Τα χέρια

Είχε απέναντί της μια κυρία κοντά στα εβδομήντα, με χτένισμα κομμωτηρίου, επαγγελματικό μακιγιάζ, καλοντυμένη, με ακριβή, φιρμάτη τσάντα. Είχαν τελειώσει το πεντικιούρ και τώρα, σκεφτόταν τι χρώμα θέλει στο μανικιούρ της. Τα χέρια της, περιποιημένα, με μαλακό, αφράτο δέρμα, καθαρισμένα πετσάκια, ωραίο σχήμα νύχια.
Μόνο οι φυσικές πανάδες, αυτά τα στίγματα της ηλικίας, πρόδιδαν ότι πρόκειται για μια μεγαλύτερη γυναίκα.
“Πόσο όμορφα, περιποιημένα χέρια, έχετε!” ψιθύρισε και στο μυαλό της ήρθε μια εικόνα τόσο κόντρα, με αυτήν που είχε μπροστά της.

Η μαμά της ήταν πάντα ατημέλητη, άβαφη, αχτένιστη, με καθημερινά ρούχα που πάντα μύριζαν φαγητίλα και τα χέρια της, Θεέ, αυτά τα χέρια της… σκασμένα πάντα, ματωμένα, τραχιά, με νύχια πολύ βαθιά κομμένα, και γύρω γύρω μαύρα. Δεν την θυμάται ποτέ να έχει βαμμένα νύχια. “Αυτά είναι για άλλες, όχι για μένα!”, έλεγε πάντα.

Η Άννα, από μικρή, ένιωθε πως δεν την χωρά η μικρή πόλη τους. Ονειρευόταν να τελειώσει το σχολείο και να φύγει στην Αθήνα, να γίνει μοντέλο. Την έπνιγε η μιζέρια της επαρχίας, η φτώχεια της οικογένειάς της, το κουτσομπολιό της γειτονιάς της, τα στενά μυαλά όλων γύρω της, που δεν την καταλάβαιναν. Οι γονείς της αμόρφωτοι, του μεροκάματου, δεν μπορούσαν να της προσφέρουν την ζωή για την οποία ήταν πλασμένη. Μοναχοπαίδι, η φτώχεια δεν επέτρεψε στους δικούς της να επιχειρήσουν δεύτερο παιδί. Χωρίς φίλες. Όλες την ζήλευαν για την ομορφιά της. Ήταν πολύ “δεύτερες” για να τις κάνει παρέα. Χωρίς φλερτ. Κανείς δεν ήταν άξιος να σταθεί δίπλα της. Παντού, όπου βρισκόταν, όλοι ήθελαν να είναι γύρω της, να παίρνουν λίγη από τη λάμψη της. Ένιωθε η βασίλισσα στο μελίσσι. Η πιο όμορφη, η περιζήτητη, η ξεχωριστή. Μόλις έκλεινε τα δεκαοχτώ, θα έφευγε το δίχως άλλο. Δεν είχε τίποτα να της προσφέρει τούτος ο τόπος, τούτοι οι άνθρωποι.

Η Ζωζώ και ο Αλέκος, γέννημα θρέμμα αυτής της μικρής πόλης, την λάτρευαν. Εδώ μεγάλωσαν, εδώ συναντήθηκαν πρώτη φορά τα βλέμματά τους, εδώ αγαπήθηκαν, παντρεύτηκαν, εδώ έφεραν στον κόσμο την Άννα τους. Δούλευαν σκληρά και οι δύο. Ο Αλέκος εργάτης στις οικοδομές, να κουβαλάει στην πλάτη του βάρη. Το πιο βαρύ φορτίο, η απαξίωση της κόρης του. Η Ζωζώ, πήγαινε σε σπίτια, όπου έβγαινε μεροκάματο. Να πλένει, να σιδερώνει, να μαγειρεύει, να καθαρίζει. Αυτό που δεν μπορούσε να καθαρίσει από την ψυχή της, η ντροπή που ένιωθε η μονάκριβη της για τους γονείς της.

Δεν μπόρεσαν να κάνουν άλλο παιδί, όχι πως δεν το ήθελαν, ούτε η φτώχεια τους τρόμαζε. Κάτι στη σάλπιγγα της Ζωζώς, σάμπως κατάλαβε και ποτέ… Είχε λαχτάρα να κάνει πολλά παιδιά, μα δεν ήταν θέλημα Θεού. Είχαν την Άννα τους και την λάτρευαν. Δίχως ανταπόκριση. Στο βλέμμα της, εύκολα διέκριναν την λύπηση, την αηδία πολλές φορές. Όχι μόνο για τους ίδιους. Δεν είχε φίλες, θεωρούσε ότι καμία δεν ήταν αντάξιά της. Τις φερόταν άσχημα, τις αδικούσε κι αυτές, απλά την έκαναν πέρα. Δεν είχαν ανάγκη από μια ξιπασμένη που νόμιζε ότι είναι κάποια. Κάναν πηγαδάκια, παρέες, με γέλια, τραγούδια, πάρτι και την Άννα δεν την καλούσαν ποτέ. Δεν είχε σχέσεις με αγόρια. Όποιος την πλησίαζε, του έλεγε ότι δεν είναι για τα μούτρα του. Έτσι, σιγά σιγά, έμειναν όλοι μακριά της. Την άφησαν μόνη στην κατά φαντασίαν τελειότητά της.

Σε λίγες μέρες θα έκλεινε τα πολυπόθητα δεκαοχτώ.
– Άννα μου, τι δώρο θέλεις για την ενηλικίωσή σου; ρώτησε με όλη της την αγάπη η Ζωζώ.
– Να με αφήσετε να φύγω στην Αθήνα. Αυτό θέλω μόνο. Θέλω να φύγω. Να φύγω από αυτόν τον μίζερο τόπο. Να μη γυρίσω ποτέ πίσω. Να μη ξανά δω κανέναν σας.

Η Ζωζώ ένιωθε να την μαστιγώνουν τα λόγια της. Βουρδουλιές, που της μάτωναν την ψυχή. Κατέβασε το κεφάλι και ξεψυχισμένα της είπε:
– Είσαι ελεύθερη να φύγεις, δεν θα σε εμποδίσουμε. Όσο μπορούμε θα σε βοηθάμε οικονομικά.
– Θα χρειαστώ την βοήθειά σας τους πρώτους μήνες. Όταν γίνω μοντέλο, θα βγάζω πολλά λεφτά.
Τα λόγια της ήταν κοφτά, απότομα, σα να τα έκανε καιρό πρόβα. Συναίσθημα κανένα. Όλα υπολογισμένα με το μυαλό.
Έτσι, την ημέρα των γενεθλίων της, μπήκε στο λεωφορείο κι έφυγε.

Η Ζωζώ στην αγκαλιά του άντρα της, έκλαιγε με λυγμούς.
– Τι έκανα λάθος; Πότε έχασα το μεγάλωμά της; Τι μου ξέφυγε; Μήπως που δούλευα ώρες;
– Μην τιμωρείς τον εαυτό σου καρδιά μου. Από μωρό έτσι ήταν. Σα να μην ήταν δικό μας παιδί. Ήσουν η καλύτερη μαμά. Της έδινες αγάπη και έπαιρνες πίσω καταφρόνηση. Πάντα ήμασταν λίγοι για την Άννα και οι δύο μας.
– Δεν μπορεί, κάπου φταίω.
– Μην έχεις ενοχές. Προσπάθησες. Έκανες ό,τι μπορούσες. Ξέρεις τι λέω; Θα φάει τα χαστούκια από την ζωή την ίδια και θα καταλάβει.
– Δεν θέλω να φάει χαστούκια Αλέκο μου. Μακάρι να μπορούσα να την προστατέψω…

Η Άννα ήταν επιτέλους ελεύθερη. Ανέπνεε πρωτευουσιάνικο αέρα. Άλλος αέρας. Άλλος ουρανός. Άλλοι άνθρωποι. Κανέναν δεν ένοιαζε τι κάνει ο απέναντί του. Αυτή είναι πόλη. Όχι άλλα βλέμματα κολλημένα πάνω της από ζήλεια. Τώρα, όλοι θα την κοιτούσαν και θα την θαύμαζαν. Η ομορφιά της θα την έβγαζε από την μιζέρια που την είχαν χαντακώσει τόσα χρόνια οι δικοί της.

Νοίκιασε ένα μικρό ισόγειο, παμπάλαιο σπίτι, που σε κανονικές συνθήκες, για τα γούστα της, θα το θεωρούσε τρώγλη. Μα ήταν απλά προσωρινό, έτσι πίστευε. Όλη μέρα έτρεχε κι έψαχνε πρακτορεία μοντέλων, ατζέντηδες, ό,τι και όποιον μπορούσε να της δείξει τον δρόμο. Δεν άργησε να βρει μια γυναίκα που πληρούσε τα πρότυπά της, την Αθηνά. Ψηλή, αδύνατη, με ακριβά ρούχα, μεθυστικό άρωμα, γυαλιστερά χτενισμένα μαλλιά και καθαρά, όμορφα χέρια, να τα κοσμούν πανάκριβα δαχτυλίδια και βραχιόλια. Οι επόμενες μέρες ήταν ό,τι ονειρεύτηκε. Πασαρέλες, ρούχα σχεδιαστών, φωτογραφήσεις, ωραίοι άνθρωποι παντού, φώτα, λάμψη, πάρτι, ποτά κι αυτή μια σταρ.
Όλοι, υμνούσαν την ομορφιά της, την κολάκευαν, την φωτογράφιζαν. Ξέχασε από πού είχε έρθει λίγες μόνο μέρες πριν και ένιωθε μια από αυτούς, πάντα ένιωθε ότι εκεί ανήκει, ανάμεσά τους.

Της άλλαξαν τα μακριά ξανθά μαλλιά σε κοντό, αγορέ, πορτοκαλοκόκκινο, για να ταιριάζει με την λευκή της επιδερμίδα. Κοιτάζονταν στον καθρέφτη και δεν το πίστευε. Ήταν μοντέλο πια. Περνούσαν οι μέρες και η μέντοράς της, δεν της έλεγε τίποτα για το οικονομικό.
– Αθηνά, πότε θα κάνω πασαρέλα ή φωτογράφηση με πληρωμή; δεν δίστασε να ρωτήσει.
– Ακόμα εκπαιδεύεσαι, δεν είσαι έτοιμη.
– Μα, βλέπεις τι γίνεται! Όλοι μιλάνε για την ομορφιά μου, όλοι μου λένε τι σούπερ μοντέλο είμαι. Έχω ανάγκη από λεφτά Αθηνά. Οι γονείς μου, στέλνουν ψίχουλα. Άσε που δε θέλω να τους έχω καμία υποχρέωση.
– Αν θέλεις γρήγορα λεφτά, τότε υπάρχει τρόπος, για πολλά και γρήγορα.
– Είμαι έτοιμη Αθηνά, δεν θα σε απογοητεύσω! η χαρά ξεχείλιζε από την Άννα.
– Πάρε αυτά τα χρήματα, αγόρασε ρούχα, πήγαινε κομμωτήριο και αύριο, κατά τις 8 το βράδυ, θα ντυθείς, θα στολιστείς, θα αρωματιστείς και θα πας σε αυτό το ξενοδοχείο, όροφο και δωμάτιο που σου γράφω εδώ. Εκεί, θα συναντήσεις έναν ισχυρό και πλούσιο άντρα, που θα σε βοηθήσει. Όταν βγάλεις τα πρώτα σου χρήματα, θα μου ξεπληρώσεις τα δανεικά. Της έκλεισε το μάτι, την χάιδεψε στο μάγουλο κι έφυγε.

Όπως της τα είπε, έτσι ακριβώς τα έκανε η Άννα. Το είδωλό της στον καθρέφτη την εντυπωσίασε. Ποτέ της δεν ήταν τόσο όμορφη. Χτύπησε θαρραλέα την πόρτα και άνοιξε ένας εξηντάρης, φαλακρός, εύσωμος, με μουστάκι. Του χαμογέλασε, του έδωσε το χέρι της και η χειραψία, στην ιδρωμένη παλάμη του, την έκανε να χάσει κάτι από τον ενθουσιασμό της. Όταν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα της ζήτησε να ξεντυθεί, ο όμορφος κόσμος της γκρεμίστηκε. Τον κοίταζε σαστισμένη. Αμήχανα, έστρωνε πάνω της το φόρεμά της, έφτιαχνε με τα δάχτυλά της τα μαλλιά της. Εκείνος φάνηκε να διασκεδάζει με τον δισταγμό της. Την πλησίασε, άρχισε να την χαϊδεύει, να την φιλάει στο λαιμό. Η Άννα, αηδίασε. Ήθελε να τρέξει. Να τρέξει μακριά, να χαθεί. Μα έμεινε ακίνητη. Έκλεισε τα μάτια και ονειρεύτηκε πως έκανε πασαρέλα με όλα τα φώτα πάνω της. Κι ας μην ήταν στην πραγματικότητα φώτα, μα τα χέρια του άντρα που αχόρταγα την έπιαναν παντού.
– Δεν έχω κάνει ποτέ μου έρωτα…, του είπε και κοιτούσε μια αυτόν, μια το πάτωμα.
– Θα σε ανταμείψω διπλά!, της είπε μόνο και γελούσαν και τα μουστάκια του.

Της φάνηκε αιώνας. Δεν φανταζόταν ποτέ έρωτες και ρομαντζάδες, δεν ήταν γι’ αυτήν, μα ούτε κι αυτό για πρώτη της φορά.
– Ήσουν πολύ καλή! της είπε, όταν τελείωσε την ερωτική πράξη και την κοίταξε σα να της έλεγε πως θα υπάρξει κι άλλη φορά.
Η Άννα κατέβασε το βλέμμα αμίλητη.
Εκείνος, έβγαλε από την τσέπη του ένα μάτσο χαρτονομίσματα και τα άφησε στο κρεβάτι.

Την άλλη κιόλας μέρα, πήγε να βρει την Αθηνά.
– Εμένα να με βγάλεις από αυτό το πλάνο!, της είπε θυμωμένα.
– Τί συμβαίνει κοριτσάκι; Ποια νομίζεις ότι είσαι; Ξεχνάς ποια σε έβαλε στο χώρο του μόντελιγκ;
– Μα εγώ θέλω να γίνω μοντέλο! Όχι πόρνη πολυτελείας!
– Άκου να σου πω μικρή μου…. αν θες λεφτά, αυτός είναι ο τρόπος, μέχρι να γίνεις γνωστή στο χώρο. Τι νόμιζες; Όλοι περίμεναν εσένα από το παλιοχώρι σου; Και μου χρωστάς λεφτά!

Έδωσε τα χρωστούμενα. Γύρισε στο ισόγειο με κατεβασμένα τα φτερά, θαρρείς ηττημένη.
Για μια στιγμή, για μια απειροελάχιστη στιγμή, ήθελε να βρισκόταν στην αγκαλιά της μαμάς της. Γρήγορα το άφησε πίσω της, σκούπισε τα δάκρυά της και αποφάσισε πως θα κάνει ό,τι χρειαστεί για να πετύχει το όνειρό της. Δεν έφυγε από την πόλη της για να αποτύχει.

Τα ραντεβού με μεγαλύτερους, πλούσιους που ξόδευαν τα λεφτά τους αγοράζοντας νεανικό έρωτα από όμορφες κοπέλες, συνεχίζονταν. Ξόδευε κι αυτή τον εαυτό της, μα πληρωνόταν καλά. Έβγαζε πολλά χρήματα. Νοίκιασε ένα σπίτι της προκοπής, αγόραζε ό,τι ρούχο ήθελε, ζούσε μια πολύ άνετη ζωή, έβαζε χρήματα στην ακρη. Πέρασαν δύο χρόνια έτσι. Για μόντελιγκ ούτε λόγος.

Η Αθηνά της έλεγε ότι δεν ήρθε ακόμα η ευκαιρία κι ότι τώρα έβγαζε περισσότερα χρήματα από τα μοντέλα. Έτσι, συνήθισε η Άννα σε αυτήν την πραγματικότητα.
Με τους γονείς της, ξέκοψε εντελώς. Ούτε ήξεραν ότι άλλαξε σπίτι. Τους είπε απλά, “δεν έχω ανάγκη άλλο την βοήθειά σας, έχω πετύχει τα όνειρά μου” και εξαφανίστηκε.
Η Ζωζώ, προσευχόταν μέρα νύχτα για το κορίτσι της. Έκλαιγε κρυφά από τον άντρα της. Ο ένας προστάτευε τον άλλον, ο ένας έγλειφε τις πληγές του άλλου. Πονούσε που δεν ήθελε καμιά επαφή μαζί τους.

Ένα βράδυ, η Άννα, ετοιμάστηκε να πάει σε ραντεβού. Ήταν έναν νεότερος άντρας από αυτούς που είχε συνηθίσει. Όμορφος, γυμνασμένος. Τον κοίταξε με θαυμασμό κι εκείνος κατάλαβε. Άλλο ένα κοριτσάκι στα χέρια του. Της ζήτησε να ξεντυθεί σιγά σιγά και να τον κοιτάζει στα μάτια. Εκείνος άρχισε ήδη να “φτιάχνεται”. Όταν έμεινε ολόγυμνη μπροστά του, την άρπαξε, της έδεσε με την γραβάτα του τα χέρια της πίσω στην πλάτη, την γύρισε, να την βλέπει, άρχισε να την φιλάει και να της λέει πρόστυχα λόγια.

Η Άννα ήταν συνηθισμένη σε απλές, βαρετές συνευρέσεις κι αυτό την ανατρίχιασε. Ο έμπειρος άντρας, ένιωσε την προσμονή της. Άρχισε να την χαστουκίζει. Η Άννα πόνεσε, έκλαιγε, φώναζε να της λύσει τα χέρια και να σταματήσει. Εκείνος όμως, ήταν σε ερωτική διέγερση. Της έκλεινε το στόμα με το ένα χέρι, με το άλλο την χτυπούσε και εισχωρούσε μέσα της δυνατά, αδιαφορώντας για την Άννα που πάλευε να ελευθερώσει το σώμα της κι έκλαιγε. Όταν πια τελείωσε, σηκώθηκε από πάνω της, την γύρισε, έλυσε την γραβάτα, της έκανε με ένα νεύμα να κάνει ησυχία, να μη μιλήσει, της πέταξε στο κρεβάτι τα λεφτά κι έφυγε για μπάνιο. Η Άννα, ντύθηκε σε κλάσματα δευτερολέπτου, πήρε τα χρήματα κι έφυγε. Έφτασε κουρέλι στο σπίτι της. Πέταξε στο πάτωμα τα ρούχα της και γέμισε την μπανιέρα. Πρώτη φορά μετά από δύο χρόνια ένιωσε τόση βρώμικη. Τριβόταν με λύσσα, να αφαιρέσει από το δέρμα της, τι; Την ντροπή; Τις μελανιές; Την απογοήτευση; Την μοναξιά;
Τα είπε όλα στην Αθηνά, περιμένοντας συμπαράσταση. Μα εκείνη, ψυχρά, της είπε ότι αυτά συμβαίνουν.

Δεν ήθελε να συνεχίσει άλλο η Άννα. Όχι, ήταν σίγουρη, ότι δεν το ήθελε άλλο. Ξέκοψε από την Αθηνά. Εκείνη, κυνικά της είπε, ότι πάλι εκεί θα γυρίσει. Βρήκε δουλειά σε μια καφετέρια και με τα λεφτά που είχε μαζέψει μέχρι τώρα, πήγε και παρακολούθησε ταχύρρυθμα μαθήματα νυχιών και ονυχοπλαστικής.
Η εμφάνισή της, το παρουσιαστικό της και το χαρτί από τα μαθήματα, βοήθησαν να βρει μια θέση σε ένα ινστιτούτο αισθητικής. Ήταν καλή στη δουλειά της, λιγομίλητη, ευγενική.
Όταν απέναντί της, ξαφνικά, είδε την μαμά της, της κόπηκε η ανάσα.
– Μα πώς;
– Όταν θα γίνεις μάνα θα καταλάβεις πώς…. Μπορώ να σε αγκαλιάσω;
– Ναι μαμά, φυσικά!
Η Ζωζώ, την άγγιζε, την μύριζε και έπαιρνε τζούρες ζωής.

Η Άννα άρχισε να περιποιείται τα χέρια της μαμάς της. Σώζονταν άραγε; Άγρια, δουλεμένα, ταλαιπωρημένα, κουρασμένα και προδομένα, από το ίδιο της το παιδί. Της έβαλε κρέμα, τα έτριψε, προσπάθησε να τα μαλακώσει, πιο πολύ στόχευε στην ψυχή της μαμάς της. Καθάρισε τα πετσάκια, λίμαρε τα νύχια, δεν της τα έβαψε με χρώμα. Ένα γυαλιστικό μόνο. Δεν ήταν αυτά για την μαμά της, το ήξερε. Και τώρα το εκτίμησε. Της φίλησε τα χέρια και ακούμπησε το μάγουλό της πάνω τους. Όσο μακριά κι αν θες να φύγεις, πάντα αυτά τα χέρια θα είναι καταφύγιο.

Χρυσούλα Καμτσίκη

One response to “Τα χέρια”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading