Κούκλα Βουντού – Μέρος 1ο

Το καλοκαίρι τελείωσε και η νέα σχολική χρονιά έμελλε να βρει τον Νικόλα σε νέο σχολείο, με νέα δεδομένα και άγνωστους, για εκείνον, ανθρώπους.
Ευτυχώς, θα είχε στο πλάι του την Αλκμήνη.

Οι δύο τους ήταν αχώριστοι. Από τότε που τον υπερασπίστηκε για πρώτη φορά στην Δευτέρα Δημοτικού, έχρισε τον εαυτό της προστάτη του. Και αυτό το συμβάν ήταν αρκετό για να φέρει κοντά δύο ‘ιδιαίτερα’ παιδιά που η αγάπη και η φιλία τους έγινε τόσο δυνατή, σαν ασπίδα, απέναντι στα κακόβουλα λόγια και τα περίεργα βλέμματα των υπολοίπων. Συμμαθητών, δασκάλων και λοιπών ενηλίκων.

Μα και οι γονείς τους ήρθαν κοντά. Χάρη στην Αλκμήνη, ο Νικόλας αποδέχτηκε την μοναδικότητά του και χάρη στον Νικόλα, η Αλκμήνη μίλησε! Πώς ήταν δυνατόν να μην νιώθουν, λοιπόν, αμφότεροι ευγνώμονες για τα παιδιά;

****

 

Με το πρώτο κουδούνι έφτασαν στην εξώπορτα του σχολείου, συνοδεία των γονιών τους, και αμέσως αγκαλιάστηκαν.
«Έχουμε τόσα να πούμε…», είπε με βουρκωμένα, από συγκίνηση, μάτια η Αλκμήνη, χωρίς να έχει αποχωριστεί από την αγκαλιά της τον Νικόλα
«Τρεις μήνες ήταν αυτοί!», πρόσθεσε εκείνος με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά
«Κυρία Μάρα, θα πάω εγώ με τον Νικόλα μέσα. Μπαίνουμε Λύκειο πια. Μεγαλώσαμε… Τι λέτε;», πρότεινε η Αλκμήνη και η μαμά του, αν και φάνηκε αρκετά διστακτική, έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στο κορίτσι, υποχώρησε.
«Στις 2 θα είμαι απ’ έξω με το αυτοκίνητο να σας γυρίσω σπίτι.»
«Εντάξει, αν συμφωνεί και ο μπαμπάς.»
«Δεν έχω κανένα πρόβλημα», απάντησε ο κύριος Μανώλης, ο πατέρας της Αλκμήνης κι αφού φίλησαν τα παιδιά τους, έφυγαν.

«Έχουμε ακόμα 10 λεπτά μέχρι να χτυπήσει ξανά το κουδούνι και να μας καλέσουν να στοιχηθούμε. Δεν θέλω να μπούμε από τώρα μέσα. Χρειάζομαι την κουβέντα μας πρώτα. Πες μου, πώς πέρασες στη Σμύρνη;»
«Το ίδιο ακριβώς θα σου πρότεινα κι εγώ. Δεν αντέχω τα βλέμματά τους!», συμπλήρωσε η Αλκμήνη, τα λόγια της οποίας συνόδευε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. «Θα σου πω λοιπόν καλύτερα για την εκδρομή με τη γιαγιά μου στην Τουρκία…» και ξεκίνησε την αφήγηση από την στιγμή που πήραν το αεροπλάνο. Αναφέρθηκε σε τοπία, τοπικά φαγητά, αξιοθέατα, ιστορικά μνημεία ακόμα και παζάρια, μέχρι που έφτασε στο σημείο που της έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση, γιατί αποκαλύφθηκε ένα οικογενειακό μυστικό από την πλευρά της γιαγιάς της…

Όταν ακούστηκε ο διαπεραστικός μεταλλικός ήχος που καλούσε όλους τους μαθητές να μαζευτούν στο κέντρο του προαυλίου, ώστε να δοθούν οι απαραίτητες οδηγίες και να ακολουθήσει ο καθιερωμένος αγιασμός.
«Θα σου ολοκληρώσω στο πρώτο διάλειμμα», είπε η Αλκμήνη και πιάνοντας τις λαβές από το αναπηρικό καροτσάκι, πέρασαν με τον Νικόλα την πόρτα του σχολείου.

Όπως είχαν προβλέψει, όλα τα παιδιά έστρεψαν τα μάτια τους πάνω τους και βάζοντας τα χέρια μπροστά στο στόμα σχολίαζαν ή ακόμα και κορόιδευαν το θέαμα.
Γιατί το αδύνατο αγόρι στο αναπηρικό καροτσάκι συνόδευε ένα ψηλόλιγνο, κάτασπρο σαν το χιόνι, με μαύρα μακριά μαλλιά και μαύρα μάτια κορίτσι.
Αλλά δεν τους ένοιαξε. Είχαν ο ένας τον άλλον!

Για καλή τους τύχη ήταν στο ίδιο τμήμα. Και φυσικά έκατσαν στο ίδιο θρανίο. Το πρώτο μπροστά αριστερά, δίπλα στην πόρτα, από το οποίο είχε φροντίσει ο υπεύθυνος για το τμήμα, καθηγητής, να λείπει μια καρέκλα για να χωρέσει το καροτσάκι.

Το μοίρασμα των βιβλίων έγινε γρήγορα και το μάθημα ξεκίνησε χωρίς καμία καθυστέρηση, κάνοντας την πλειοψηφία των μαθητών να δυσανασχετήσει. Μέσα σε αυτούς δεν ήταν η Αλκμήνη και ο Νικόλας. Αγαπούσαν πολύ τη γνώση και τη μάθηση. Εξ ου και το Αριστείο που έλαβαν έκαστος με την ολοκλήρωση και των τριών τάξεων του Γυμνασίου. Η στάση τους αυτή, όμως, δεν καλοφάνηκε σε μια τετράδα από αγόρια που είχε ήδη σχηματιστεί και φαίνονταν ότι θα είναι οι ‘ταραξίες’ της τάξης.

Αφού πέρασαν τα πρώτα 50 λεπτά, χτύπησε το κουδούνι για διάλειμμα και χωρίς καθυστέρηση τα τέσσερα αγόρια περικύκλωσαν το θρανίο της Αλκμήνης και του Νικόλα.
«Κοιτάξτε ρε κάτι φρικιά που μου θέλουν και μάθημα!», φώναξε ένας από αυτούς, ενώ ο άλλος είπε δυνατά «Ας ΠΕΡΠΑΤΗΣΟΥΜΕ προς τα έξω να αφήσουμε τα ερωτευμένα παιδιά μόνα τους!» και με ηχηρά, κακεντρεχή γέλια βγήκαν από την τάξη, ενώ από τους υπόλοιπους άλλοι γέλαγαν κι άλλοι τους κοιτούσαν με λύπηση.

«Μην δίνει σημασία Νικόλα. Ένα μάτσο κακομαθημένα είναι! Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια!», προσπάθησε να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα η Αλκμήνη, αλλά ήδη τα μάτια του είχαν κοκκινίσει και με το ζόρι κρατούσε τα δάκρυά του.
«Δεν ήταν επιλογή μου. Έτσι γεννήθηκα… Κάθε χρόνο και πιο δύσκολα…», σκέφτηκε και τα δάκρυα που με τόση δύναμη πάσχιζε να συγκρατήσει, έπεφταν σαν στάλες βροχής πάνω στο ανοιχτό του τετράδιο.
«Αα δεν θέλω τέτοια! Κοίταξέ με! Εμείς είμαστε μαχητές! Και το έχουμε αποδείξει σε όσους μας αμφισβήτησαν ανά τα χρόνια! Λοιπόν, σκούπισε μύτη και μάτια γιατί πρέπει να σου ολοκληρώσω την ιστορία από το ταξίδι με τη γιαγιά μου», του είπε η Αλκμήνη και του έδωσε ένα χαρτομάντιλο.

Ο Νικόλας όντως σταμάτησε να κλαίει. Την κοίταξε με ευγνωμοσύνη στα μάτια και χαμογέλασε “Τί θα έκανα χωρίς εσένα;”, της είπε κι εκείνη ανταπέδωσε με ένα μειδίαμα και συνέχισε την ιστορία της.
-…Φτάσαμε που λες με τη γιαγιά μου, την Κόννα, στον τελευταίο πάγκο του κεντρικού παζαριού στην πόλη της Σμύρνης. Είχαμε περάσει, όπως σου προείπα, και από άλλους με πιο πολύτιμα αντικείμενα, όπως χρυσαφικά και κοσμήματα και όλοι τους περίμεναν πώς και πώς να τους κάνεις παζάρι για να αγοράσεις κάτι από την πραμάτεια τους…
-Λες να ήταν κλεμμένα;, την διέκοψε με γουρλωμένα μάτια ο Νικόλας που κρεμόταν από τα χείλη της και ανέμενε την ολοκλήρωση της αποκάλυψης του μυστικού. Είχε ήδη ξεχάσει το δυσάρεστο συμβάν που προηγήθηκε.
-Ποιος ξέρει; Αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Άκου! Πάνω στον τελευταίο πάγκο υπήρχαν μαγικά ‘τζουμάνια’, όπως τα αποκαλούσαν, φίλτρα για να σε ερωτευτεί ο άλλος – εκεί λύθηκαν και οι δύο τους στα γέλια – και κούκλες βουντού! Σαν αυτές που βλέπουμε στις ταινίες! Που βάζεις μια τρίχα και ελέγχεις τον άλλον!
-Αα μην συνεχίζεις! Ανατρίχιασα! Τι πράγματα σατανικά είναι αυτά; Και τι σχέση έχει η κυρία Κόννα με αυτά;
-Ήταν μάγισσα Νικόλα! Μάγισσα της Σμύρνης!, είπε χαμηλόφωνα η Αλκμήνη και τότε το κουδούνι για να επιστρέψουν οι μαθητές στις τάξεις τους, τους διέκοψε ξανά.

Καθ’ όλη τη δεύτερη διδακτική ώρα, ο Νικόλας ήταν χαμένος στις σκέψεις του. Ούτε τον καθηγητή που του απηύθυνε τον λόγο άκουσε, ούτε τα αγόρια που συνέχιζαν να τον μειώνουν. Είχε μαζέψει τόσες ερωτήσεις στο μυαλό του και ανυπομονούσε να έρθει το επόμενο διάλειμμα για να πάρει τις πολυπόθητες απαντήσεις από την φίλη του.
Και επιτέλους η ώρα έφτασε! Ντριιιν!

Μα πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα του να μιλήσει στην Αλκμήνη, η τετράδα ήταν ήδη πίσω του. Άρχισαν να κλωτσάνε με μανία τις ρόδες του καροτσιού. Η Αλκμήνη σηκώθηκε και προσπάθησε να τους απωθήσει, μα με ένα δυνατό σπρώξιμο βρέθηκε με ματωμένο φρύδι στο πίσω θρανίο.
“Δεν θα κάνετε τίποτα;”, ούρλιαξε στον καθηγητή, ο οποίος διέταξε τα τέσσερα αγόρια να τον ακολουθήσουν στο γραφείο του Λυκειάρχη.
“Εμείς;”, ρώτησε με αίματα να τρέχουν προς το δεξί της μάτι.
“Κατεβείτε στη νοσοκόμα”, απάντησε αδιάφορα και βγήκε από την τάξη
“Πάει καλά; Πώς θα κατέβουμε; Του σπάσανε το καροτσάκι!”, φώναζε η Αλκμήνη, αλλά κανείς δεν νοιάστηκε να βοηθήσει. Τα υπόλοιπα παιδιά βγήκαν γρήγορα από την τάξη για να μην πάρουν καμία ευθύνη και έτσι ο Νικόλας και η Αλκμήνη έμειναν μόνοι τους.

“Άι στο δι@βολο όλοι σας!”, είπε μέσα από τα δόντια της και αφού επιβεβαίωσε ότι ο Νικόλας είναι καλά, του εγγυήθηκε πως σε λίγα λεπτά θα ήταν πίσω και έφυγε με μεγάλα βήματα.

Προσπέρασε το γραφείο της νοσοκόμας και μπήκε σαν σίφουνας, με τα αίματα να έχουν ξεραθεί στο δεξί μέρος του προσώπου της, στο γραφείο των καθηγητών. Απαίτησε να καλέσει τους γονείς της και εκείνοι αδιάφοροι της έδειξαν το σταθερό.

Η Αλκμήνη νευρίασε ακόμα περισσότερο με την απάθεια που τους διέκρινε όλους, αλλά αποφάσισε να αφήσει τους ενήλικες να χειριστούν την κατάσταση.
Κι έτσι έγινε.

Μετά από λίγα λεπτά ο πατέρας της και η μητέρα του Νικόλα ήταν στο σχολείο.
Μα η αδιαφορία από πλευράς καθηγητών δεν έπαψε να είναι εμφανής ούτε μπροστά στους γονείς.
“Τι να κάνουμε κυρία μου; Συμβαίνουν αυτά. Παιδιά είναι, θα τσακωθούν θα πουν και καμιά κουβέντα παραπάνω…”, έλεγε σε ήρεμο τόνο ο λυκειάρχης
“Ακούτε τι λέτε; Και το καροτσάκι του παιδιού μου ποιος θα το αναλάβει; Ξέρετε πόσο κοστίζει; Και τα παιδιά αυτά ποιος θα τα συνετίσει; Δεν σας ενδιαφέρει που θα το ξανακάνουν; Τι σημαίνει ‘κάναμε μια επίπληξη’; Θα φοβούνται δηλαδή τα παιδιά να έρθουν σχολείο;”, απάντησε σε έντονο τόνο η κυρία Μάρα

“Ίσως δεν έπρεπε να έρθουν σε Γενικό Λύκειο. Εμείς ό,τι ήταν να κάνουμε, το κάναμε. Από εκεί και πέρα βρείτε τα με τους κηδεμόνες των νεαρών. Από εμένα έχει το ελεύθερο ο γιος σας και η άλλη κοπέλα να φύγουν για σήμερα, χωρίς απουσίες”, της ανακοίνωσε διατηρώντας αυτό το εκνευριστικά απαθές ύφος και έκλεισε την πόρτα του γραφείου του.

Όση ώρα συνέβαιναν αυτά, η Αλκμήνη καθόταν έξω από το γραφείο και περίμενε, οι υπόλοιποι συμμαθητές της ήταν εκεί κοντά, έτοιμοι να μαζέψουν το οποιοδήποτε ψήγμα κουτσομπολιού, ενώ ο Νικόλας είχε μείνει μόνος και άπραγος στην αίθουσα. Δεν είχε κλάψει αυτή τη φορά. Στο μυαλό του γύριζαν άλλες σκέψεις…

Αγγελική Ανδριοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Κούκλα Βουντού – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading