Σε λάθος μάτια

«Καλησπέρα σας! Έχετε κράτηση;».
«Ναι ναι! Είμαστε από την Κέλλυ. Στο όνομα ‘Κατερίνα’».
«Φανταστικά! Οι δυο σας;»
«Ναι!», είπε ο Λουκιανός και έσφιξε το χέρι της Κατερίνας που βρισκόταν λίγη ώρα κλεισμένο στην παλάμη του.
«Περάστε!».

Ο υπεύθυνος τους συνόδευσε στη δεύτερη σειρά τραπεζιών και το δικό τους ήταν στην ίδια ευθεία με την Κέλλυ. Έτσι η Κατερίνα θα μπορούσε να θαυμάσει την καλύτερή της φίλη με την ησυχία της. Τη λάτρευε τη φωνή της! Δεν βαριόταν ποτέ να την ακούει να τραγουδάει και να που τώρα, μετά από τόσο καιρό, κατάφερε να πάει να τη δει και στο μαγαζί που δούλευε. Μόλις η Κέλλυ την είδε, έσπευσε να τη χαιρετήσει!

«Επιτέλους ρε Κατερινάκι! Ήρθες να δεις την κολλητή σου ρε; Πω πω μεγάλη μέρα! Γειά σου, Λουκ!».
«Γεια σου Κελ! Ωραία είστε εδώ! Η Κατερίνα είχε λυσσάξει. Το περίμενε πώς και πώς!».
«Ναι, μωρέ! Θα τη λυπηθούμε κιόλας! Δεν ήρθες στην πρεμιέρα! Δεν το ξεχνάω!».
«Έλα μωρέ Κελλού μου! Αφού έτρεχα με τη δουλειά! Κοιτά τώρα… Είμαι εδώ! Αυτό δεν έχει σημασία;».

Η Κέλλυ την κοίταξε καλά-καλά, της χαμογέλασε και την έκλεισε στην αγκαλιά της. Δεν μπορούσε να της κρατήσει κακία της Κατερίνας. Είχε περάσει πολλά τον τελευταίο χρόνο οπότε και μόνο που ήταν εκεί της έφτανε. Τόσο την αγαπούσε!

«Ναι! Αυτό έχει σημασία! Κάτσε! Παραγγείλτε φαγητά. Το κρασί δικό μου και βάλτε μου και ένα ποτηράκι να το έχω εύκαιρο!», τους είπε η Κέλλυ πηγαίνοντας να πάρει τη θέση της πίσω απ’ το μικρόφωνο.

Οι ώρες πέρασαν και το μαγαζί άρχισε να γεμίζει ασφυκτικά. Η Κατερίνα όμως έβλεπε τη φίλη της πεντακάθαρα. Για εκείνη είχε πάει εξάλλου. Το κέφι άφθονο! Το φαγητό και το κρασί το ίδιο… Η Κατερίνα και ο Λουκιανός απολάμβαναν την έξοδό τους στο έπακρο. Πού και πού αντάλλαζαν και κανένα φιλί! Ο Λουκιανός δεν ήθελε να δίνει δικαιώματα όταν ήταν έξω. Η Κατερίνα από την άλλη, επειδή ήταν χείμαρρος, αυτό του το κουσούρι την δυσκόλευε. Ήθελε πάντα -μα πάντα!- να δείχνει στον άνθρωπό της τι νιώθει!

Όταν η Κέλλυ άρχισε να τραγουδάει ένα από τα αγαπημένα τσιφτετέλια της Κατερίνας, εκείνη έκανε να σηκωθεί να χορέψει, μα ο Λουκιανός δεν την άφησε. ‘Ρεζιλίκι’, το χαρακτήρισε και η Κατερίνα έμεινε να κοιτάει τις υπόλοιπες φιγούρες να λικνίζονται.

Την τσάκιζε αυτή η σοβαροφάνεια. Τον νοιαζόταν πολύ τον Λουκιανό και περνούσε όμορφα μαζί του, αλλά δεν ήταν ευτυχισμένη. Ένιωθε μια καταπίεση. Μια δυσφορία. Δεν είχε μάθει έτσι… Τόσα χρόνια, ήταν με… ανθρώπους, που την έκαναν να νιώθει ελεύθερη. Τους φιλούσε και τους αγκάλιαζε όπου ήταν. Χόρευε. Γελούσε δυνατά. Εδώ και ενάμιση χρόνο όμως άλλαξαν όλα. Αυτοί οι «άνθρωποι» αποχώρησαν και στη θέση τους ήρθε ο Λουκιανός.

«Τι σκέφτεσαι;», τη ρώτησε.
«Τη ζωή μου!», του απάντησε έχοντας το βλέμμα στο κενό και πίνοντας μια γερή γουλιά κρασί.
«Τη ζωή μας μήπως;», τη ρώτησε ξανά.
«Όχι! Τη ζωή μου…», απάντησε η Κατερίνα.

«Ώρα για παραγγελιές!», φώναξε η Κέλλυ την κατάλληλη στιγμή.

«Σε λάθος μάτια!». Δυο φωνές. Μια αντρική και μια γυναικεία έσκισαν τη σιωπή του μαγαζιού. Η μια ήταν της Κατερίνας. Το αγαπημένο της τραγούδι και η Κέλλυ ήταν σίγουρη πως θα της το ζητούσε. Η άλλη; Από πού ερχόταν; Κάτι της θύμιζε της Κατερίνας αυτή η φωνή…

«Τέλεια! Σε λάθος μάτια λοιπόν από Γιώτα Νέγκα και θα μου επιτρέψετε να το αφιερώσω στην καλύτερή μου φίλη, την Κατερίνα!», είπε η Κέλλυ χαμογελώντας. Δευτερόλεπτα πριν ξεκινήσει το τραγούδι, ένας σερβιτόρος έκανε την εμφάνισή του δίνοντάς της ένα ποτήρι κρασί. Κέρασμα από κάποιον θαμώνα. Μόλις τον είδε η Κέλλυ άσπρισε. Κοιτούσε μια την Κατερίνα και μια εκείνον, αλλά δεν προλάβαινε να δώσει εξηγήσεις.

Ξεκίνησε η εισαγωγή… «Κατερινάκι σήκω!», είπε η Κέλλυ στο μικρόφωνο.

Η Κατερίνα έκανε να σηκωθεί μα ο Λουκιανός τη σταμάτησε.
«Μη διανοηθείς!», της είπε.
«Δες με!», του απάντησε και σηκώθηκε να χορέψει το ζεϊμπέκικό της έχοντας στο στόμα ένα αναμμένο τσιγάρο. Αυτό το τραγούδι την τρυπούσε σαν μαχαίρι στην καρδιά. Αυτό το τραγούδι ήθελε να πάει και να το φωνάξει σε εκείνον… Τον έναν… Τον μοναδικό…

«Γιατί είναι άνθρωποι που έπρεπε να βρίσκονται μαζί… όμως πλαγιάζουν το κορμί σ’ άλλα κρεβάτια… Γιατί είναι άνθρωποι που έπρεπε να ζούνε το φιλί… όμως φωνάζουν σ’ αγαπώ σε λάθος μάτια…», τραγουδούσε η Κέλλυ και η Κατερίνα έφερνε τις σβούρες της στην πίστα αδιαφορώντας για όλους. Τότε τον είδε… Γονατισμένο να της χτυπάει παλαμάκια και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Όσο τραγουδούσε η Κέλλυ, τόσο χόρευε εκείνη κοιτώντας τον στα μάτια. Όσο τραγουδούσε η Κέλλυ, τόσο πονούσε η Κατερίνα για εκείνον. Και όταν πονάει η Κατερίνα… Διαλύεται ο κόσμος…

Μόλις έπαιξε και η τελευταία νότα, όλο το μαγαζί ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Η Κατερίνα έμεινε κοκκαλωμένη να τον κοιτάει στα μάτια. Δεν αντιδρούσε! Η Κέλλυ με δύο διασκελιές βρέθηκε δίπλα της και την αγκάλιασε.

«Εκείνος το ζήτησε μαζί με εσένα! Όταν τον είδα έπρεπε να ξεκινήσω να τραγουδάω και δεν πρόλαβα! Συγνώμη αγαπούλα μου! Πήγαινε στο τραπέζι σου, σε παρακαλώ!».

Η Κατερίνα κούνησε το κεφάλι της και πήγε σχεδόν ρομποτικά στο τραπέζι της. Ο Λουκιανός την περίμενε. Δεν ήταν θυμωμένος! Περισσότερο εντυπωσιασμένος έδειχνε!

«Αγάπη μου, γιατί δεν μου είπες ότι χορεύεις ζεϊμπέκικο;».
«Χορεύω μόνο αυτό το τραγούδι. Συγνώμη που σε έφερα σε δύσκολη θέση. Δεν θα σηκωθώ ξανά…».

Το κινητό της αναβόσβησε. Μήνυμα. Γραπτό. Ένας αριθμός…
«Σε περιμένω στο πάρκινγκ δίπλα!»

Η Κατερίνα κοίταξε την Κέλλυ και η Κέλλυ κατάλαβε. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι, αλλά τίποτα δεν είχε σημασία. Η Κατερίνα είχε πάρει την απόφασή της. Χρειαζόταν μόνο ένα σπρώξιμο.

«Ρε Κατερινάκι μου, μου κάνεις μια χάρη; Μπορείς να πας στο αμάξι μου να μου φέρεις μια μπάρα; Αρχίζω να μην νιώθω καλά! Έχω παρκάρει πέντε λεπτά με τα πόδια από εδώ! Να, πάρε και τα κλειδιά. Ο Λουκ θα περιμένει εδώ μαζί μου!», της είπε η Κέλλυ.

Η Κατερίνα πήρε κλειδιά και κινητό και βγήκε από το μαγαζί. Έκανε πέντε βήματα και βρέθηκε στο πάρκινγκ. Εκείνος στεκόταν στον τοίχο καπνίζοντας το τσιγάρο του.

«’Γιατί είναι άνθρωποι που έπρεπε να βρίσκονται μαζί… όμως πλαγιάζουν το κορμί σ’ άλλα κρεβάτια… Γιατί είναι άνθρωποι που έπρεπε να ζούνε το φιλί… όμως φωνάζουν σ’ αγαπώ σε λάθος μάτια…’. Αυτό το τραγούδι… Αυτό το τραγούδι είναι εσύ… Εσύ!», της είπε η φιγούρα μπροστά της.

«Όχι, Νίκο! Αυτό το τραγούδι είμαστε εμείς. Εμείς! Κάθε μια λέξη… Τέλος πάντων… Τι θες;».
«Εσένα!».
«Ορίστε;».
«Παράτα τον και έλα να φύγουμε… Σε παρακαλώ…».

«Νίκο παραλογίζεσαι… Χωρίσαμε πριν αρκετό καιρό. Φτιάξαμε τις ζωές μας! Εσύ αρραβωνιάστηκες έμαθα. Εγώ είμαι με άλλον. Δεν ξέρω πώς και γιατί βρέθηκες εδώ… Δεν ξέρω τι παιχνίδι είναι όλο αυτό, αλλά ξέχνα το!».
«Δεν ισχύει τίποτα! Εγώ είμαι μόνος και εσύ έχεις τον χλεχλέ! Ναι, έφυγα… Σε παράτησα γιατί φοβήθηκα ότι δεν θα μπορούσα να προχωρήσω. Το είδα το έργο! Χωρίς εσένα είμαι μισός. Είμαι άδειος. Βαρέθηκα να περνάω από κενές αγκαλιές. Μόνο η δικιά σου με γεμίζει… Μόνο εσύ… Σ’ αγαπάω!».

Την τράβηξε με δύναμη, την κόλλησε στον τοίχο και τη φίλησε. Η Κατερίνα προσπάθησε να τον σπρώξει μακριά, μα λύγισε σε αυτό το πάθος. Λύγισε σε αυτό το λάθος που την έκανε να νιώθει ζωντανή και ελεύθερη. Τον έσφιξε πάνω της και βάθυνε αυτό το φιλί… Το φιλί τους… Βάλσαμο στην ψυχή…

«’Γιατί είναι άνθρωποι που έπρεπε να βρίσκονται μαζί!», της είπε ο Νίκος και τη φίλησε ξανά.
«Μην μου το κάνεις αυτό! Σε παρακαλώ…», του ψιθύριζε η Κατερίνα.
«Μ’ αγαπάς ακόμα;», τη ρώτησε.
«Πάντα και για πάντα!», του είπε και τον φίλησε ξανά.
«Δεν θέλω να φωνάζω ‘σ’ αγαπώ’ σε λάθος μάτια. Θέλω να φωνάζω ‘σ’ αγαπώ’ στα μάτια σου, Κατερίνα μου! Σε παρακαλώ! Έλα να φύγουμε…».

Πέρασε όλη της η ζωή μπροστά απ’ τα μάτια της. Η ζωή της τώρα με τον Λουκιανό. Η ζωή της τότε με τον Νίκο. Πόσο πόνο μα και πόση αγάπη πήρε από εκείνον. Πόσο διαφορετικά είναι όλα με τον Λουκιανό. Πόσο πολύ αγαπούσε τον άντρα που την κρατούσε αγκαλιά σε αυτό το σκοτεινό πάρκινγκ. Πόσο λάτρευε αυτό το τραγούδι που είχε σημαδέψει τις ζωές και των δύο. Πόσο… Πόσο… Πόσο…

«Κατερίνα;». Η παρουσία της Κέλλυς τους τρόμαξε, μα κανένας δεν έκανε κίνηση να αφήσει τον άλλον από την αγκαλιά του. «Είστε θεοπάλαβα και τα δύο; Χαζά; Βλαμμένα; Τι κάνετε μωρέ; Μου λέτε; Νίκο τι θες εδώ;».
«Εκείνη, Κέλλυ! Ήρθα να την πάρω να φύγουμε!», της είπε και χαμογέλασε στην Κατερίνα.

Η Κατερίνα ήταν ακόμα στα χαμένα, αλλά όσο κοιτούσε την Κέλλυ τόσο θυμόταν και όσο θυμόταν τόσο φούντωνε η ψυχή της. Αυτοί οι δύο άνθρωποι ήταν όλη της η ζωή. Η αδερφική της φίλη και η μεγάλη της αγάπη. Όταν η Κέλλυ της χαμογέλασε, ήξερε τι έπρεπε να κάνει…

«Θα το αναλάβεις εσύ;», της είπε.
«Πάντα!», απάντησε η Κέλλυ και άνοιξε την αγκαλιά της. Η Κατερίνα τρύπωσε μέσα της και η Κέλλυ την κράτησε σφιχτά. «Γιατί είστε άνθρωποι που έπρεπε να βρίσκονται μαζί! Δρόμο τώρα!», της είπε στο αυτί και δάκρια γέμισαν τα μάτια της Κατερίνας.

«Νίκο, πάρτε το αμάξι μου! Έχει η Κατερίνα τα κλειδιά! Να προσέχετε και να αγαπιέστε!», τους είπε η Κέλλυ βουρκωμένη.

Μόλις το αμάξι χάθηκε από τα μάτια της, γύρισε να μπει στο μαγαζί. Ήξερε ότι την περίμενε δύσκολη δουλειά, αλλά δεν πτοήθηκε. Την ένοιαζε που ήταν το Κατερινάκι της καλά! Όσο περπατούσε, έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα… Τραγουδούσε… Εκείνο το τραγούδι που μαζί του τελείωσε μια ιστορία και άρχισε μια ζωή…

«Γιατί είναι άνθρωποι που έπρεπε να βρίσκονται μαζί… όμως πλαγιάζουν το κορμί σ’ άλλα κρεβάτια… Γιατί είναι άνθρωποι που έπρεπε να ζούνε το φιλί… όμως φωνάζουν σ’ αγαπώ σε λάθος μάτια…».

Κατερίνα Μοχράνη

One response to “Σε λάθος μάτια”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading