Λίγη ώρα μετά, το τηλέφωνο της Κατερίνας άρχισε να χτυπάει…
«Η Μαρία!», είπε στα κορίτσια και σήκωσε το τηλέφωνο.
«ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΟΝΤΣΟ ΜΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ;», άρχισε να ουρλιάζει από την άλλη γραμμή.
«Δεν θα φτάσω στην Ελαφόνησο! Θα πάθω καρδιά στη διαδρομή! Στο μπαλκόνι είναι!», της απάντησε ήρεμα και της έκλεισε το τηλέφωνο.
«Πού είναι;», ρώτησε η Εύα.
«Ξεκινάνε σε ένα λεπτό!», είπε η Κατερίνα και βαθιά μέσα της το ήλπιζε.
Τα κορίτσια στο πρώτο αμάξι περνούσαν εξαιρετικά στο ταξίδι τους. Συζητούσαν, έπιναν καφέδες, γελούσαν. Ο μικρός ξύπνησε και τους έκανε νάζια. Έκαναν στάσεις για να ξεπιαστούν. Το άλλο αυτοκίνητο ούτε φωνή, ούτε ακρ…
«Πάλι η Μαρία με παίρνει!», είπε η Κατερίνα κρατώντας πια την ψυχραιμία της.
«Τι έπρεπε να πάρω μαζί μου;», ρώτησε η Μαρία ενώ μιλούσε στην αδερφή της από το ηχείο του αυτοκινήτου, γεγονός που σήμαινε ότι είχαν ξεκινήσει.
«Τι εννοείς Μαράκι μου με το ‘τι έπρεπε να πάρεις μαζί σου’; Στα είχα αφήσει όλα στο χολ! Όλα ήταν μπροστά στην πόρτα!», η φωνή της Κατερίνας έσπαγε από την ταραχή και την απελπισία.
«Ναι ναι το ξέρω! Αυτά τα πήρα! Έπρεπε να πάρω κάτι άλλο;»
«Όχι, Μαράκι μου!»
«ΟΚ! Πού είστε;»
«Στον δρόμο!»
«Α! Και εμείς!»
«Γεια σου Μαρία!».
Η Κατερίνα της έκλεισε το τηλέφωνο και έγειρε πίσω στο κάθισμά της. Η Εύα και η Αγνή συνέχιζαν να συζητούν…
«Καλέ! Ανέβασαν και στόρι!», είπε η Εύα.
«Τι ανέβασαν;», ρώτησε η Κατερίνα και η Εύα τους έδειξε ένα χιουμοριστικό βίντεο με πρωταγωνίστριες την Μαρία, τη Φιλίτσα και την Αφροδίτη.
«Συγνώμη! Το σκυλί πού είναι;», ρώτησε η Εύα και η Κατερίνα άσπρισε.
«Λέτε να ξέχασε το σκυλί;», ρώτησε η Αγνή και η Κατερίνα άρχισε να πληκτρολογεί το τηλέφωνο της αδερφής της.
«Έλα Κατερίνα μουυυυυ!»
«Δεν θα σχολιάσω το πόσο ξ3φτιλισμένες είστε που ανεβάζετε στόρι… Μια ερώτηση θέλω να κάνω… το σκυλί πού είναι;»
«Εδώ καλέ!», απάντησε η Μαρία
«Πίσω με την Αφροδίτη!», σιγοντάρισε η Φιλίτσα
«Πάλι καλά! Πίστευα ότι την ξεχάσατε στο σπίτι!»
«Α! Καλά! Ό,τι να ‘ναι!»
«Πού είστε;»
«Στο δρόμο! Εσείς;»
«Περάσαμε και την Κόρινθο! Ερχόμαστε!»
«Κιόλας; Τρέχεις Μαρία!»
«Γεια σου Κατερίνα μουυυυυ!».
«Να ξέρεις… δεν έχουν περάσει ακόμα την Κόρινθο. Βλέπω τη Φιλίτσα από την τοποθεσία του κινητού. Είναι τουλάχιστον 1,5 ώρα πίσω μας. Να δω τι θα κάνουμε όταν φτάσουμε!»
«Ρε, δεν αντέχω να την ξαναπάρω τηλέφωνο και να τη βρίσω. Έχω συγχυστεί ήδη πάάάάάάρα πολύ!», είπε η Κατερίνα και έγειρε στο κάθισμα κρατώντας τον μικρό από το χεράκι.
Μετά την τρίτη στάση και τον δεύτερο καφέ, τηλεφωνήσανε ξανά στο αυτοκίνητο της Μαρίας.
«Έλα! Πού είστε;»
«Πίσω σας! Πόση ώρα σας λέει το GPS;»
«1 ώρα και 20 λεπτά για Νεάπολη! Κανόνισε να πάρουμε το ίδιο ferry boat!»
«Ναι ρε! Μία ώρα και σαράντα λέει σε εμάς. Θα σας φτάσω! Η Αγνή έτσι κι αλλιώς δεν τρέχει!»
«Καλά Μαράκιιιιιιι!».
Και το ταξίδι προχωρούσε μέχρι που έφτασε το πρώτο αμάξι στη Νεάπολη για να πάρει το ferry boat…
«Είδατε; Θα το προλάβουμε το ferry των 10.30! Όπως ακριβώς το είχαμε υπολογίσει!», είπε η Αγνή.
«Ναι! Εμείς θα το προλάβουμε! Οι άλλες δεν ξέρω…».
Το αυτοκίνητο της Αγνής έφτασε στην Ελαφόνησο όπως ήταν φυσικό, πρώτο! Η Κατερίνα μαζί με τον μικρό πήγε να κάνει check in, ενώ η Αγνή πήγαινε το αμάξι στις θέσεις που είχαν κλείσει για να στήσουν τις σκηνές τους. Η Εύα ακολουθούσε παρατηρώντας την τοποθεσία της Φιλίτσας ώστε να δει πού βρίσκονται.
«Ρε! Είναι ακόμα μακριά από τη Νεάπολη! Τι θα κάνουμε; Έχουν όλο τον εξοπλισμό!», έλεγαν απελπισμένες η Αγνή με την Εύα.
«Κορίτσια, δεν μπορώ να κάνω κάτι! Ή θα πεθάνω ή θα τη σκοτώσω! Δεν γίνεται διαφορετικά!», έλεγε η Κατερίνα μες στην απελπισία της.
«Είναι 11.15. Τι ώρα θα φτάσουν; Δεν έχουμε ούτε νερό. Ούτε εξοπλισμό. Το μωρό πεινάει, νυστάζει και ζεσταίνεται. Εμείς θα πάθουμε ηλίαση. Ούτε να κάτσουμε δεν έχουμε!», έλεγε η Αγνή.
Η Κατερίνα σκεφτόταν πως θα τους βγει ξινή η πρώτη μέρα. Από τη μια η ταραχή με τις άλλες και από την άλλη η κούραση από το ταξίδι. Δεν θέλει και πολύ ο άνθρωπος για να σαλτάρει. Έπρεπε όμως κάτι να κάνει… Κάπως να τις κάνει να ξεχαστούν και παράλληλα να πάρει την αδερφή της να δει που σκ@τ@ είναι!
«Αγνή; Θες να στήσουμε ό,τι έχουμε φέρει εμείς; Θα κρατήσει η Εύα τον μικρό!», της είπε η Κατερίνα και η Αγνή συμφώνησε. «Κάτσε να τις πάρω ένα τηλέφωνο!».
«Έέέέέλααααα Κατερίίίίνα μου! Τι θες;»
«Παραείσαι ειρωνική και δεν μου αρέσει! Πού είστε επιτέλους;»
«ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ!»
«Μη φωνάζεις! Αν είχατε ξεκινήσει όταν έπρεπε, δεν θα σας έπαιρνα τόσα τηλέφωνα. Θα ήσασταν εδώ, θα είχαμε στήσει και θα τώρα θα πηγαίναμε για μπάνιο!»
«Αυτό θα κάνουμε! Μπάνιο… Μπάνιο!»
«Ξέχνα το! Θα στήσουμε και μετά! Πού είστε;»
«Στο ferry. Ερχόμαστε!»
«Άντε!».
Η Κατερίνα και η Αγνή ξεκίνησαν να ανοίγουν τις σκηνές και να στήνουν ό,τι είχαν στο δικό τους αμάξι και με ό,τι εργαλείο είχαν, διότι όόόόόλα ήταν στο αμάξι της Μαρίας. Ξεκίνησαν να στήνουν με την ελπίδα ότι δεν θα αργούσαν…
Μπιιιιιπ! Μπιιιιιιιπ! Μπιιιιιιιιιπ! Φωνές, κόρνες… Χαμός!
«Καλά! Τόσο μακριά από την θάλασσα βρήκαν να μας βάλουν! Χάλια! Απαίσια! Α, τι κάνετε; Στήνετε;», είπε η Μαρία ενώ ακόμα δεν είχε παρκάρει το αυτοκίνητο.
«Να ήσουν εδώ πριν κάνουμε check in, να κάνεις τα παράπονά σου! Τώρα τελείωνε, κατέβα να βοηθήσεις!»
«Ηρέμησε λίγο, Κατερίνα μου! Τώρα ήρθαμε! Να πάρουμε μια ανάσα!», είπε η Μαρία στις καταϊδρωμένες και φουλ εκνευρισμένες Κατερίνα και Αγνή που την κοιτούσαν με απόγνωση.
«Λοιπόν… Τι κάνουμε; Άντε γρήγορα γιατί θέλω να πάω για μπάνιο!», είπε η Μαρία και συμφώνησαν όλες.
«Στήνουμε όλες τις σκηνές να είναι έτοιμες και μετά πάμε θάλασσα!», είπε η Αγνή.
«Τέλεια!».
Πραγματικά, μέσα σε ένα τέταρτο ήταν όλα έτοιμα. Τρεις σκηνές στημένες. Ολόκληρο σαλόνι για σου σου με τραπεζάκι και καρέκλες. Ψυγεία γεμάτα νερά και λιχουδιές. Μανταλάκια και σκοινιά έτοιμα για άπλωμα. Στρώματα στρωμένα με σεντόνια. Ρούχα τακτοποιημένα. Πολύμπριζα έτοιμα για τους ανεμιστήρες και τους φορτιστές. Παιδί και σκυλί με μπόλικο νερό και λιχουδίτσες και τα αυτοκίνητα τακτοποιημένα.
«Μαγιό βάζουμε και φεύγουμε!», είπε πανευτυχής η Αγνή και κίνησε να ετοιμαστεί. Ακολούθησε και η Κατερίνα ενώ οι υπόλοιπες ήταν ήδη έτοιμες. Μόλις η εξάδα ήταν έτοιμη, φορτώθηκαν όλες με τις τσάντες της θάλασσας, το παιδί, το σκυλί και έκαναν να κατηφορίσουν προς την παραλία.
«Ώπα! Ώπα!», έκανε η Μαρία και όλες κοκκάλωσαν. Μες στον ήλιο. Φορτωμένες.
«Τι είναι πάλι;»
«Το SUP να φουσκώσω! Μισό λεπτό!», είπε η Μαρία
«Ναι! Ναι! Έχουμε photoshooting!», συμφώνησαν και οι άλλες
«Πάρε το με την τσάντα να το φουσκώσουμε κάτω!», είπε η Αγνή.
«Είσαι τρελή; Να φορτωθούμε τόσα; Θα το πάρουμε φουσκωμένο!»
«Ναι, έχεις δίκιο! Δεν είμαστε ήδη περίεργο θέαμα! 6 χ@ζές φορτωμένες σαν γαϊδούρια, ένα μωρό που κοιμάται στο μάρσιππο και ένα σκυλί ταλαίπωρο! Με το φουσκωμένο SUP παραμάσχαλα θα συμπληρωθεί η εικόνα!», είπε η Κατερίνα και η Αγνή γέλασε.
Η Μαρία δεν πτοήθηκε! Φούσκωσε το SUP, έκανε τη σωστή μοιρασιά πραγμάτων και κίνησαν όλες μαζί για την παραλία λες και έπαιζαν σε βίντεο κλιπ.
«Τι θα περάσουμε, Θεέ μου!», είπε η Κατερίνα που στεκόταν πιο πίσω μαζί με την Αγνή.
«Έλα ντε, φίλη μου! Έλα ντε!».
Κατερίνα Μοχράνη
Τέλος
