Ένα θέατρο η ζωή

Ήταν δεν ήταν εννιά χρονών, όταν στην ασπρόμαυρη τότε τηλεόρασή τους, είδε την Τζένη Καρέζη σε μια ελληνική ταινία. Θυμάται να ενθουσιάζεται και να μπαίνει το μικρόβιο της υποκριτικής σε νου και καρδιά. Ήταν ένα κατάξανθο, μικροσκοπικό κορίτσι, με γκριζοπράσινα μάτια, που για εκείνα τα χρόνια, στη μέση της δεκαετίας του εβδομήντα που γεννήθηκε, ήταν αρκετά διαφορετική. Είχε κι αυτό το σκέρτσο, που την ξεχώριζε.

Η Θεανώ, ήταν πάντα η ψυχή της παρέας. Στη γειτονιά της, στο σχολείο, μάζευε συμμαθητές, φίλους κι έδινε παραστάσεις. Είτε έτοιμους ρόλους από ταινίες, είτε αυτοσχεδιασμούς, τους έκανε όλους γύρω της να γελάνε. Με το γέλιο και το χειροκρότημά τους γέμιζε η ψυχούλα της. Δεν ταλαντεύτηκε, δεν αναρωτήθηκε ποτέ τι θα γίνει όταν θα μεγαλώσει. Ήταν ξεκάθαρο μέσα της. Στην γνωστή ερώτηση των μεγάλων, απαντούσε με θάρρος, ενθουσιασμό και ζωντάνια “ηθοποιός”. Οι γονείς της όταν ήταν παιδί δημοτικού, δεν πήραν στα σοβαρά την δήλωσή της. Ούτε και στο γυμνάσιο. Όταν πήγε στο λύκειο και την ρωτούσαν τι δέσμη θα ακολουθούσε και για πού σκεφτόταν να δώσει πανελλήνιες, η σταθερότητα της απάντησής της, ότι δεν την ενδιαφέρουν οι πανελλήνιες κι ότι εκείνη θα πήγαινε σε δραματική σχολή, δεν τους άφηνε περιθώρια να της αλλάξουν γνώμη. Φυσικά και της είπαν τις ανησυχίες τους για τα κυκλώματα, τα βρώμικα παιχνίδια που ίσως παίζονται πίσω από τα φώτα και την λάμψη του επαγγέλματος, τα κρεβάτια που θα της ζητηθεί να περάσει για να προχωρήσει κι όλα όσα τους έτρωγαν μέσα τους. Για όλα είχε απάντηση, έδειχνε σίγουρη για τον εαυτό της και ζητούσε την εμπιστοσύνη τους.

Η Μάρω κι ο Λεωνίδας έβαλαν στον πάγο φοβίες, ενδοιασμούς, αντιρρήσεις, για να στηρίξουν την κόρη τους. Ο Λεωνίδας ο δύσμοιρος, μέσα του έβραζε. Δεν μπορούσε να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι το κοριτσάκι του, το δικό του μωρό, θα έμπλεκε με αυτή τη φάρα των θεατρίνων. Το μπιμπελό του, το εύθραυστό του πλασματάκι στα χέρια των αδίστακτων! Η Μάρω δεν ήξερε από πού να γύρει την ζυγαριά. Και οι δύο πλευρές περίμεναν την στήριξή της, να πάρει το μέρος κάποιου. Ο μεγάλος τους γιος, ήταν ξεκάθαρα με το μέρος της αδερφής του. Καθημερινά, έλεγε στους γονείς του να την αφήσουν να πετάξει, να δοκιμάσει τα φτερά της. Πώς να του εξηγούσαν ότι έτρεμαν την πτώση; Ποιο παιδί στην ηλικία τους θα κατανοούσε τους φόβους των γονιών; Την έβλεπαν να προετοιμάζεται στους μονολόγους, στο ποίημα, στο τραγούδι, τους είχε ακροατήριο. Μουδιασμένο μεν, μα ακροατήριο. Έκανε αυτοσχεδιασμούς μπροστά τους και πότε κρατούσαν το στομάχι τους από τα γέλια και άλλοτε τα δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά τους. Πολλές φορές κοιτάζονταν απορημένοι. Τελικά, είχε δίκιο η μικρή τους κόρη. Ήταν γεννημένη να γίνει ηθοποιός.

Αφού είχε πείσει και τον μπαμπά της για το ταλέντο της, είχε την επιτυχία σίγουρη. Οι φίλες της πάντα στο πλευρό της, άλλο ακροατήριο, πιο ζωντανό και ηχηρό, φώναζαν ρυθμικά το όνομά της, την χειροκροτούσαν, την βεβαίωναν ότι θα περάσει ως το πρώτο ταλέντο στο κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδος. Κι έτσι έγινε. Τα πήγε εξαιρετικά καλά στις εξετάσεις και πέρασε. Ήταν τόσο ευτυχισμένη! Βρήκε σπίτι, τακτοποιήθηκε και ήταν έτοιμη να ξεκινήσει το ταξίδι στο όνειρο. Η μαμά της, όταν την αποχαιρετούσε στο ΚΤΕΛ, μαζί με την σφιχτή αγκαλιά, της άφησε στην παλάμη ένα φυλαχτό, την κοίταξε βαθειά στα μάτια και της είπε “Να προσέχεις, να είσαι ευτυχισμένη, εμείς είμαστε εδώ!”. Ο μπαμπάς της, προσπαθούσε να το παίξει άνετος και ο γιος του, αποφόρτισε την ατμόσφαιρα.
– Καλέ δεν πάει στον πόλεμο! Εκατόν πενήντα χιλιόμετρα μακριά θα είναι και θα κάνει ζωάρα!
Ας πούμε, ότι όλοι γέλασαν. “Αν κάποιος σε πειράξει, θα τον φάω ζωντανό!” της είπε βουρκωμένος ο μπαμπάς της.
Αγκαλιάστηκαν όλοι μαζί και την έβλεπαν να ανεβαίνει στο λεωφορείο.
Πότε μεγάλωσε; Πόσο γρήγορα έφτασε η ώρα να φύγει από το σπίτι;

Η Θεανώ πέρα από υπερταλαντούχα, στάθηκε και τυχερή. Στη σχολή, με την αξία της, έκανε τη διαφορά κι όλοι μιλούσαν γι’ αυτήν. Όταν ήταν στο δεύτερο έτος, γινόταν κάστιγκ για μια καθημερινή σειρά, ενός νεαρού, ανερχόμενου σκηνοθέτη. Το τόλμησε, πήγε. Όταν την πήραν για τον ρόλο μιας νεαρής, γυναίκας αράχνης, χωρίς φραγμούς, που ήταν έτοιμη να κάνει τα πάντα για να έχει χρήμα και δόξα, το θεώρησε δελεαστικό. Ήταν εκστασιασμένη, όχι απλά χαρούμενη. Τα γυρίσματα εξαντλητικά, πολύωρα, με δύσκολα ωράρια, άλλα πολύ πρωινά, άλλα αργά τη νύχτα, μα εκείνη ζούσε την κάθε στιγμή. Οι γονείς της στην Δράμα, κουμπωμένοι ακόμα, διστακτικοί. Οι φίλοι, οι συγγενείς και οι γείτονες πιο εκδηλωτικοί. Τους ρωτούσαν πώς πάει η δική τους Θεανώ. Ήταν όλοι περήφανοι και περίμεναν πώς και πώς να τη δουν στην τηλεόραση. Και η μεγάλη στιγμή έφτασε. Θα παιζόταν το πρώτο επεισόδιο.

Όταν στους τίτλους είδαν το όνομά της, οι γονείς της κοιτάχτηκαν και τα μάτια τους μέσα στην υγρασία από τα δάκρυα, χαμογελούσαν. Την έβλεπαν σαν αερικό. Τόσο όμορφη, με τόσο καθαρό λόγο, τόσο εκφραστικό βλέμμα, συμμετείχε με όλο το είναι της. Ο Λεωνίδας κάθε τόσο έλεγε “Η κόρη μου είναι! η κόρη μου είναι!”.
Στις πρώτες διαφημίσεις τα τηλέφωνα έπεφταν βροχή. Θείες, θείοι, φίλοι, ξαδέρφια, τους έπαιρναν να συγχαρούν, να ευχηθούν, να μοιραστούν τη χαρά.

Μετά τις διαφημίσεις, στην πρώτη κιόλας σκηνή, έπεσε το ταβάνι πάνω στον Λεωνίδα.
Μπροστά του, η κόρη του, άγριο θηλυκό, στα χέρια του συναδέλφου της, φιλιόταν με πάθος, έβγαζε τα ρούχα του κι εκείνος τα δικά της. Οι κόρες των ματιών του Λεωνίδα σε πλήρη διαστολή παρακολουθούσαν. Μέχρι που είδε να της ξεκουμπώνει το σουτιέν. Με τα χέρια του έκλεισε τα μάτια του και πετάχτηκε από τον καναπέ.
– Ιιιιιιιιιιιιιιι πες μου, πες μου Μάρω ότι δεν την δείχνει γυμνή!
– Κάτσε κάτω χριστιανέ μου και μη φωνάζεις, ησύχασε!
-Να ησυχάσω; Πες μου σου λέω! Την δείχνει γυμνή; και τα χέρια δεν τολμούσε να τα πάρει από τα μάτια του.
– Εεε λίγο, από μακριά χριστιανέ μου! Δεν δείχνει το κορίτσι μας το στήθος του! Άνοιξε τα μάτια σου!
– Πώς να τα ανοίξω ο έρμος; Πώς; Καλύτερα να τα βγάλω με τα ίδια μου τα χέρια! Καλά να πάθω! Καλά να πάθω, αφού την άφησα! Αλλά εσύ φταις! Εσύ φταις που συνωμοτούσες πάντα μαζί της! Να τα τώρα τα χαμπέρια!
– Λεωνίδα, παραληρείς. Συγκεντρώσου.
– Μάρω, το νιώθω, έρχεται το εγκεφαλικό! Φέρε υπογλώσσιο, δεν είμαι καλά!
– Α! Σίγουρα δεν είσαι στα καλά σου. Άιντε σε παρακαλώ!

– Το κοριτσάκι μου, το μικράκι μου, να βγάζει τα μάτια της στην τηλεόραση! Το κοριτσάκι μου! Το κοριτσάκι μου! μουρμούριζε πηγαίνοντας πάνω κάτω στο σαλόνι.
– Βρε καλέ μου, ηρέμησε, ρόλος είναι, ψέματα είναι!
– ΨΕΜΑΤΑ; Πού βλέπεις τα ψέματα Μάρω; Την χούφτωνε, την φιλούσε, την ξέντυνε. Το κοριτσάκι μου! Το κοριτσάκι μου, γιατί μου το έκανε αυτό; Πώς θα βγω από το σπίτι; Πώς θα πάω στο καφενείο; Πώς θα πάω στη δουλειά; Θα με κοιτάζουν όλοι και θα σκέφτονται την κόρη μου γυμνή στα χέρια αυτουνού! Μωρέ δεν μου κοβόταν η γλώσσα καλύτερα όταν συμφώνησα για αυτό τον ρόλο!
– Ακούς τι λες; Δεν ζήτησε την άδεια σου για τον ρόλο κι ούτε πρόκειται σε όποια καριέρα κάνει, να σου ζητήσει άδεια τι θα παίξει. Λεωνίδα, είναι ρόλοι! Και τα χρόνια δεν είναι αυτά του παλιού, καλού κινηματογράφου. Τώρα και γυμνό έχουν, και άσεμνες σκηνές έχουν και βρισιές έχουν και βία έχουν. Συγχρονίζονται με την εποχή. Και αν βρεθεί κάποιος που θα κρίνει το παιδί σου από αυτές τις σκηνές, εσύ πρέπει να είσαι ανώτερος και να στηρίζεις τις αποφάσεις του παιδιού σου. Η Θεανώ μας νοιάζει κι όχι τι θα σκεφτούν οι φίλοι και οι συνάδελφοί σου. Όσοι μας αγαπούν, ίσα ίσα θα χαρούν με το παιδί μας που είναι ένα ταλαντούχο πλάσμα και σε τόσο μικρή ηλικία, έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Μάλλον χρειαζόταν να τον ταρακουνήσει. Πήρε βαθιά ανάσα, έκατσε στον καναπέ, πήρε στα χέρια του, τα χέρια της Μάρως και δεν είπε τίποτα. Η Θεανώ ήταν εξαιρετική. Και όλη η σειρά, πολλά υποσχόμενη.

Όπως σε κάθε μικρή κοινωνία, αντιμετώπισαν και τα περίεργα βλέμματα, τύπου, ποιος ξέρει τι έκανε για να πάρει τον ρόλο ή πώς δέχτηκε τέτοιον ρόλο, δεν ντράπηκε; Αλλά η γνώμη αυτών που τους ενδιέφερε, των δικών τους ανθρώπων, ήταν αποθεωτική για το κορίτσι τους.
– Παιδί μου, έπρεπε να με προετοιμάσεις, να γνωρίζω. Θα μου έμενε στα χέρια ο μπαμπάς σου!
– Ρε μαμά, δεν ήξερα κι εγώ πώς πρέπει να το διαχειριστώ. Σα να τον βλέπω! Πάνω κάτω και μουρμούριζε έντρομος ε;
– Άστα τώρα αυτά. Το πήρε απόφαση. Παιδί μου, κούκλα μου, ήσουν εκπληκτική! Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι το δικό μου κορίτσι είναι στην οθόνη! Όσο με άφησε βέβαια ο μπαμπάς να δω από την σκηνή αυτή και μετά…
– Αχ βρε μανούλα μου, σε αγαπώ πολύ! Σε ευχαριστώ. Άντε πρέπει να κλείσω, είμαι στο γύρισμα. Φίλησέ μου τον μπαμπά, θα τον πάρω τηλέφωνο αργότερα, να μου τα ψάλει.
Γέλασαν κι έκλεισαν το τηλέφωνο.

Ποτέ δεν του ήταν εύκολες αυτές οι σκηνές του Λεωνίδα. Ντρεπόταν. Έκλεινε τα μάτια. Ξεφυσούσε. Μα πάλευε με τον εαυτό του. Δεν άφησε τον εγωισμό του και το τι θα πει ο κόσμος, να επισκιάσουν την αγάπη της κόρης τους για αυτό που έκανε και το έκανε καλά. Σε αυτό θα έμενε.

Πόσο δύσκολο να είσαι γονιός… Τα δύσκολα δεν έχουν τέλος. Και το δεύτερο χτύπημα ήταν εκκωφαντικό. Με την αποδοχή των γονιών του, της ζωής που επέλεξε η αδερφή του, ο Άλκης, πήρε το θάρρος να τους μιλήσει για την δική του ζωή. Ένα βραδάκι, μετά το καθημερινό επεισόδιο της σειράς, που καμάρωσαν όλοι μαζί την Θεανώ, πήρε τον λόγο.
– Μαμά, μπαμπά, έχω κάτι να σας πω.
– Ωχ. Δεν μου αρέσει το ύφος σου, δεν είναι για καλό…, βιάστηκε ο μπαμπάς του.
– Δεν ξέρω τι είναι καλό για σένα μπαμπά. Εγώ δεν μπορώ να κρύβομαι άλλο. Είμαι είκοσι τρία χρονών, έχετε γνωρίσει μια σχέση μου.
– Είναι έγκυος η Βιβή;
– Όχι μαμά, με την Βιβή χωρίσαμε καιρό τώρα. Είμαι ομοφυλόφιλος.
Η παύση ήταν βαριά. Η σιωπή ανησυχητική. Ούτε ανέπνεαν.

– Παιδάκι μου, πώς γίνεται, αφού ήσουν με την Βιβή; πολλές στιγμές μετά, βρήκε τα λόγια της και κυρίως την ανάσα της η Μάρω.
– Προσπάθησα. Μα δεν ήμουν ευτυχισμένος. Δεν μπορώ να δω ερωτικά τις γυναίκες.
– Και τι μπορείς να δεις ερωτικά; Τους άντρες; Είσαι πούsthς και μας το λες έτσι; Και τι περιμένεις; Να χαρώ; Να σε αγκαλιάσω και να πω πόσο περήφανος είμαι για σένα; ούρλιαζε σχεδόν ο Λεωνίδας.
– Λεωνίδα! Σε παρακαλώ, σταμάτα!
– Μάρω εσύ σταμάτα. Εδώ το καμάρι μας, μόλις παραδέχτηκε ότι είναι αδερφ@ra του κεραt@! Πούsthς! Ο γιος μου, πούsths!
– Μπαμπά, δεν περίμενα να καταλάβεις…
– Τι να καταλάβω; Πώς είναι δυνατόν; Αυτά είναι ανωμαλίες! Άντρας με άντρα ρε; Να ξεράσω μου έρχεται!
– Λεωνίδα, πάψε, ΤΩΡΑ! Παιδί μου, άφησέ μας μόνους με τον μπαμπά σου σε παρακαλώ. Θα το ξανά συζητήσουμε…, του έπιασε το χέρι και τον κοίταξε τρυφερά.

Ο Άλκης έφυγε με τα δάκρυα να ποτίζουν την ψυχή του δηλητήριο, σαν αυτό που έσταξε πριν λίγο ο μπαμπάς του. Τόσα χρόνια ζει όπως ορίζει το πρότυπο της κοινωνίας. Ο καλός γιος, το καλό παιδί, ο καλός μαθητής, ο άριστος φοιτητής, με την σχέση του αποδεκτή από τους γονείς, που δεν δημιουργεί προβλήματα, που ετοιμάζεται για την στρατιωτική του θητεία, που όλοι έχουν να λένε τα καλύτερα. Με την ψυχή του όμως μαύρη. Για το θέατρο που αναγκάζεται να παίζει από τότε που κατάλαβε ποιος είναι και τι θέλει. Δύο οι θεατρίνοι στην οικογένεια κι αυτός μεγάλο ταλέντο. Κανείς δεν κατάλαβε τίποτα εφτά χρόνια τώρα που ο ίδιος του ξέρει. Εφτά χρόνια από την μέρα που γνώρισε τον Πάρη, συνομήλικό του, από άλλο λύκειο. Αρχικά τρόμαξε. Ποτέ του δεν είχε νιώσει έλξη για κανένα κορίτσι, μα δεν τολμούσε να σκεφτεί ή να παραδεχτεί ότι τον έλκουν τα αγόρια. Μέχρι την πρώτη λυκείου που από το πολυκλαδικό λύκειο έκαναν επίσκεψη στο δικό του, γενικό λύκειο, μια ομάδα παιδιών.
Ανάμεσά τους ο Πάρης, ένα μελαχρινό παιδί, με σκουλαρίκι στο αυτί και μια σιγουριά στην κίνηση, στο βλέμμα, στον λόγο. Με την πρώτη ματιά που αντάλλαξαν, η καρδιά του γνώρισε τον χτύπο του έρωτα. Ήταν η πρώτη του σεξου@likή επαφή. Μα το κυριότερο, η γνωριμία με τον εαυτό του. Ο Πάρης, ήδη είχε μιλήσει στους γονείς του, που τον αποδέχτηκαν κι αυτό του έδινε φτερά. Μαζί του έμαθε να αγαπάει τον εαυτό του, να μη νιώθει ενοχικά για τις επιλογές του, να ζει. Κρυφά βέβαια. Στον δικό τους κόσμο. Εκείνον που δεν είχαν να ντραπούν για τίποτα.

Οι σπουδές τους χώρισαν. Ο Πάρης, πέρασε Αθήνα, ο Άλκης, Ξάνθη. Στην αρχή κάποιες επισκέψεις ο ένας στον άλλον κράτησαν ζωντανή την σχέση τους. Από κοινού αποφάσισαν πως δεν γίνεται να συνεχίσουν έτσι. Κράτησαν επαφές όμως. Στο πανεπιστήμιο ο Άλκης γνώρισε τον Μπίλλυ. Εντελώς διαφορετικός από τον Πάρη. Μάλλον έμοιαζε στον ίδιο, όπως ήταν πριν χρόνια, μες στις φοβίες και τα κόμπλεξ. Ανέλαβε τώρα αυτός τον ρόλο του απελευθερωτή, του ανθρώπου στήριγμα. Στην Ξάνθη ο Άλκης ήταν ο εαυτός του. Τα μάτια του έλαμπαν κοιτάζοντας τον Μπίλλυ. Στην Δράμα σκοτείνιαζε, έμπαινε στο ρόλο του γιου πρότυπο. Στην Δράμα, έπρεπε να παρουσιάζει σχέση με κοπέλα. Και βρήκε την Βιβή. Από την πρώτη στιγμή έδεσαν. Όχι ερωτικά φυσικά. Της τα είπε όλα. Κι εκείνη είχε ανάγκη από έναν καρδιακό φίλο. Είχε τα δικά της προβλήματα. Και έκαναν το ζευγάρι για να ρίχνουν στάχτη στα μάτια των γονιών του Άλκη. Πόσο θέατρο! Αυτή η οικογένεια γεννημένη για θέατρο! Η αλήθεια πονούσε…

Ο Λεωνίδας ανένδωτος. Δεν θα δεχόταν να είναι ο πατέρας του πούsth. Του ζήτησε να μην ξαναέρθει στη Δράμα.
Η Μάρω να πέσει να πεθάνει. Μα πώς μπορεί να του ζήτησε να αποκοπεί από τις ρίζες του;

Ο Άλκης τελείωσε το πανεπιστήμιο, ορκίστηκε, ο μπαμπάς του δεν ήταν στην αίθουσα. Τον χειροκρότησαν η διάσημη πια αδερφή του και η μαμά του, που ποτέ δεν άφησε την ομοφυλοφιλία να διαταράξει την σχέση τους. Ήταν ο γιος της και τίποτα δεν μπορούσε να το μαυρίσει. Ευτυχισμένο τον ήθελε κι αυτό το κατάφερε ο Άλκης της. Τελείωσε με άριστα την σχολή του, έπιασε δουλειά εκεί που ονειρευόταν, είχε τον Μπίλλυ να τον κοιτάζει με τόση αγάπη, να τον προσέχει. Όχι, δεν ήταν ό,τι ευκολότερο και για κείνη, μα οι γονείς οφείλουν να ανοίγουν το δρόμο στα παιδιά τους, να είναι πάντα στα μετόπισθεν αν χρειαστούν οτιδήποτε και να τα αφήνουν να είναι ο εαυτός τους, να ζουν τη ζωή όπως τη θέλουν τα ίδια κι όχι όπως την ονειρεύονται οι γονείς. Κι αυτό έκανε η Μάρω. Και για τα δύο της παιδιά. Όχι εύκολα, όχι. Με εσωτερική δουλειά και με γνώμονα την ευτυχία των παιδιών της.

Με τον τρόπο της, ήρεμα, αποδοτικά, σιγά σιγά, λιθαράκι λιθαράκι, αφήνοντας χώρο, χρόνο, τις αντιδράσεις να καταρρέουν, τον θυμό να ξεσπάει, την απογοήτευση να καταλαγιάζει, τα κατάφερε. Πήρε πολύ χρόνο. Έχασε ήδη πολλα από τη ζωή του γιου τους. Και τώρα, άνοιξε το σπίτι τους επιτέλους, να δεχτεί ξανά τον γιο τους.
– Μπαμπά…, είπε μόνο ο Άλκης και τα δάκρυα έτρεχαν, ένας κόμπος στο λαιμό, δεν του επέτρεψε να συνεχίσει.
– Αγόρι μου, συγχώρεσέ με… δεν τον άφησε ο Άλκης να πει τίποτα άλλο. Δεν χρειαζόταν. Έπεσε στην αγκαλιά του μπαμπά του και έκλαψε. Έκλαψε πολύ.

Είχε να δει ο ένας τον άλλον τρία χρόνια. Δεν είχαν σκοπό να αφήσουν άλλο χρόνο να τους χωρίσει. Δεν θα άφηναν ούτε και τον κόσμο, που έτσι κι αλλιώς, πάντα βρίσκει να πει, να τους πικράνει. Χρόνος, κόσμος, λόγια, ομοφυλοφιλία, ό,τι τους χώρισε, θα τα άφηναν πίσω.

Μπαμπάς και γιος, είχαν δύο συνδετικούς κρίκους. Την Μάρω, που ήταν μια σπουδαία μάνα, μια υποστηρικτική σύζυγος κι ένα ενωτικό πάπλωμα αγάπης και την δική τους σχέση, που κι αν δημιουργήθηκαν ρωγμές, η αγάπη είναι το πιο στερεωτικό υλικό, αυτό που όλα τα επουλώνει, τα προστατεύει, τα ενώνει.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading