Η ζωή κάποιες φορές έχει τόσο μαύρο χιούμορ που είναι σίγουρο πως σε κοροϊδεύει, την ακούς ξεκάθαρα να καγχάζει στ’ αυτιά σου.
Σαλαμίνα, 1948, το ζεύγος Τσουλούφη περίμενε το δεύτερο παιδί τους. Κόρη, με έτοιμο το όνομά της απ’ την πεθερά της, την Θεοχαρούλα. Σίγουροι πως θα κληρονομούσε την καλοσύνη, την σπιρτάδα και την γλύκα της. Επτά Οκτωβρίου ήρθε στον κόσμο κλαίγοντας. Η μαμή βγήκε να πει τα νέα στον πατέρα, δαγκωμένη. Η μπέμπα έδειχνε υγιέστατη, μα ήταν άσχημα σφραγισμένη απ’ την μοίρα: Κάτω απ’ το αριστερό της μάτι ξεκινούσε ένα σκούρο τριχωτό σημάδι και έφθανε πίσω μέχρι το μισό κρανίο της. Φαρμακωμένη η μάνα, ούτε να τη θηλάσει δεν ήθελε. Ο μεγαλύτερος αδελφός της, ο Κωστής, την πρώτη φορά που έτρεξε πάνω απ’ την κούνια της να την δει, ήταν και η τελευταία του. Όσο για τον κύρη του σπιτιού, ήδη σκεφτόταν πως θα τάιζε άλλο ένα άχρηστο στόμα που δε θα παντρευόταν ποτέ, ποιος θα την έπαιρνε έτσι παραμορφωμένη, πώς θα κυκλοφορούσε στο χωριό, ρεζίλι θα τους έκανε. Ντρεπόταν ακόμα και να την φωνάζουν Χάρις, πόσο οξύμωρο ακουγόταν, έγινε η «Μαύρη».
Ούτε σχολείο την στείλανε, ανέλαβε όλες τις δουλειές του σπιτιού από νωρίς, η μητέρα της ήταν φιλάσθενη. Χαντακώθηκε στα οικιακά, το λίγο που υστερούσε στην ανάπτυξη, έγινε χάος που την ρούφηξε. Όταν πεθάνανε οι γονείς της, ο αδελφός με την γυναίκα του πουλήσανε το πατρικό και μετακομίσανε στην Αθήνα. Άλλωστε την είχε από καιρό σχεδόν κλειδώσει την αδελφή του στο ανεξάρτητο υπόγειο του σπιτιού, είχε ξεχάσει να μιλάει με άνθρωπο. Η νύφη της δεν ήθελε ούτε να την αντικρίζει, της χάλαγε την αισθητική της. Δεν έφερε καμία αντίρρηση η Χάρις, ίσως ήταν καλύτερα στον μικρόκοσμό της. Ο νέος ιδιοκτήτης ήταν δεύτερης γενιάς Έλληνας της Αμερικής, μόλις εικοσιεπτά χρονών, αλλά γεμάτος ενέργεια και γνωριμίες. Ξεκίνησε την ανακαίνιση αμέσως. Αυτός θα έμενε στον πρώτο όροφο και το ισόγειο θα έκανε δυο αίθουσες για την σχολή χορού!
1988, ο πολιτισμός κάλπαζε στο νησί. Ο ξενόφερτος κύριος Ποζ Έντισον, έφερε τα πάνω κάτω. Η Χάρις αναγκάστηκε να ξεμυτίσει. Ο ένας δεν μιλούσε λέξη Αγγλικά, ο άλλος κουτσοκαταλάβαινε Ελληνικά, η συνεννόηση στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Την προσέλαβε για καθαρίστρια. Κουκουλωμένη σχεδόν ολόκληρη με την μακριά μαντίλα της, ανεβοκατέβαινε τα σκαλιά πολλές φορές. Εκτάκτως αν χρειαζόταν κάτι τα πρωινά, αλλιώς αφού σχολάγανε τα τμήματα. Για την ακρίβεια, τουλάχιστον μια ώρα πριν πήγαινε και κρυφοκοίταγε. Κρατιόταν απ’το κοντάρι της σφουγγαρίστρας η Χάρις και τα πόδια της ακολουθούσαν τον ρυθμό των χορευτών. Σαν φεύγανε και οι τελευταίοι, πριν ξεκινήσει το σκούπισμα στην ησυχία του χώρου, αντέγραφε ό,τι είχε δει. Πόσο της άρεσε αυτό, δεν λεγόταν. Έπρεπε να περάσει τα σαράντα της, για να νιώσει βασίλισσα στον χώρο της, με τον χορό της! Λατρεμένη συνήθεια της είχε γίνει.
Αποδείχτηκε πως τελικά το βαπτιστικό της έκρυβε την αλήθεια: η χάρη της στην κίνηση ήταν μαγική! Η ίδια δεν το ένιωθε, μα ευχαριστιόταν τόσο πολύ την αυθόρμητη ανταπόκριση κάθε εκατοστού του σώματός της! Κάποιες φορές παρασυρόταν κιόλας και τελείωνε την καθαριότητα περασμένα μεσάνυχτα. Ένα τέτοιο βράδυ, έτυχε να δει ο Ποζ τα φώτα αναμμένα και θεώρησε πως τα ξέχασε η Χάρις. Κατέβηκε και αντίκρισε το πιο αιθέριο θέαμα της ζωής του. Είχε πετάξει το κεφαλοκάλυμά της, τα μαλλιά της μαύρα και στιλπνά κυματίζανε και η ίδια σαν αερικό ελαφροπατούσε ρυθμικά στο παρκέ, σε κάθε της ελιγμό χαμογελούσε! Ο Ποζ αθόρυβα πήγε και άνοιξε την μουσική. Πισωπάτησε η γυναίκα, τρομαγμένη. Αυτός την πλησίασε, της έπιασε το χέρι, της έσκασε το πιο εγκάρδιο χαμόγελό του και την παρέσυρε!
Καθιερώσανε όποτε μπορούσε ο δάσκαλος, να δείχνει στην πιο πιστή του μαθήτρια. Έχοντας ξεκινήσει από την Δόρα Στράτου, οι παραδοσιακοί σκοποί ήταν το στοιχείο του. Βρήκε στην Χάρις, ακριβώς αυτό που έψαχνε. Της μεταλαμπάδευσε όλη την γνώση και την τεχνική του, αναγνώρισε το ταλέντο και την αγνή αγάπη για τον χορό. Με ιδιαίτερο τρόπο, ο ένας θαύμαζε τον άλλον και η περίεργη αυτή σχέση έτρεφε και τους δύο. Η λάμψη και η αυτοπεποίθηση της Χάρις άργησε, αλλά επιτέλους έλαμψε. Όσο για τον νεαρό, ένιωθε λες και βρήκε το πολυτιμότερο διαμάντι στο βούρκο.
Δέκα χρόνια περάσανε έτσι, ο Ποζ έκανε οικογένεια και η Χάρις άνηκε σε αυτήν! Η γυναίκα του την αντιμετώπισε σαν μεγάλη αδελφή και ο γιος τους σαν την θεία του. Της είχε αγοράσει και ένα σπιτάκι λίγο παρακάτω, με αντάλλαγμα το υπόγειό της! Με ψηλά το κεφάλι πια κυκλοφορούσε στην αγορά, ήταν ανεξάρτητη γυναίκα, δεν την ένοιαζε το σημάδι, αυτό που την καταδίκασε, τώρα την έκανε μοναδική! Κοινωνικοποιήθηκε, μπορεί να μην τα καταλάβαινε όλα κατευθείαν, όμως συνειδητοποίησε πως δεν είναι ούτε μόνη της και κυρίως ούτε για λύπηση. Είχε ανακαλύψει αυτό το κάτι που πολλοί θα το ζηλεύανε, από ασχημόπαπο αναγεννήθηκε σε νεράιδα!
Ήρθε ο καιρός για την δύσκολη απόφαση, Αύγουστο του 2008 έπρεπε να εγκαταλείψουν την Ελλάδα και να επιστρέψουν στην Αμερική, οι ευκαιρίες για την καριέρα του Ποζ τον περιμένανε στο Σικάγο. Η Χάρις αρνήθηκε να τους ακολουθήσει. Μάλιστα ο Ποζ την εκβίασε πως δε θα την πάρει ούτε τηλέφωνο αν δεν πάει μαζί τους, θα ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του. Δε θέλησε ούτε να τους χαιρετίσει, δεν άντεχε. Κλείστηκε στους τέσσερεις τοίχου, κλαίγοντας σιωπηρά.
Δυο μήνες μετά, ξημερώματα 7ης Οκτωβρίου ο Ποζ και ο μοναχογιός του, σκοτώθηκαν σε τροχαίο με την μηχανή του. Η Χάρις δεν το έμαθε ποτέ. Αλλά το ίδιο βράδυ, στα εξηκοστά της γενέθλια, άνοιξε την εξώπορτα της διάπλατα, όταν η καμπάνα σήμανε έντεκα. Σήκωσε το βλέμμα ψηλά, λες και περίμενε κάποιο σύνθημα πριν ξεκινήσει να κλώθει τα βήματά της.
Από τότε χορεύει στα σκοτάδια, όποτε της το επιτρέπει ο καιρός. Αν πέσει σε διαβάτη, σταματά και κάθεται κούρκουδα στην άκρη του δρόμου. Και μόλις την προσπεράσει, συνεχίζει με τον αόρατο συνοδό της, χαμογελαστή σιγομουρμουρίζοντας τον σκοπό του Κουλουριώτικου. Το ανδρίκιο χασάπικο που στα κρυφά τής είχε μάθει εκείνος και αποκλειστικά μαζί του χανόταν οι δυο τους στα ζαλιστικά βήματά του, λες και δεν πατάνε χάμω. Ακούραστη σείεται σύγκορμη τις νύχτες στα πλακόστρωτα σοκάκια. Η παρηγοριά στην ζωή της είναι αυτός ο ιδιόμορφος φόρος τιμής στον δάσκαλό της, που στα μισόκλειστα μάτια της, την συνοδεύει καμαρωτός. Τεντώνεται η Χαρούλα ως τον ουρανό, σκύβει μέσα απ’ τα σύννεφα ο Ποζ, σμίγουν τα χέρια τους σταυρωτά μέχρι να τους χωρίσει το ξημέρωμα! Ως την επόμενη νύχτα που θα κεντήσουν με τα πατήματά τους γη και ουρανό! Αφού η Χάρις κατάλαβε έστω και αργά στο πετσί της το σαρδόνιο χιούμορ της πλάσης, οφείλει να της το αντιγυρίσει με τις φούρλες της, να διασκεδάσει, να της γελά κατάμουτρα! Και όχι μόνο αυτή!
Μαρίτσα Καρά
