Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Η κατάρα του Ασύλου

[Σημείωση: Φέτος (2024), εκτός απροόπτου, θα δημοσιευτεί το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματός μου σε συνέχειες, «Η Εντολή της Κόμισσας». Μέχρι τότε, θα δημοσιευτούν μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]

***

 

Η κατάρα του Ασύλου

Της Μίνα Έιμς
(Τεύχος Απριλίου, 1893, σελ. 3-19)

Αγαπημένε μου αναγνώστη,
Το σημερινό κείμενο φρίκης γράφτηκε από μία γυναίκα που εκτιμώ πολύ. Η Μίνα Έιμς δουλεύει για πολλές ώρες στο περιοδικό μας, εδώ και έξι χρόνια τώρα. Διαβάζει σχεδόν όλα τα διηγήματα που λαμβάνουμε και τα επιμελείται, ενώ ταυτόχρονα προτείνει ιδέες και συμμετέχει ενεργά στον συντονισμό της διαχείρισης του Weird Literature. Είναι από τους πιο δυναμικούς και εργατικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει, τη στιγμή μάλιστα που οι απόψεις και οι ιδέες της είναι καίριες και πολύ σωστές. Συχνά, όταν εγώ ή ο Κλαρκ ή κάποιος από τους άλλους που εργάζονται εδώ διαφωνούμε αναμεταξύ μας, είτε καταφεύγουμε στην Μίνα για τη δική της γνώμη, είτε εκείνη, όντας παρούσα στις διασκέψεις μας, μας σταματάει και μας λέει τι θα ήταν πιο ωφέλιμο να πράξουμε.
Το κείμενο που θα διαβάσεις στη συνέχεια, αγαπημένε μου αναγνώστη, είναι πολύ καλό και, όπως οφείλει κάθε καλό λογοτεχνικό κείμενο, αφενός και κυρίως λέει μια ενδιαφέρουσα ιστορία, μα αφετέρου σχολιάζει και στοιχεία της πραγματικής ζωής. Επίσης, ως κείμενο φρίκης, έχει να προσδώσει και γνήσιες στιγμές τρόμου. Προσωπικά, όμως, αυτό που μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον είναι ότι η Μίνα έγραψε την Ανν, τον κεντρικό χαρακτήρα δηλαδή, εντελώς διαφορετικό από την ίδια. Δηλαδή, χωρίς να θέλω να αποκαλύψω τι συμβαίνει στο διήγημα, αν η Μίνα ήταν στην θέση της Ανν, στο τέλος θα έκανε όχι απλώς το αντίθετο, αλλά πολλά, μα πολλά περισσότερα από την Ανν –χωρίς αυτό, βέβαια, να σημαίνει ότι η Ανν δεν είναι καλογραμμένος χαρακτήρας.
Και κάτι τελευταίο, προτού κλείσω αυτή την εισαγωγή: με αφορμή το πρώτο κείμενο της Μίνα, που είναι και το πρώτο κείμενο από γυναίκα συγγραφέα που δημοσιεύεται στο περιοδικό μας, να πω ότι στο Weird Literature αναμένουμε με μεγάλη προσμονή κείμενα και άλλων γυναικών που τους αρέσει η συγγραφή!
Τζον Μπάρλοου

Η δεσποινίς Ανν Ομπέρ ήταν δυστυχισμένη και για αυτό είχε τυλιχτεί με το πιο φτωχικό πανωφόρι της και έκανε ποδήλατο μανιωδώς, σαν να έτρεχε να ξεφύγει από κάποιο άγριο ζώο. Η καταρρακτώδης βροχή έλουζε την ίδια, τα ρούχα, το δίτροχο και το δρόμο, γεμίζοντάς τον επικίνδυνες λασπώδεις λακκούβες, αλλά η Ανν δεν υπήρχε περίπτωση να σταματήσει ή να προχωρήσει πιο αργά, γιατί ήταν κυριευμένη από θλίψη και θυμό, και όσοι από το χωριό Σαιντ Φάδερ αρρώσταιναν από αυτά τα δύο, κατέληγαν αργά ή γρήγορα στο Άσυλο που είχε φτιάξει κάποτε ένας σατράπης γιατρός ονόματι Ουέλινγκτον και που πλέον ήταν ακατοίκητο και στοιχειωμένο. Οι κάτοικοι του χωριού ανέκαθεν δεν το ήθελαν, γιατί αφενός φοβούνταν τους ασθενείς του και αφετέρου ήταν γνωστό ότι όλοι όσοι εργάζονταν και περιθάλπονταν σε αυτό είχαν βρει φριχτό και αιματηρό θάνατο προ ετών, για αδιευκρίνιστους λόγους (σύμφωνα με τις Αρχές), αλλά κάποιοι, κυρίως όσοι κατακλύζονταν από ασίγαστο πάθος και ανίκητο θυμό, πήγαιναν σε αυτό, αναζητώντας όχι ένα καταφύγιο, αλλά μια διέξοδο από την κατάρα που είχε γίνει η ζωή τους. Όποιος πήγαινε στο Άσυλο δεν επέστρεφε ποτέ και αυτό η δεσποινίς Ομπέρ το ήξερε καλά, και για αυτό είχε αποφασίσει να πάει εκεί, γιατί δεν ήθελε πλέον να ζει.

Της είχαν πάρει τον αγαπημένο της Μάθιου Κόρμπελντ, ένα εύρωστο και χαμογελαστό αγόρι είκοσι δύο ετών. Είχαν ερωτευτεί τρία χρόνια πριν, όταν η Ανν ήταν μια όμορφη ξανθή νεαρά δεκαεπτά ετών, και έκαναν σχέδια για να φύγουν για το Λονδίνο, να παντρευτούν και να δημιουργήσουν το δικό τους σπιτικό. Καθότι δεν θα τελείωναν το σχολείο που βρισκόταν στην κοντινή πόλη του Έσσεξ, ο Μάθιου θα εργαζόταν σε κάποιο εργοστάσιο και η Ανν ίσως έραβε ρούχα πλουσίων κυριών, γιατί αυτό ήταν που ήξερε να κάνει καλά, πέραν από το να αγαπάει με όλη της την καρδιά τον Μάθιου. Θα αποκτούσαν παιδιά, δύο ή τρία ή και περισσότερα, και θα έκαναν μεγάλους περιπάτους στους σύγχρονους δρόμους του Λονδίνου και θα έκαναν φιλίες με ανθρώπους που θα τους αγαπούσαν και δεν θα κοιτούσαν πώς να τους καταστρέψουν, όπως έκαναν τελικά οι γονείς τους, οι οποίοι δεν ήθελαν να πραγματοποιηθεί αυτός ο γάμος, λόγω κάποιας παλιάς έχθρας μεταξύ των Ομπέρ και των Κόρμπελντ. Στο Λονδίνο θα ήταν ευτυχισμένοι, και το ήξεραν καλά ή απλά το εύχονταν, όμως τους ήταν αρκετή αυτή η σκέψη, αυτό το μέλλον, αυτό το όνειρο.

Αλλά η μοίρα συμμάχησε με τους γονείς τους, οι οποίοι φέρονταν ανέκαθεν με αγριότητα προς τους δύο νέους, και γενικά προς όλα τους τα παιδιά. Τα μάλωναν συχνά και δεν τα άφηναν στην ησυχία τους, πολλές φορές ούτε καν όταν έπεφταν για ύπνο, οπότε και ο πατέρας ή και η μητέρα έρχονταν στο δωμάτιο με ένα φανάρι ανά χείρας, φωνάζοντας και διατάζοντάς τα να σηκωθούν και να κάνουν για άλλη μια φορά την προσευχή τους, όσο θα τα τράνταζαν από τους ώμους και θα τα χτυπούσαν στην πλάτη με κάποιο λοστό ή τη Βίβλο. Και το πρωί, προτού καν βγει ο ήλιος, τα παιδιά, που δεν κοιμούνταν ούτε δύο συνεχόμενες ώρες, ακολουθούσαν τους γονείς τους στις δουλειές και δεν πήγαιναν σχολείο, παρά σποραδικά, απλά για να φαίνονταν ότι πηγαίνουν και έτσι να μην τους «ενοχλούν» νεαροί δάσκαλοι που ανησυχούσαν για τα παιδιά. Η Ανν και ο Μάθιου, όπως και τα αδέρφια τους, υπέφεραν και ενίοτε διαμαρτύρονταν, αλλά από ένα σημείο και μετά, από όταν οι πόνοι είχαν αρχίσει να γίνονται αβάσταχτοι, έπαψαν να προσπαθούν να συνετίσουν τους γονείς τους και ξεκίνησαν να σκέφτονται πώς θα το σκάσουν, πώς θα καταφέρουν να ξεφύγουν από το Σαιντ Φάδερ δίχως να γίνουν αντιληπτοί. Ήταν δύσκολη αποστολή, καθότι πάντα κάποιος χωρικός βρισκόταν έξω και θα τους έβλεπε και θα τους πρόδιδε, γιατί ειδικά οι πιο μεγάλοι είχαν μεγαλώσει με τις ίδιες αρχές και είχαν συγκεκριμένες απόψεις για το ποια πρέπει να είναι η ζωή ενός ανθρώπου του χωριού, σαθρές, κλειστοφοβικές απόψεις που τις υπερασπίζονταν σθεναρά και που κανείς δεν θα τους τις άλλαζε, μα που αντίθετα θα τους έκανε να ενωθούν σαν μια γροθιά προς τον εξωτερικό εχθρό.

Τα περισσότερα παιδιά έμεναν στο Σαιντ Φάδερ και σταδιακά δέχονταν να ζήσουν όπως τους όριζαν οι γονείς τους. Αλλά υπήρχαν κι αυτά που έκαναν την επανάστασή τους, που ύψωναν τη δική τους φωνή, που έχυναν δάκρυα και που στέκονταν απέναντι στους άλλους. Κάποιοι νέοι είχαν δοκιμάσει να φύγουν, κάποιοι είχαν φτάσει αρκετά μακριά από το χωριό, μα είτε τους έσυραν πίσω και τους ξυλοφόρτωναν σε όλη τη διαδρομή, είτε δεν επέστρεψαν ποτέ, και κανείς δεν ήταν εντελώς σίγουρος τι είχαν απογίνει: ζούσαν (και δεν έστελναν γράμματα στους δικούς τους) ή είχαν πεθάνει; Μόνο φήμες υπήρχαν, και αυτές πάντα, πάντα, επικεντρώνονταν στο στοιχειωμένο Άσυλο του Ουέλινγκτον. Οι φήμες αυτές διαδίδονταν συχνά από τους ίδιους τους γονείς που είχαν κυνηγήσει τα παιδιά τους και που είχαν γυρίσει χωρίς αυτά. Έλεγαν ότι τα είχαν πιάσει και πως τα είχαν πάει στο Άσυλο. Είχαν ανοίξει τη βαριά σκουριασμένη πύλη του κήπου, είχαν διασχίσει όλο το ρημαγμένο κήπο με τα αγκαθωτά φυτά και πανύψηλα γέρικα δέντρα, είχαν βρει το κλειδί που υπήρχε κρεμασμένο σε μια πρόκα πλάι στην κεντρική είσοδο, είχαν ξεκλειδώσει και, δίχως να χάσουν χρόνο (κυρίως γιατί ενδόμυχα φοβούνταν τι ζούσε εκεί μέσα), πέταξαν τα παιδιά τους, κλείδωσαν την πόρτα όπως όφειλαν, άφησαν το κλειδί στο ίδιο σημείο που το είχαν βρει και έφυγαν, και δεν κοίταξαν πίσω τους. Κάποιοι, δε, είχαν αφήσει να εννοηθεί ότι πρώτα είχαν σκοτώσει τα παιδιά τους και έπειτα πέταξαν τα κουφάρια τους στο Άσυλο. Το χειρότερο, όμως, δεν ήταν καν αυτό, το ότι είχαν καταδικάσει τα ίδια τους τα παιδιά, αλλά το γεγονός ότι μιλούσαν με υπερηφάνεια για το υποτιθέμενο κατόρθωμά τους. Θεωρούσαν ότι είχαν πράξει σωστά, ότι είχαν εκπληρώσει την θέληση του Θεού, μη επιτρέποντας στα παιδιά τους να ζήσουν όχι απλά όπως ποθούσαν, αλλά να ζήσουν γενικά, να συνεχίσουν να υπάρχουν. Και οι υπόλοιποι που τους άκουγαν, ακόμα και ο πάστορας του χωριού, δεν έκαναν τίποτα άλλο, από το να κατανεύουν συμφωνώντας και να χειροκροτούν και να μιλάνε παρηγορητικά, μα πάντα τονίζοντας πόσο δίκιο είχαν οι συγχωριανοί τους και συγχαίροντάς τους που είχαν τη φρόνηση να κλειδώσουν πριν εγκαταλείψουν το ατιμασμένο κτίριο.

Η αγάπη της δεσποινίδος Ομπέρ και του νεαρού Κόρμπελντ ήταν καταδικασμένη από τα γεννοφάσκια της, και όλοι το ήξεραν αυτό, εξ ου και δεν απόρησαν καθόλου όταν ο Μάθιου εξαφανίστηκε μια μέρα, τη σημερινή. Κανείς εκτός της Ανν δεν τον αναζήτησε, γιατί ο πατέρας και η μητέρα του είπαν από μία φορά ότι ο γιος τους «έφυγε», το νέο διαδόθηκε σε όλο το Σαιντ Φάδερ πριν περάσουν δύο ώρες, οπότε όλοι συνέχισαν τη ρουτίνα τους αυτή την ανοιξιάτικη, συννεφιασμένη μέρα. Όλοι, εκτός από την Ανν, που, με το που άκουσε μια γειτόνισσα να λέει στην ίδια και την μητέρα της ό,τι είχε μάθει, αρνήθηκε να συμμετάσχει στις δουλειές και έτρεξε ως το σπίτι των Κόρμπελντ, κλαίγοντας και φωνάζοντας σε όλη τη διαδρομή το όνομα του αγαπημένου της. Άκουγε σκυλιά να γαβγίζουν και πρόβατα να βελάζουν, ενώ γάτες έσπευδαν να φύγουν από το δρόμο της. Βροντές συντάραξαν την πλάση, προετοιμάζοντας το έδαφος για τις δυνατές στάλες που αναπόφευκτα θα έπεφταν. Άντρες και γυναίκες που την έβλεπαν έφτυναν το χώμα που πατούσε και της φώναζαν, αποκαλώντας την πόρνη και χαμένη και καταδικασμένη. Αλλά η Ανν, γεμάτη αγωνία και αποτροπιασμό για την τύχη του αγαπημένου της, δεν τους έδινε σημασία, δεν την ένοιαζε ακόμα και αν έπαιρναν τα αγροτικά εργαλεία που είχαν και την έγδερναν ζωντανή. Εκείνη θα συνέχιζε την πορεία της, έστω και αν δε γινόταν αλλιώς, παρά να πάει στο σπίτι του σέρνοντας το κορμί της, λες και ήταν φίδι.

Εκεί είχε βρει τους γονείς του Μάθιου και κάποια από τα αδέρφια του. Στέκονταν στην αυλή και έπιναν τσάι. Ήταν λες και την περίμεναν. Οι γονείς είχαν μια άγρια χαρά, ενώ τα μικρά παιδιά είχαν σκυμμένο το κεφάλι και δε διανοούνταν να μιλήσουν ή να κουνηθούν από την θέση που τα είχαν αφήσει. Η Ανν ούρλιαξε το όνομα του Μάθιου και όρμησε προς το σπίτι. Την άφησαν να μπει και να πάει ως το δωμάτιο του Μάθιου, το οποίο η Ανν δεν είχε δει ποτέ. Καθώς εκείνη έψαχνε, απ’ έξω μίλησε η μητέρα. «Έφυγε όπως του άξιζε» είπε, αναστενάζοντας σαν να της είχε φύγει ένα βάρος από την ψυχή της. «Δεν θα τον ξαναδείς. Ποτέ. Και αν οι δικοί σου έχουν λίγο μυαλό, θα κάνουν το ίδιο και σε εσένα. Θα σε… διώξουν και εσένα, μια για πάντα. Το Σαιντ Φάδερ υπάρχει γιατί δεν ανέχεται τους κακοπροαίρετους, τους ανόητους, τους αιρετικούς, τους μοιχούς και όσους δεν συμμορφώνονται. Κυρίως όσους δεν συμμορφώνονται. Υπάρχουν αντιπαλότητες, ακόμα και έχθρες ανάμεσά μας, ναι, αλλά πρώτα και πάνω από όλα κοιτάμε το καλό της κοινότητάς μας. Δεν αφήνουμε να την εκπορνεύουν, ούτε ξένοι, μα ούτε και ντόπιοι. Ο Μάθιου…» εδώ η μητέρα του έκανε μια μικρή παύση, ενώ στη φωνή της ήταν διακριτή η πικρία. Όταν συνέχισε, είχε ξεπεράσει το δισταγμό της εντελώς. «Ο Μάθιου έφυγε, πήγε στο Άσυλο, εκεί που ανήκει, εκεί που ανήκεις και εσύ, γιατί δεν μας άκουσε, γιατί έπραξε εναντίον μας. Κανείς δεν πρέπει να το κάνει αυτό. Οι γονείς έχουν πάντα δίκιο και πρέπει να τους σεβόμαστε, όπως σεβόμαστε τον Ύψιστο. Έτσι μάθαμε και έτσι κάνουμε, και για αυτό το Σαιντ Φάδερ ευημερεί, όπως λέει και ο αγαπητός μας πάστορας».

Η Ανν έχασε κάθε ελπίδα όταν είδε τα αίματα στο δωμάτιο με τα περισσότερα κρεβάτια, αυτό το οποίο μοιραζόταν ο Μάθιου με τα αδέρφια του. Είχαν ξεραθεί στο πέτρινο πάτωμα, είχαν αποκτήσει μια καφετιά όψη κρούστας. Δίπλα τους υπήρχε και ένα σκισμένο λευκό πουκάμισο, που η Ανν θυμόταν ότι ανήκει στον Μάθιου. Στον αγαπημένο της Μάθιου, έναν από τους λίγους ανθρώπους που την αγαπούσαν πραγματικά και που κι εκείνη αγαπούσε. Της τον είχαν πάρει, για πάντα. Η Ανν γονάτισε, τα μαλλιά της λύθηκαν στους ώμους της και έπιασε το πουκάμισο και έκλαψε κι άλλο, ψιθυρίζοντας «Ω Μάθιου… Ω καλέ μου Μάθιου… Γιατί, γιατί να έχεις μια τόσο φριχτή μοίρα; Γιατί;»
Για λίγο, δεν υπήρχε κανείς άλλος στο δωμάτιο, πέραν της ιδίας.

«Δεν ανήκετε εδώ» ακούστηκε κάποια στιγμή η φωνή του πατέρα του Μάθιου, ο οποίος στεκόταν πίσω από την Ανν. Μιλούσε περισσότερο σαν να σκεφτόταν φωναχτά, παρά σαν να απευθυνόταν σε άλλον άνθρωπο. «Φύγε από το Σαιντ Φάδερ. Όπως έφυγε εκείνος, φύγε κι εσύ. Ή φύγε μοναχή σου, χωρίς να σε συνοδέψουν οι γονείς σου. Πήγαινε μόνη σου ως το Άσυλο. Δεν ανήκεις εδώ, στα άγια αυτά χώματα. Πήγαινε στο Καθαρτήριο, πήγαινε στην Κόλαση, πήγαινε στο καταραμένο το Άσυλο, για να δικαστείς και να καταδικαστείς όπως σου πρέπει. Και μην ανησυχείς, είναι εύκολη διαδρομή. Δεν θα χαθείς. Άλλωστε, αυτό έχει ήδη συμβεί».

Η Ανν πράγματι έφυγε. Η διαδρομή ως το σπίτι της ήταν πολύ πιο χρονοβόρα, καθώς περπατούσε με αργά βήματα και βρεχόταν από τα δάκρυα του Θεού που έπεφταν στην Γη. Ελάχιστοι άνθρωποι την είδαν. Ακόμα λιγότερα ζώα ακούγονταν πια. Ήταν σχεδόν μόνη, με κατεβασμένους ώμους, παγωμένη από το κρύο και την υγρασία που κατέτρωγε τα ρούχα της. Όταν έφτασε, δεν μπήκε στο σπίτι, παρά πήγε στην αποθήκη που είχαν και πήρε το ποδήλατο που είχε αγοράσει κάποτε ο πατέρας της στο Έσσεξ, το μοναδικό δώρο που είχε πάρει κάποιος στην οικογένειά της –κι αυτό, ακόμα, προοριζόταν για τον ίδιο τον πατέρα και όχι για τα παιδιά, άσχετα που τα έμαθε και εκείνα να το χρησιμοποιούν, κυρίως για να τους το δίνει σαν επιβράβευση για όποια θελήματα τους ζητούσε.

Η Ανν ξεκίνησε να κάνει πεντάλ και δεν κοίταξε πίσω της. Κάποια στιγμή, της φάνηκε πως άκουσε τη φωνή της μάνας της να την καλεί ή να τη διώχνει, δεν ήταν σίγουρη, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν είχε σκοπό να σταθεί ή να γυρίσει, για να μάθει τι την ήθελε. Έφυγε και, όσο απομακρυνόταν, τόσο αύξανε το ρυθμό της. Πολλές φορές, κόντεψε να πέσει, καθώς ο μπροστινός τροχός έπεφτε σε λακκούβες, όμως η Ανν δεν έχανε την ισορροπία της τελικά. Στο μυαλό της υπήρχε το Άσυλο και στην ψυχή της υπήρχε ο Μάθιου, και ο συνδυασμός των δύο την καθοδηγούσε ως το δεδομένο τέλος της.

Ήταν εύκολη διαδρομή, είχε δίκιο ο πατέρας του Μάθιου. Μια ευθεία οδός ήταν, περιτριγυρισμένη από ψηλά δέντρα, που σχημάτιζαν τις δύο όχθες ενός δασώδους ποταμού, τον οποίο διέσχιζε η Ανν με τη δίτροχη σχεδία της. Η βροχή συνέχιζε να πέφτει ακάθεκτη και το κρύο προκαλούσε σπασμούς στην κοπέλα, ενώ από τις κρυψώνες των φυτών γύρω της ακούγονταν ουρλιαχτά λύκων, μα εκείνη κρατούσε σταθερή πορεία, κοιτούσε μπροστά και απομάκρυνε τα μαλλιά της που συχνά έκρυβαν τα μάτια της. Πλέον, έβηχε και κάποιες φορές φταρνίστηκε. Ήξερε πως όδευε να αρπάξει ένα γερό κρυολόγημα, ίσως και πνευμονία. Ίσως σε αυτό οφειλόταν και η αηδιαστική γεύση που είχε πλημμυρίσει το στόμα της. Μια διαβολική σκέψη παραίτησης πέρασε από το μυαλό της: να γυρίσει στο Σαιντ Φάδερ πριν να είναι αργά, να πάει στο σπίτι της, να βγάλει τα βρεγμένα ρούχα και να φορέσει ένα νυχτικό και να καλυφτεί κάτω από τις κουβέρτες της. Μπορεί, σίγουρα, θα την ξυλοφόρτωνε ο πατέρας της, ίσως και η μητέρα της, αλλά εντέλει θα βρισκόταν ξανά στην ζεστασιά του σπιτιού της, όπου θα μπορούσε να αντιμετωπίσει καλύτερα την αρρώστια που την αγκάλιαζε εδώ και ώρα.

Αλλά η Ανν δεν έκανε τίποτα τέτοιο. Δεν υπήρχε επιστροφή, δεν υπήρχε παραίτηση. Δεν υπήρχε πια το Σαιντ Φάδερ, δεν ήθελε να το ξέρει, γιατί ο Μάθιου δεν ήταν πια εκεί. Είχε ταξιδέψει για κάπου αλλού. Είχε ταφεί στο Άσυλο. Σε αυτό το καταραμένο μέρος, λοιπόν, ανήκε και η Ανν. Αν ο αγαπημένος της είχε φύγει από ένα μέρος για ένα άλλο, το ίδιο θα έκανε και η ίδια. Άλλωστε, αυτό ήθελαν πάντα, αυτό σχεδίαζαν να κάνουν, να φύγουν από το Σαιντ Φάδερ, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, τη δική τους τύχη, που δεν θα οριζόταν από κανέναν άλλο, παρά μονάχα από τους ίδιους.

Υπήρξαν φορές που η Ανν άκουσε ή είχε την ιδέα ότι άκουσε φωνές πίσω της και οπλές αλόγων. Σκέφτηκε πως μπορεί τελικά οι γονείς της να την είχαν ακολουθήσει, περισσότερο για να βεβαιωθούν ότι θα πάει στο Άσυλο, παρά για να τη σταματήσουν. Μέσα της, όσο κι αν τους μισούσε, πίστευε ότι δεν θα τη σκότωναν, ότι δεν θα ξέπεφταν τόσο πολύ. Τους ήξερε χρόνια τώρα και κάπου βαθιά στην καρδιά της είχε την ελπίδα πως δεν θα έφταναν στα άκρα, ότι δεν θα ξερίζωναν δια παντός το καλό που εμφυσούσε ο Θεός σε όλους τους ανθρώπους και που σίγουρα θα είχε δώσει και στους γονείς της. Η Ανν είχε την παρόρμηση μια από αυτές τις φορές να γυρίσει το κεφάλι και να κοιτάξει, αλλά την απέρριψε αμέσως. Δεν θα έκανε πισωγυρίσματα. Είχε προχωρήσει πάρα πολύ και ήταν πάρα πολύ πικραμένη και ερωτευμένη, για να στραφεί προς το μέρος απ’ όπου το είχε σκάσει και να δει ανθρώπους που θα της υπενθύμιζαν ότι δεν θα μπορούσε ποτέ σε αυτή την ζωή να είναι με τον αγαπημένο της. Οπότε, είτε την ακολουθούσαν, είτε όχι, εκείνη θα τους είχε γυρισμένη την πλάτη και θα αγνοούσε κάθε πιθανό κάλεσμά τους.

Λίγο πριν νυχτώσει, η Ανν έφτασε στο Άσυλο του σκληρόκαρδου Ουέλινγκτον και σταμάτησε να κάνει πεντάλ έξω από τον κήπο του. Το διώροφο κτίριο είχε φτιαχτεί σε μια μεγάλη έκταση πλάι στο δρόμο, έτσι ώστε να μην εμποδίζει την κυκλοφορία από το Έσσεξ ως το Σαιντ Φάδερ και τούμπαλιν. Παραμέρισε τα μαλλιά της, πήρε βαθιές ανάσες και παρατήρησε το κτίριο. Είδε τους μαυρισμένους τοίχους του, τους σχεδόν στρατιωτικούς πυργίσκους του, τα μεγάλα παράθυρά του με τα κάγκελα και την γκρίζα σκεπή. Είδε την τεράστια πύλη και τα σίδερα που αποτελούσαν τα τείχη του. Είδε τα μεγάλα δέντρα και τα αγκαθωτά φυτά που είχαν αναπτυχθεί σε όλο τον κήπο πλην του μονοπατιού από την εξωτερική πύλη ως την είσοδο του κτιρίου, και που κάποιες περικοκλάδες είχαν αγκαλιάσει προστατευτικά το κτίριο. Είδε την κεντρική είσοδο με την μισοβγαλμένη δίφυλλη πόρτα. Το μέρος έδινε την αίσθηση ότι είχε φτιαχτεί για να θυμίζει φυλακή και σπίτι ταυτόχρονα. Περίμενε να δει σκιές ανθρώπων να κυκλοφορούν στον κήπο ή να την κοιτούν από τα δωμάτια, αλλά το μέρος έμοιαζε εγκαταλελειμμένο. Η Ανν άπλωσε το χέρι και άγγιξε το κρύο και υγρό σίδερο της πύλης. Ουσιαστικά, δε διέφερε σε τίποτα από λοστούς ή από φτυάρια που είχε πιάσει, πέραν από τη σκουριά που είχε σαπίσει εκεί. Στο μυαλό της είχε φανταστεί πως κάθε τι που αποτελούσε το Άσυλο θα επηρέαζε αμέσως όποιον τολμούσε να το αγγίξει, αλλά η ίδια δεν ένιωσε κάτι όσο κρατούσε το κομμάτι αυτό της μεγάλης πύλης. Τότε θυμήθηκε όσα είχαν πει οι γονείς που καταδίκασαν τα παιδιά τους και τα έκλεισαν εδώ μέσα. Είχαν περάσει τα τείχη του Ασύλου και είχαν φτάσει μέχρι και να ανοίξουν την είσοδό του, και είχαν βγει ζωντανοί και αλώβητοι. Άρα, μόνο όσοι περνούσαν στο εσωτερικό του κτιρίου επηρεάζονταν πραγματικά.

Η Ανν έκλεισε τα μάτια της, για μια στιγμή, νιώθοντας ακόμα να θέλει να κάνει εμετό από την αηδιαστική γεύση που είχε ποτίσει το στόμα της. Όταν ηρέμησε κάπως, άνοιξε και πάλι τα μάτια της. Αν ήθελε να βρει ξανά τον αγαπημένο της, έπρεπε να προχωρήσει, έπρεπε να μπει στο Άσυλο που κάποτε είχε φιλοξενήσει δυστυχισμένους από την τρέλα ανθρώπους και τους γιατρούς τους, προτού τους σκοτώσει. Κατέβηκε από το ποδήλατο και το στήριξε πάνω στα κάγκελα του τείχους. Έπειτα, έσπρωξε την πύλη, μέχρι που την άνοιξε αρκετά, για να μπορέσει να περάσει. Την έκλεισε και ατένισε για λίγο το δρόμο. Κανείς δεν πέρασε. Κανείς δεν την είχε ακολουθήσει τελικά. Αν έλεγε ότι είχε απογοητευτεί που δεν είδε έστω τους γονείς της, θα έλεγε ψέματα.

Αφού δεν άλλαζε κάτι, η Ανν στράφηκε προς το κτίριο και περπάτησε ως την κεντρική του είσοδο. Η διαδρομή ήταν τρομαχτική, καθώς τα πράσινα και μαύρα αγκαθωτά φυτά που ορθώνονταν δεξιά και αριστερά του μονοπατιού έμοιαζαν πιο ζωντανά απ’ όσο θα ήθελε, και είχε τη σκέψη ότι μπορεί να έπεφταν πάνω της και να την τρυπούσαν σε όλο της το σώμα, αποτρέποντάς την από το να μπει στο κτίριο, γιατί θα την ήθελαν δική τους. Έφταιγε και ο αέρας, σίγουρα, που κουνούσε τα κλαδιά τους. Η Ανν περπάτησε πιο γρήγορα, προσπαθώντας να τα αγνοήσει. Αλλά οι φόβοι της αποδείχτηκαν εσφαλμένοι, αφού τα φυτά παρέμειναν καθηλωμένα.

Βρήκε το κλειδί στην πρόκα που υπήρχε στα αριστερά της εισόδου. Παρατηρώντας τη δίφυλλη πόρτα, αναλογίστηκε ότι ίσως δε χρειαζόταν κλειδί για να ανοίξει, γιατί φαινόταν διαλυμένη και θα την άνοιγε με μια σπρωξιά. Ωστόσο, αποφάσισε να μην το ρισκάρει, οπότε ξεκρέμασε το κλειδί και άνοιξε με θόρυβο την είσοδο του Ασύλου. Μια σκοτεινή ρωγμή που μύριζε καμένη σάρκα και περιττώματα εμφανίστηκε μπροστά της και η Ανν φοβήθηκε αληθινά ότι θα αδειάσει από το στομάχι της ό,τι είχε φάει. Ένιωσε η καρδιά της να χάνει το ρυθμό της και αμφιβολίες άρχισαν να την κατακλύζουν, καθώς αναρωτιόταν τι μπορεί να υπήρχε, τι μπορεί να ζούσε εκεί μέσα. Οι φήμες για το τι είχε συμβεί στους ασθενείς και το προσωπικό, ήρθαν ξανά στην επιφάνεια της μνήμης της. Ένας έμπορος που προμήθευε υλικά για φαγητό είχε πει ότι τη μια μέρα ήταν όλα καλά (όσο καλά μπορούσαν να είναι τα πράγματα σε ένα τέτοιο μέρος, δηλαδή) και το επόμενο πρωί έβγαιναν καπνοί και δεν κυκλοφορούσε κανείς στον κήπο. Ο άνθρωπος αποφάσισε να το ψάξει, να μπει και να αναζητήσει κάποιον, μόνο και μόνο για να βρει ένα σφαγείο γεμάτο ακίνητα πτώματα, ολόκληρα ή με κομμένα άκρα και σωθικά που είχαν ξεβραστεί στο πάτωμα. Ο έμπορος έφυγε κακήν κακώς, αλλά ενημέρωσε την αστυνομία του Έσσεξ, που έσπευσε στο Άσυλο.

Μέσα σε μια νύχτα είχαν όλοι πεθάνει και ό,τι έρευνες κι αν έγιναν, αποδείχτηκαν άκαρπες. Το χωριό, όπως και άλλα γειτονικά μέρη, είχε βουίξει από διαδόσεις για όσα έκαναν οι γιατροί στους ασθενείς, απάνθρωπα πράγματα ως επί το πλείστον, αλλά τίποτα δεν είχε επιβεβαιωθεί. Ο δημιουργός και διευθυντής του Ασύλου είχε πολύ κακή φήμη και κανείς δε φαινόταν να τον ξέρει ή να τον έχει δει από τότε που έφτιαξε αυτό το μέρος, αλλά ό,τι κι αν έκανε ο δόκτωρ Ουέλινγκτον και οι συνάδελφοί του στους ανθρώπους που κούραραν, ήταν άγνωστο για τον κόσμο. Κάποιοι έλεγαν ότι οι γιατροί ήταν χειρότεροι από τους ασθενείς.

Παρότι ήταν ακατόρθωτο με τέτοιο πυκνό σκοτάδι, η Ανν, υποκύπτοντας στην περιέργειά της, προσπάθησε να δει το εσωτερικό, περιμένοντας να αντικρίσει σκελετούς και κατεστραμμένα ρούχα. Ήξερε, βέβαια, ότι τα πτώματα είχαν απομακρυνθεί από τις Αρχές, αλλά ποιος θα μπορούσε να πει με σιγουριά τι συμβαίνει σε μέρη σαν κι αυτό; Πάνω απ’ όλα, όμως, περίμενε να δει τον νεκρό αγαπημένο της, τον Μάθιου, να κείτεται στο βρομερό πάτωμα, άδειος από ζωή. Αλλά δεν τα κατάφερε. Το εξωτερικό φως δε διαπερνούσε το σκοτάδι του εσωτερικού του Ασύλου. Ο μόνος τρόπος για να δει τι έκρυβε το Άσυλο ήταν να μπει η ίδια σε αυτό και να το ανακαλύψει με τα ίδια της τα μάτια, χωρίς να παρασύρεται από τον έξω κόσμο.

Μια τελευταία λογική παρόρμηση να το σκάσει ήρθε και δεν άγγιξε την ψυχή της, κι έτσι η Ανν πέρασε το κατώφλι του Ασύλου και έκλεισε πίσω της την πόρτα, κλειδώνοντάς την από μέσα. Θεού θέλοντος, ίσως έτσι να έσωζε όποιον προσπαθούσε να μπει ή να πετάξει άλλον άνθρωπο εδώ μέσα.

Η Ανν έγινε ένα με το σκοτάδι και απλώνοντας τα χέρια της, χτυπώντας σε κάποιο κομοδίνο, μπόρεσε να αγγίξει ένα λερωμένο από ιστούς και σκόνη κηροπήγιο, τα κεριά του οποίου ορθώνονταν το καθένα σε μια θέση. Τριξίματα ακούστηκαν κάπου κοντά της, σαν κάποιος να προσπαθούσε να λυγίσει κάποιο ξύλο. Η Ανν ψαχούλεψε στο κομοδίνο, μορφάζοντας από τις βρομιές που άγγιζε, και σύντομα έπιασε ένα κουτί με σπίρτα. Άναψε ένα και μοίρασε τη φλόγα του στα κεριά, πριν το σβήσει. Έκλεισε ξανά τα μάτια της, προτού το σκοτάδι υποχωρήσει. Κρύωνε ακόμα, οπότε έφερε το κηροπήγιο πιο κοντά της, αγαλλιάζοντας από την ζεστασιά που ανέδιδε η φωτιά. Ανατρίχιασε, αφού, μετά από τόση βροχή και αέρα που είχαν ταράξει το σώμα της, ήταν σαν να δεχόταν τα χάδια ενός αγγέλου. Έμεινε να ευχαριστηθεί λίγο ακόμα την ζεστασιά, πριν ανοίξει πάλι τα μάτια και αποφασίσει να προχωρήσει.

Διέσχισε το ισόγειο, το οποίο είχε ένα μεγάλο τραπέζι στο κέντρο του και έναν τεράστιο πολυέλαιο να κρέμεται επικίνδυνα από το ταβάνι. Στους τοίχους υπήρχαν πίνακες ζωγραφικής, που όμως είχαν καταστραφεί. Κρεμάστρες είχαν καρφωθεί στους τοίχους με καμένα υπολείμματα από ρούχα να τους στολίζουν. Το δάπεδο κάποτε είχε καλυφτεί με χαλί, αλλά τώρα μόνο οι λερωμένες και φθαρμένες πέτρες είχαν μείνει. Η Ανν είδε δύο πόρτες και μια μεγάλη σκάλα που οδηγούσε στον πρώτο όροφο. Σκέφτηκε ότι οι γονείς του Μάθιου θα τον είχαν πετάξει στο ισόγειο, ζωντανό ή νεκρό, χωρίς να μπουν μέσα. Αν ήταν νεκρός, θα έπρεπε να τον είχε βρει με το που άνοιξε την πόρτα. Αν ήταν ζωντανός ακόμα, τότε ίσως μπόρεσε να περπατήσει στο ισόγειο. Προς τα πού θα πήγαινε, όμως, εφόσον κανείς από το Σαιντ Φάδερ δεν ήξερε τι υπήρχε εδώ μέσα;

Η Ανν άκουσε πάλι τα τριξίματα. Πριν, λόγω του απόλυτου σκοταδιού, δεν ήταν σίγουρη από πού τα είχε ακούσει, αλλά τώρα ήξερε ότι ο θόρυβος ακουγόταν από τον επάνω όροφο. Ο μόνος ζωντανός που θα μπορούσε να είναι σε τούτο το κτίριο, εκτός από την ίδια, ήταν ο Μάθιου. Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι; Απ’ όσο ήξερε η Ανν, μόνο από το Σαιντ Φάδερ έφερναν ανθρώπους στο Άσυλο για να εξαφανιστούν. Ο Μάθιου ήταν ο τελευταίος καταδικασθέντας που τον παράτησαν σε τούτο το μέρος.

«Μάθιου;» είπε η Ανν, που άρχισε να περπατάει και να ανεβαίνει τη στριφογυριστή σκάλα. Τα τακούνια της χτυπούσαν τα σκαλοπάτια και έσπαγαν τη σιωπή, ανακοινώνοντας την παρουσία της, που ολοένα και πλησίαζε. Είχε προτεταμένο το κηροπήγιο, το οποίο κρατούσε στο ύψος του στήθους της, έτσι ώστε να μπορεί να βλέπει και ψηλά, αλλά και πού πατούσε. «Μάθιου;» είπε ξανά. «Αγάπη μου; Εγώ είμαι, η Ανν. Είσαι εδώ;» Δεν ήξερε αν περίμενε όντως να πάρει κάποια απάντηση, αλλά συνέχισε να ακούει σποραδικά τα τριξίματα, η απόσταση προς τα οποία μίκρυνε με κάθε της βήμα. «Αν είσαι εσύ, Μάθιου, έρχομαι. Είμαι εδώ για εσένα». Όπως και πριν, η Ανν δεν έλαβε κάποια απάντηση, αλλά δεν έπαψε να ελπίζει.

Έφτασε στον πρώτο όροφο. Ένας διάδρομος γεμάτος σπασμένα γυαλιά και ρούχα και σκόνη απλωνόταν εμπρός της, που περιείχε πολλές πόρτες, κάποιες ανοιχτές και κάποιες κλειστές, αλλά όλες σχεδόν μισοβγαλμένες και κάποιες καμένες ολοσχερώς. Μια άλλη σκάλα οδηγούσε στον επόμενο όροφο. Η Ανν έκανε μερικά βήματα προς το κέντρο του διαδρόμου και αφουγκράστηκε. Τώρα, εκτός από τριξίματα, άκουγε και φωνές, ανθρώπους να μιλάνε, αλλά δεν καταλάβαινε τι έλεγαν. «Μάθιου; Μάθιου, εσύ είσαι;» ρώτησε. «Μάθιου, είμαι η Ανν. Αγάπη μου, αν είσαι εσύ, έλα κοντά μου, σε παρακαλώ». Σήκωσε το ελεύθερο χέρι της και σκούπισε το μέτωπό της από τον ιδρώτα. Το δέρμα της έκαιγε από τον πυρετό, αλλά εκείνη δεν ένιωθε ούτε εξάντληση, ούτε πόνο.

Τότε η Ανν τρόμαξε και έβγαλε ένα ουρλιαχτό. Μια γυναίκα με βρόμικο νυχτικό και καμπούρα στεκόταν δίπλα της. Είχε άσπρα μαλλιά και το πρόσωπό της ήταν γεμάτο ρυτίδες. Φαινόταν άκακη, αλλά στο μισοσκόταδο η ξαφνική παρουσία της είχαν προκαλέσει φόβο στην Ανν. Η γυναίκα κάτι είπε, αλλά η Ανν δεν το κατάλαβε.
«Με… με συγχωρείτε… είναι…» η Ανν προσπαθούσε να βρει τις σωστές λέξεις για να πει στην γυναίκα τι ήθελε. Αλλά έμοιαζε δύσκολο, σαν να ξεχνούσε όσα είχε μάθει. «Είναι… εδώ… ο… Μάθιου; Ήρθε, τον έφεραν, δηλαδή… π-πρόσφατα…»

Η γυναίκα σήκωσε ένα αδύνατο χέρι και έδειξε προς τον επάνω όροφο. Η Ανν την ευχαρίστησε και διέσχισε την σκάλα προς τον δεύτερο όροφο. Γύρισε μια φορά για να δει την ηλικιωμένη να την παρατηρεί γαλήνια, πριν την καταπιεί το σκοτάδι.

Η διαδρομή φάνηκε να είναι ατελείωτη, κάτι που παραξένεψε την Ανν. Όταν πάτησε στο τελευταίο σκαλί, η Ανν είδε άλλους ανθρώπους να κυκλοφορούν και να συνομιλούν μεταξύ τους ή μόνοι τους. Είδε ηλικιωμένους και πιο νέους, είδε ασθενείς και γιατρούς και νοσηλευτές. Διέσχιζαν το διάδρομο ή μπαινόβγαιναν από τις περισσότερες πόρτες του. Αλλά όχι από όλες τις πόρτες. Μία συγκεκριμένη δεν την πλησίαζαν, παρότι ήταν ορθάνοιχτη. Η Ανν έκανε να σκουπίσει ξανά το μέτωπό της, αλλά διαπίστωσε ότι ήταν δροσερό και δεν υπήρχαν στάλες ιδρώτα. Της φάνηκε αλλόκοτο, όμως εκείνη τη στιγμή άκουσε τη φωνή του αγαπημένου της να την καλεί. «Ανν, έλα κοντά μου» της είπε από το δωμάτιο με την ανοιχτή πόρτα που δεν πλησίαζε κανείς. «Έλα, Ανν. Έλα, για να είμαστε μαζί».

Η Ανν χαμογέλασε και έσπευσε να περάσει ανάμεσα από τους άλλους και να βρεθεί στο κατώφλι της πόρτας. Δεν ήταν δωμάτιο, όπως διαπίστωσε, αλλά γραφείο. Είδε το αναποδογυρισμένο έπιπλο, χαρτιά, μολύβια, πένες, μια κουρτίνα που κάποτε μπορεί να ήταν ακριβή. Είδε, όμως, και τον Μάθιου να στέκεται και να την κοιτάζει, ενώ δίπλα του ήταν ένας άλλος άνδρας που φορούσε ένα μαύρο ένδυμα, το οποίο ίσως να ήταν μανδύας, αλλά στα μάτια της Ανν έμοιαζε περισσότερο με κάποια διαστρεβλωμένη εκδοχή της ποδιάς που ήξερε ότι φοράνε οι γιατροί. Αναρωτήθηκε γιατί ο γιατρός να φοράει ένα τέτοιο ένδυμα, που σίγουρα θα αναστάτωνε τους ασθενείς του.

«Έλα, Ανν» είπε ξανά ο Μάθιου. Άνοιξε τα χέρια του, προσκαλώντας την να πέσει στην αγκαλιά του. Της χαμογέλασε όπως συνήθιζε όταν ξέκλεβαν χρόνο για να βρεθούν κρυφά και να είναι μαζί. «Έλα να ζήσουμε για πάντα».

Η Ανν έκανε να πλησιάσει, αλλά τότε πρόσεξε την ουλή στον λαιμό του Μάθιου, μια γραμμή που τον διέσχιζε και τον χώριζε στη μέση. Ξεραμένα αίματα υπήρχαν στο σακάκι και στο πουκάμισο του νεαρού, ενώ η Ανν διέκρινε και σκισίματα στο στήθος του.
«Καλέ μου» είπε με την γλυκιά φωνή της. «Τι σου έκαναν;»
«Τον απελευθέρωσαν, δεσποινίς Ομπέρ» είπε ο γιατρός με τη μαύρη ποδιά. «Χωρίς να το ξέρουν, του προσέφεραν την λύτρωση που ποθούσε. Κι αν επιλέξετε να μας συντροφεύσετε, τότε θα ολοκληρωθεί η λύτρωση και των δυο σας». Πλησίασε την Ανν και της έδωσε το χέρι του. «Είμαι ο δόκτωρ Ουέλινγκτον. Χαίρομαι που σας γνωρίζω».

Η Ανν δίστασε. Κοίταξε τον άντρα απέναντί της. Ήταν γύρω στα σαράντα, παχουλός και με λίγα μαύρα μαλλιά, ενώ η μύτη του είχε ένα εξόγκωμα. Το χαμόγελό του δεν ήταν ευχάριστο, όμως.
«Ω, κατάλαβα» είπε ο Ουέλινγκτον και μάζεψε το χέρι του. «Οι φήμες. Φυσικά, φυσικά, τι άλλο;» Κατένευσε. «Ο κακός δόκτωρ, οι βάναυσες θεραπείες, τα μαρτύρια και οι κραυγές των ασθενών… Οι ανεξήγητοι θάνατοι. Όλα αυτά σαφώς θα σας έχουν επηρεάσει. Είναι κατανοητό».
«Είναι ψέματα;»
«Όχι. Πράγματι, είμαι τόσο σκληρόκαρδος όσο έχετε ακούσει και όντως εφαρμόζαμε όλες αυτές τις… τις θεραπείες. Αλλά πρέπει να καταλάβετε κάτι, δεσποινίς Ουέλινγκτον: οι ασθενείς που έρχονταν εδώ, δεν έπρεπε να φύγουν, αλλά σταδιακά να εξαφανιστούν από προσώπου γης. Αυτή ήταν η οδηγία των πελατών μας, που δεν ήθελαν να έχουν καμία σχέση με τους ανθρώπους που μας έφερναν. Το πώς θα το καταφέρναμε αυτό…». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Αφορούσε εμάς, επαφιόταν στη δική μας κρίση. Οπότε, και για να μην κινήσουμε υποψίες, φροντίζαμε να μείνουν όλοι εδώ και σιγά-σιγά να πεθαίνουν».
«Τι; Τι… μα τι λέτε; Βασανίζατε αυτούς τους ανθρώπους;»
«Είμαι σίγουρος ότι αυτή είναι η απλουστευμένη ερμηνεία που καλύπτει το μυαλουδάκι σας. Αλλά η αλήθεια είναι πιο περίπλοκη, πιο ουσιώδης. Οι ασθενείς μας ήταν καταδικασμένοι. Όχι απαραίτητα από κάποιο δικαστήριο, αλλά από την κοινωνία και τους συγγενείς τους. Κανείς δεν τους ήθελε. Οπότε είτε εδώ μέσα, είτε εκεί έξω, αργά ή γρήγορα, βασανιστικά ή άμεσα, θα πέθαιναν. Σωματικά και ψυχικά. Θα τους λιθοβολούσαν, θα τους πυροβολούσαν, θα τους μαχαίρωναν». Ο Ουέλινγκτον έδειξε τον Μάθιου. «Όπως συνέβη και στην περίπτωση του αγαπημένου σας».
«Μα ο Μάθιου δεν ήταν τρελός!» φώναξε η Ανν. «Τι είναι αυτά που λέτε;»
«Ήμουν απόκληρος, Ανν» απάντησε ο Μάθιου και πλησίασε. «Όπως είσαι κι εσύ».
«Μα εμείς θα μπορούσαμε…»
Ο Ουέλινγκτον τη διέκοψε, λέγοντάς της «Όπως ήσουν κι εσύ, εννοούσε ο καλός μας Μάθιου».

Η Ανν έμεινε να κοιτάζει μια τον ένα και μια τον άλλο. «“Ήμουν”; Τι σημαίνει αυτό, δηλαδή;»
«Όπως εμείς, είσαι νεκρή» της απάντησε ο γιατρός. «Δεν σε άφησαν να φύγεις, Ανν. Πέθανες πριν εγκαταλείψεις το Σαιντ Φάδερ».
«Τι;» έφριξε η Ανν και έπιασε τα μαλλιά της. «Μα τι λες! Ποιος σου είπε ότι είμαι νεκρή; Εσείς είστε νεκροί! Εσείς… ε-εσείς… είστε…». Η Ανν σταμάτησε να μιλάει, καθώς άρχισε να θυμάται: όταν επέστρεψε από το σπίτι του Μάθιου, ήθελε να πάει στην αποθήκη, αλλά ο πατέρας της την άρπαξε από τους ώμους και η μητέρα της έπεσε πάνω της, ουρλιάζοντας, βρίζοντάς τη. Κάποια στιγμή, η μητέρα της έβγαλε από την τσέπη της ένα σακούλι και ανάγκασε την Ανν να ανοίξει το στόμα της. Έχυσε μέσα ένα αηδιαστικό υγρό που πρέπει να ήταν το δηλητήριο που είχαν για τα ποντίκια. Η Ανν πάλεψε, για να το φτύσει, όμως ο πατέρας και η μητέρα της την εξώθησαν να το καταπιεί και μόνο όταν σιγουρεύτηκαν ότι δεν θα το έβγαζε, χαλάρωσαν τις λαβές τους. Έπειτα, καθώς εκείνη σφάδαζε από τους πόνους, την έδεσαν στο ποδήλατό της και…

Η Ανν άκουσε τον Ουέλινγκτον να της λέει «Πήγαινε στο παράθυρο, καλή μου. Δες και μόνη σου».

Πήγε και είδε. Οι γονείς της ήταν έξω από τα τείχη του Ασύλου και κοιτούσαν προς αυτό. Παραδίπλα, ήταν το κάρο τους και το ποδήλατο.
«Ξέρουν ότι είσαι νεκρή, Ανν» είπε ο γιατρός, που είχε έρθει δίπλα της. «Δε φεύγουν γιατί δυσκολεύονται να σε αφήσουν –συμβαίνει κι αυτό ενίοτε».
«Κοίτα τους» είπε ο Μάθιου που είχε έρθει από την άλλη πλευρά και αγκάλιασε την κοπέλα. «Κοίτα τους απάνθρωπους γονείς… Σκέψου πόσοι σαν κι αυτούς έχουν φέρει τα παιδιά τους εδώ, νεκρά ή ζωντανά, για να χαθούν».
«Πάρα πολλοί. Και από πολλά μέρη» είπε ο Ουέλινγκτον. «Η χρηματοδότηση για τούτο το Άσυλο ήταν πολύ μεγάλη, και δεν προερχόταν όλη από εμένα. Σε σχέση με τα όσα μου έδωσαν για να φτιάξω αυτό το μέρος, αυτά που έβαλα εγώ ήταν ψίχουλα. Το Σαιντ Φάδερ, όσο ταπεινό και να φαίνεται, συγκέντρωσε και συνεισέφερε πολλά χρήματα, γιατί η αστυνομία του Έσσεξ έκανε πολλές ερωτήσεις και μερικές φορές συλλάμβανε όσους θεωρούσε ύποπτους –που συνήθως ήταν και οι πραγματικοί ένοχοι».

Η Ανν έμεινε για λίγο σιωπηλή. Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει όσα είχε ακούσει. Είμαι νεκρή; Μα έτσι είναι ο θάνατος; Έτριψε τα μηνίγγιά της. Κούνησε το κεφάλι. Όταν μίλησε, απευθύνθηκε στον γιατρό. Ρώτησε «Άρα, το… πτώμα μου;… Το πτώμα του Μάθιου; Και τα άλλα πτώματα;…»
«Στο ισόγειο. Τα περισσότερα είναι σκελετωμένα. Εσύ και ο Μάθιου, όμως, είστε ακόμα ολόκληροι». Ο Ουέλινγκτον σχολίασε «Θα μπορούσαν να σας είχαν θάψει κανονικά, αν είχατε πεθάνει από κάποια ασθένεια».
«Και το κλειδί;»

Ο Ουέλινγκτον χαμογέλασε. «Λοιπόν, εδώ είναι πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας. Οι γονείς σου έβαλαν το κλειδί στην τσέπη σου, Ανν, πριν σε αφήσουν μέσα στο κτίριο. Το έχεις εσύ, πάνω σου. Και μπορείς να το χρησιμοποιήσεις».
Η Ανν τον κοίταξε. «Τι εννοείς;»
«Μπορείς να μας κλειδώσεις για πάντα εδώ μέσα ή να μας απελευθερώσεις».
«Τι σημαίνει αυτό; Πώς να σας απελευθερώσω; Κι αν μπορείτε να φύγετε, γιατί δεν έχετε ήδη φύγει;»

Ο Ουέλινγκτον είπε «Τούτο το μέρος είναι καταραμένο, Ανν. Πολλή δυστυχία το έχει κατακλείσει και ο θάνατος ζει στα σπλάχνα του. Ψυχές που χάθηκαν και δεν θάφτηκαν θέλουν να βρουν ξανά το δρόμο τους, να λυτρωθούν. Αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει να φύγουν από αυτό το Άσυλο που χτίστηκε μόνο και μόνο για να τους τυραννήσει, για να τους αποκόψει από τον κόσμο. Κανείς δεν μπορεί να φύγει, όμως, παρά μόνο αν η πόρτα μείνει ξεκλείδωτη. Κανείς ποτέ δεν το ξέχασε αυτό. Όλοι κλειδώνουν το Άσυλο, πριν φύγουν. Έχουν την ίδια επιθυμία που είχαν οι πρόγονοί τους, που χρηματοδότησαν την ανέγερσή του: δεν θέλουν να βγει κανένας από εδώ. Και φοβούνται ότι άμα μείνει ξεκλείδωτο, τα πνεύματα των νεκρών, τρελών ή λογικών, θα ξαμοληθούν στον κόσμο. Και έχουν δίκιο».

Η Ανν δεν μίλησε.
Ο Μάθιου είπε «Καλή μου, αν ξεκλειδώσεις την πόρτα, θα βγούμε και θα τιμωρήσουμε όλους αυτούς που μας φέρθηκαν τόσο άσχημα. Όχι μόνο εσύ κι εγώ, μα όλοι όσοι κλειδώθηκαν κάποτε σε τούτο το κτίριο».

Η Ανν τον κοίταξε. Και μετά στράφηκε προς τον Ουέλινγκτον. «Ακόμα και να ισχύουν όλα αυτά, εσύ και οι άλλοι γιατροί αξίζετε να στοιχειώσετε τον κόσμο; Δεν σας φτάνει που στοιχειώσατε τις ψυχές αυτών των δύσμοιρων που κλείστηκαν εδώ; Εσύ έχτισες τούτο το μέρος…»
«Ω όχι, δεσποινίς Ομπέρ. Όχι, εγώ και το υπόλοιπο προσωπικό δεν θα φύγουμε. Εμείς ήρθαμε και εργαστήκαμε εδώ με την θέλησή μας. Όχι, οι ασθενείς θα φύγουν. Και εσύ με τον κύριο Κόρμπελντ, φυσικά. Εσείς αδικηθήκατε».
«Δεν καταλαβαίνω. Εσείς γιατί να μείνετε εδώ;»

Ο Ουέλινγκτον χαμογέλασε ξανά και η Ανν πάγωσε στην θέση της. Υπήρχε πραγματική κακία σε αυτό το χαμόγελο. «Μπορεί το κυρίως κτίριο να καταστράφηκε, Ανν, αλλά το υπόγειο παραμένει άθικτο. Και μυστικό. Κανείς δεν ξέρει για αυτό, ούτε καν η αστυνομία που ερεύνησε το χώρο, αλλά δε βρήκε την καταπακτή που υπάρχει κάτω από την τραπεζαρία του ισογείου. Εκεί κάτω υπάρχουν ακόμα όλα τα εργαλεία που χρειαζόμαστε».
«Που χρειαζόσαστε… για τι;»
«Μα για τις θεραπείες, φυσικά!»
«Θεραπείες για ποιους;»
«Για όσους μας φέρετε, βέβαια» απάντησε ο γιατρός. «Για όσους θέλετε να τιμωρήσετε. Κι ίσως, όταν μας τους φέρετε και ξέρετε ότι θα βιώσουν ανείπωτα βασανιστήρια, ίσως τότε να νιώσετε δικαιωμένοι, όλοι σας».

Η Ανν στράφηκε προς τον Μάθιου. «Δεν ξέρω…»
«Το αξίζουν, Ανν. Το ξέρεις και το ξέρω. Σε σκότωσαν και με σκότωσαν, Ανν. Καταδίκασαν όλους αυτούς τους ανθρώπους που είδες πριν μπεις εδώ, και ακόμα περισσότερους που θα δεις. Μπορούμε να τους τιμωρήσουμε όλους αυτούς τους άθλιους εκεί έξω».

Πριν η Ανν απαντήσει, άκουσε μια φωνή πίσω της «Με συγχωρείτε, δεσποινίς».
Γύρισε και είδε την γυναίκα με την καμπούρα να στέκεται στην πόρτα. Πίσω της ήταν κι άλλοι με νυχτικά ή βρόμικα ρούχα, που κοιτούσαν την Ανν με δυστυχισμένο βλέμμα. Σε κάποιους έτρεχαν σάλια από το στόμα ή έκαναν αλλόκοτες κινήσεις με τα χέρια τους ή μούγκριζαν, προσπαθώντας να μιλήσουν.
Η ηλικιωμένη ρώτησε «Μήπως μπορείτε να μας βοηθήσετε, δεσποινίς;»

Η Ανν έβαλε το χέρι στην τσέπη και έβγαλε το κλειδί. Το κοίταξε και έπειτα το έδωσε στον Μάθιου. «Λυπάμαι, δεν μπορώ να το κάνω εγώ. Αλλά δεν θα ήταν δίκαιο να σας εμποδίσω. Κάντε ό,τι νομίζετε σωστό».
«Ανν, καλή μου…»
«Θα περιμένω, καλέ μου. Μην επιμένεις, όμως, να σε ακολουθήσω πίσω στο Σαιντ Φάδερ. Δεν υπάρχει αυτό το μέρος για εμένα πια». Χαμογέλασε και τον αγκάλιασε. «Κι όταν επιστρέψεις, ίσως μπορέσουμε να πάμε τελικά στο Λονδίνο».
Ο Μάθιου τη φίλησε και, κρατώντας το κλειδί, όρμησε στην πόρτα του γραφείου. Μαζί με δεκάδες άλλους, άρχισαν να κατεβαίνουν τα σκαλιά, τρέχοντας σχεδόν.
Η Ανν πλησίασε ξανά το παράθυρο και, μαζί με τον Ουέλινγκτον, κοίταξαν τους γονείς της.

«Να, κοίτα. Εμφανίστηκαν πάλι» είπε ξανά ο πατέρας στην μητέρα της Ανν. «Δεν είναι η ιδέα μας».
Η μητέρα πήγε κάτι να πει, αλλά δεν το έκανε. Όπως και ο σύζυγός της, είχε συγκλονιστεί στο θέαμα των προσώπων που τους παρατηρούσαν από ψηλά. Αλλά εκτός από αυτό, τώρα δεν μπορούσε να μιλήσει, γιατί άκουσε ένα κλειδί να γυρίζει και την πόρτα του Ασύλου να ανοίγει διάπλατα.
Οι γονείς της Ανν ούρλιαξαν καθώς έβλεπαν σκελετούς και μισοσαπισμένα πτώματα να διασχίζουν τον κήπο και να τους πλησιάζουν, με αρχηγό τους τον Μάθιου Κόρμπελντ.

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:
Η Φιλομίνα (Μίνα) Έιμς γεννήθηκε το 1860. Ζει στο Έσσεξ και εργάζεται ως γραμματέας στο περιοδικό Weird Literature. Από μικρή της άρεσε να ακούει ιστορίες φαντασίας και φρίκης, ενώ φρόντισε ώστε να μη παύσει τις σπουδές της στο σχολείο. Η αγάπη της για την Λογοτεχνία παρέμεινε ισχυρή, οπότε και επιδίωξε να ασχοληθεί ενεργά με τη συγγραφή και την επιμέλεια κειμένων. Ελπίζει στο μέλλον να γράψει το δικό της βιβλίο.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

 

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading