκωνε.
«Δες πως έχω γίνει! Αυτό τα φταίει όλα! Αυτό το μαλαkiσμeνο! Δεν θα βγει από εκεί μέσα, θα του δείξω εγώ!» παραμιλούσε στον καθρέφτη.

Και βγήκε, ένα βραδάκι του Φλεβάρη, παγωμένο και βροχερό, γεννήθηκε η Αριάδνη. Μια κούκλα που έκλεψε εξ αρχής την καρδιά του πατέρα της. Αλλά όχι της Ράνιας, που παρέμεινε παγωμένη και βροχερή σαν εκείνη την μέρα του Φλεβάρη για πάντα.
«Επιλόχειο κατάθλιψη» διέγνωσε ο γιατρός, όταν τρίτη μέρα ζωής του βρέφους και η Ράνια αρνιόταν κατηγορηματικά να το πιάσει στα χέρια της.
«Κάντε το να σκάσει!» φώναζε στις μαίες. «Πάρτε το από μπροστά μου, δεν θέλω ούτε να το βλέπω!»

Σοκαρισμένοι γιατροί και μαίες, καθώς τόση αποστροφή δεν είχαν ξανασυναντήσει. Και το μωρό έκλαιγε, όσο έκλαιγε, αφού το μόνο που ζητούσε ήταν η μαμά του. Μόνο στην αγκαλιά του Παναγιώτη ηρεμούσε, μα και αυτό ήταν προσωρινό.

Όταν γύρισαν στο σπίτι, η κατάσταση παρέμεινε ίδια. Ο Παναγιώτης ζήτησε έναν μήνα άδεια από την δουλειά του για να μείνει κοντά στα κορίτσια του και κυρίως για να συνέλθει η Ράνια. Κάτι που δεν συνέβη ποτέ.

Μια μέρα πριν την επιστροφή του στην δουλειά, έκανε την έκρηξη.
«Τι θα γίνει ρε Ράνια; Έτσι θα είσαι από εδώ και πέρα; Αμίλητη και αγέλαστη; Να φοβάμαι να πάω στην δουλειά μην γυρίσω και το έχεις σκοτώσει; Μωρό σου είναι! Ήθελες και εσύ να κάνουμε παιδί ή λάθος θυμάμαι; Άμα δεν θες να το μεγαλώσεις, πες το μου να χωρίσουμε, να το πάρω να φύγουμε. Θα γυρίσω στην μάνα μου στην Αλεξανδρούπολη και θα το μεγαλώσω μόνος μου όπως μπορώ! Φτάνει πια!».

Άναψαν όλα τα λαμπάκια στο κεφάλι της Ράνιας. Να το πάρει και να φύγει; Και αυτή; Να μείνει μόνη της; Πώς να του έλεγε πως δεν ήθελε ποτέ να γίνει μάνα; Πως όλα αυτά τα έκανε για εκείνον και μόνο; Για να τον έχει ισόβια δικό της…

Ξαφνικά ξέσπασε σε κλάματα.
«Κατάλαβέ με αγάπη μου… Δεν μου είναι εύκολο. Άλλαξε όλη η ζωή μου. Μόνο εσένα θέλω. Έλα να προσπαθήσουμε μαζί! Μόνη μου είμαι χαμένη…» έλεγε με αναφιλητά.

Ο Παναγιώτης την πίστεψε την γυναίκα του. Την αγαπούσε βλέπεις. Αλλά ήθελε και να την πιστέψει. Και η Ράνια ξεκίνησε να κάνει τα βασικά. Να ταΐζει και να αλλάζει το μωρό. Να το βάζει στην κούνια του και να το κοιμίζει. Και αυτό, όντως μαθημένο σε τόσες μέρες απόρριψης από την μάνα, αμέσως ηρεμούσε, κάνοντας την συμβίωσή τους πιο εύκολη.

Μεγάλωνε η Αριάδνη και μέρα με την μέρα, από μωράκι, γινόταν ένα πανέμορφο κοριτσάκι. Πανέμορφο και θλιμμένο. Βλέπεις, την αγάπη της μάνας δεν μπορεί να την υποκαταστήσει κανείς. Ο Παναγιώτης το έβλεπε και προσπαθούσε να περνάει πολύ χρόνο με την «κούκλα του», όπως την έλεγε, γιατί κατά βάθος ήξερε την αιτία της θλίψης της. Η καρδιά της Ράνιας άστραφτε και βροντούσε που έβλεπε την αγάπη του Παναγιώτη για την κόρη τους.
«Προτιμάς το μούλικο από εμένα! Δεν σε βλέπω νομίζεις πώς την κοιτάς; Και όλο την λες κούκλα μου και πριγκίπισσά μου! Θα σας παρατήσω και θα φύγω!» έλεγε συνέχεια. Μα δεν έφευγε. Δεν είχε βλέπεις που να πάει…

∞∞∞∞∞∞
Η Αριάδνη μεγάλωσε και συνήθισε να την απορρίπτει η μαμά της. Πλέον πίστευε πως της άξιζε κιόλας.
«Κάτι κάνω και συνεχώς την στεναχωρώ. Δίκιο θα έχει που μου είναι συνεχώς θυμωμένη» σκεφτόταν το μικρό κορίτσι.

Όσο περνούσε χρόνο στα σπίτια των φίλων της, μιας που την μαμά της δεν την πολυένοιαζε και αν αργούσε, παρατηρούσε συχνά τις κινήσεις και την συμπεριφορά των άλλων μαμάδων. Όταν πλέον έφτασε στην εφηβεία, κατάλαβε. Δεν έφταιγε κάπου αυτή. Η Ράνια απλά δεν ήταν γεννημένη για «μαμά». Δεν μπορούσε να της κακιώσει. Μόνο λυπόταν που δεν είχε και αυτή ένα ζευγάρι μάτια να την αγαπούν και δυο γυναικεία χέρια να την αγκαλιάζουν. Μα και ο πατέρας της είχε απομακρυνθεί τον τελευταίο καιρό.
«Είδες; Με τα καμώματά σου μας βαρέθηκε! Τι νομίζεις, θα καθόταν μαζί μας; Έχει βρει καμιά γκόμενα και του τα τρώει…!» της έλεγε, στάζοντας δηλητήριο στην καρδιά της.

Η Αριάδνη την πίστευε την μάνα της. Γιατί άλλωστε να της πει ψέμματα; Ο πατέρας της αγαπούσε άλλη. Μα ο Παναγιώτης, όσο πιο συχνά μπορούσε, προσπαθούσε να την βλέπει, έστω για λίγο. Μέχρι που μια μέρα εξαφανίστηκε εντελώς από τις ζωές τους. Πληγώθηκε πολύ το κορίτσι. Ο πατέρας της ήταν η μόνη μορφή αποδοχής που είχε συναντήσει στην ζωή της. Γιατί την απέρριψε και αυτός; Η Ράνια φρόντιζε συχνά πυκνά να της θυμίζει πως το βάρος της φυγής του πατέρα της έπεφτε στις δικές της πλάτες και αυτό την έριχνε ακόμα πιο βαθιά στην θλίψη της…

∞∞∞∞∞∞
Η είδηση της τηλεόρασης την είχε ταρακουνήσει αρκετά. Θα μπορούσε και αυτή να ήταν ένα σκοτωμένο βρέφος. Ένα κακοποιημένο παιδί. Ένα ακόμα περιστατικό. Έπρεπε να φύγει από το σπίτι.

Σήκωσε το τηλέφωνο και πληκτρολόγησε τον τετραψήφιο αριθμό που τους είχε δώσει μια ψυχολόγος σε μια ενημέρωση που είχε γίνει στο σχολείο.
«Παρακαλώ; Το χαμόγελο του παιδιού, πώς μπορώ να σας βοηθήσω;» ακούστηκε μια ευδιάθετη φωνή στην άλλη γραμμή.

∞∞∞∞∞∞
Η 34χρονη υπαστυνόμος Αριάδνη αισθάνθηκε περήφανη που ένα ακόμα περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας είχε επιλυθεί στο γραφείο της. Ήταν εξ αρχής πολύ ευαισθητοποιημένη πάνω στα θέματα ενδοοικογενειακής βίας και η μόνη που εκτός από τον πατέρα πάντα ξεψάχνιζε και την μητέρα. Κάποιες φορές συνιστούσε ψυχολογική υποστήριξη με συνεχή παρακολούθηση από το τμήμα και άλλες απομάκρυνση του παιδιού από την γονική στέγη. Πάντα ελπίζοντας πως κάνει το σωστό.

«Κυρία υπαστυνόμε, βρήκα τον φάκελο που ζητήσατε» της είπε ένας συνάδελφός της.
Μισό χρόνο περίπου τώρα είχε αποφασίσει να ψάξει τους γονείς της. Πριν ένα μήνα έμαθε για τον θάνατο της Ράνιας. Δεν πόνεσε, αλλά έκλαψε πολύ για την χαμένη παιδική ηλικία της. Τον πατέρα της στάθηκε λίγο πιο δύσκολο να τον βρει.

«Εκτός από τα στοιχεία που ζητήσατε, βρήκα και μια μήνυση στο όνομά του και κάποια ασφαλιστικά μέτρα.» συνέχισε ο συνάδελφος.
Με απορία άνοιξε τον φάκελο. Αυτά που διάβασε την σόκαραν. Η Ράνια είχε κάνει μήνυση στον πατέρα της, ισχυριζόμενη πως κακοποιούσε σεξουαλικά την Αριάδνη! Δεν εκδικάστηκε ποτέ λόγω ελλείπων στοιχείων, αλλά η Ράνια είχε προχωρήσει σε έκδοση ασφαλιστικών μέτρων…!

Τόσα χρόνια, τόση στεναχώρια και όλα αυτά βασισμένα πάνω σε ένα ψέμα! Έψαξε στα γρήγορα το τηλέφωνο στα στοιχεία του φακέλου. Με τρεμάμενο χέρι πληκτρολόγησε τον αριθμό.
«Παρακαλώ;» ακούστηκε στην άλλη γραμμή η γερασμένη φωνή του Παναγιώτη.
«Μπαμπά…» είπε δειλά μα με λαχτάρα η Αριάδνη
«Κοριτσάκι μου…» ξέσπασε σε λυγμούς ο πατέρας της.
«Μπαμπά θέλω να βρεθούμε… έχουμε να πούμε πολλά…»
Η συνάντηση κανονίστηκε το ίδιο απόγευμα και η Αριάδνη χάιδεψε με ανακούφιση την φουσκωμένη της κοιλίτσα. Ήταν ήδη 7 μηνών έγκυος.

****Η Εθνική Τηλεφωνική Γραμμή SOS 1056 λειτουργεί από το Χαμόγελο του Παιδιού και είναι στην διάθεση κάθε παιδιού και ενήλικα για την παροχή υποστήριξη σε θέματα που τους απασχολούν.

Άρτεμις Γ.Κ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading