Γι’ αυτόν δεν ήταν φίλος, ήταν αδελφός και θα στεκόταν πλάι του πάση θυσία

«Μη και πειράξεις τον κολλητό μου, θα έχεις να κάνεις μαζί μου!» απείλησε ο Παύλος τον Κυριάκο που είχε πιάσει από την μπλούζα τον Χρηστάκη και ήταν έτοιμος να τον χτυπήσει.
«Έλα ρε να χτυπηθούμε μαζί, τότε!» του είπε ο Κυριάκος ρίχνοντας με μια σπρωξιά τον φίλο του καταγής, κινούμενος απειλητικά προς τον Παύλο.
«Τι ρε; Θα σε φοβηθώ;» του απάντησε ο Παύλος και όρμησε πάνω του.

Σε λίγα λεπτά ένα κουβάρι από παιδιά χτυπιόντουσαν στο χώμα, κανείς δεν ήξερε ακριβώς τον λόγο, μέχρι που οι δάσκαλοι τους χώρισαν και οι δυο φίλοι, μαζί και ο Κυριάκος, κατέληξαν για τιμωρία στον διευθυντή. Μετά από μπόλικα «δεν φταίω εγώ κύριε…» κατέληξαν να φωνάξει ο διευθυντής τους γονείς τους, να έρθουν να τους πάρουν, ακόμα μια φορά.

«Τι πράγματα είναι αυτά;» ακουγόταν η φωνή του διευθυντή από το κλειστό γραφείο που ήταν οι γονείς, μέχρι έξω στο παγκάκι που περίμεναν οι τρεις τους. «Εδώ είναι σχολείο, υπάρχουν κανονισμοί, δεν γίνεται κάθε τόσο να χωρίζουμε τα παιδιά σας! Είναι η τελευταία φορά που σας καλώ, την επόμενη θα ζητήσω αλλαγή σχολείου!» ξεκαθάρισε ο διευθυντής και η πόρτα άνοιξε με τους γονείς να κοιτούν θυμωμένοι.

Στα σπίτια τους, η κάθε οικογένεια λειτούργησε διαφορετικά. Τον Κυριάκο ο πατέρας του τον αγνόησε, δεν είπε απολύτως τίποτα. Ο ίδιος πάλευε με τα δικά του, δεν μπορούσε να ασχοληθεί και με το παιδί, προτεραιότητα ήταν να σταθεί στα πόδια του μετά τον χωρισμό. «Αν με πολυζορίσει ο μικρός» σκεφτόταν, «θα τον στείλω πακέτο στην μάνα του, να ζήσει με τον γκόμενό της, να καταλάβει τι αξίζω, και όταν μεγαλώσει λίγο θα τον πάρω στην δουλειά».

Οι γονείς του Χρηστάκη, τον προειδοποιήσαν να μένει μακριά από τσακωμούς. Όσο ο ίδιος και αν προσπάθησε να τους εξηγήσει πως δεν προκαλούσε, δεν τα κατάφερε να τους πείσει. Ήταν μικροκαμωμένος, και αυτός ο Κυριάκος συνεχώς έψαχνε αφορμή να τον πλακώσει. Ευτυχώς ήταν ο Παύλος, ο γείτονάς του, που τον υπερασπιζόταν και «έμπαινε μπροστά» σε κάθε τσακωμό, με αποτέλεσμα να τιμωρείται και εκείνος.

Η μητέρα του Παύλου έκλαιγε για την τύχη της, χήρα η ίδια, ανησυχούσε για τον Παύλο, ο οποίος της απαντούσε αφοπλιστικά «Μα δεν είναι φίλος ο Χρηστάκης, είναι αδελφός! Τι να κάνω, να αφήσω να χτυπήσουν το παιδί χωρίς λόγο;».

Τρεις οικογένειες, τρία παιδιά, ίδια γειτονιά, ίδιο σχολείο, μα τόσο διαφορετικά μεγαλωμένα, με διαφορετικές επιρροές και συνθήκες ζωής.

Υπό την απειλή του διευθυντή για αλλαγή σχολείου, φαινόταν πως κάπως είχαν ηρεμήσει τα πράγματα, μέχρι την αθλητική ημέρα, που έπαιξαν μπάσκετ σε αντίπαλες ομάδες ο Παύλος και ο Χρηστάκης. Ο Παύλος δεν πίεζε τον αντίπαλό του, γιατί ήξερε πως για τον Χρηστάκη είχε σημασία αυτή η νίκη, μα ο Κυριάκος που ήταν στην ίδια ομάδα με τον Παύλο, το κατάλαβε και βρέθηκαν ακόμα μια φορά στα χέρια με αποτέλεσμα να αποβληθούν και οι δυο.

Στην μάνα του ο Παύλος επαναλάμβανε «Μα δεν είναι φίλος ο Χρηστάκης, είναι αδελφός!». Ακόμα και όταν τελικά τα σχολεία τους άλλαξαν, έκαναν παρέα τα δυο παιδιά, χαίρονταν ο ένας την παρέα του άλλου. Ο Παύλος ήταν σαν μεγαλύτερος αδελφός του Χρηστάκη, αν και συνομήλικος, και ο Χρηστάκης τον θαύμαζε, όπως συνήθως κάνουν τα μικρότερα αδέλφια. Όσο για τον Κυριάκο «πήγε πακέτο στην μάνα του», όπως σκεφτόταν εξ’ αρχής ο πατέρας του, χάθηκε από την γειτονιά.

Χωρίστηκαν οι δρόμοι τους με τον Χρηστάκη στο Λύκειο, εκείνος πήγε Γενικό Λύκειο, ο Παύλος ΕΠΑΛ, δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα να κάνει φροντιστήριο για εξετάσεις, θα μάθαινε έστω μια τέχνη και θα έβλεπε τι θα έκανε μετά. Στο ΕΠΑΛ συνάντησε τον Κυριάκο, ήταν ξανά στην ίδια τάξη, συμμαθητές. Δεν πολυμιλιόντουσαν αρχικά, μα είχαν κοινή παρέα και κάπως έτσι ξεκίνησαν να κάνουν παρέα και μεταξύ τους, δέθηκαν αρκετά και την παρέα συμπλήρωσε ο Χρηστάκης. Ο Κυριάκος έμενε ξανά με τον πατέρα του, του οποίου η κατάσταση είχε χειροτερέψει.

Ένα απόγευμα, ο Παύλος και ο Χρηστάκης βρέθηκαν μπροστά σε έναν τσακωμό τους, ο πατέρας του Κυριάκου, τον χτύπαγε βρίζοντάς τον ότι ήταν η αιτία χωρισμού με την μάνα του. Ο Παύλος μπήκε στην μέση να τους χωρίσει. «Άστον!» του φώναξε «είναι φίλος μου!», συνεφέρνοντάς τον, μένοντας να κοιτά σαν χάνος ένα προς ένα τα παιδιά! O Κυριάκος ντράπηκε πολύ που οι φίλοι του τον είδαν να τον χτυπάει ο πατέρας του, και ο Χρηστάκης του πρότεινε να μείνει σπίτι του αν ήθελε. Πόσο συγκινήθηκε ο Κυριάκος, και ντράπηκε εις διπλούν που αυτό το παιδί, το κυνηγούσε στο δημοτικό να το δείρει.

«Μπορείς να έρθεις να μείνεις και σε έμενα» του είπε ο Παύλος
«Μπορείς να μένεις πότε σε εμένα, πότε στον Παύλο» συμπλήρωσε ο Χρηστάκης.
Οι γονείς όμως του Χρηστάκη είχαν διαφορετική άποψη. «Είναι αλήτης, δεν τον θέλουμε!».
Η μάνα του Παύλου, το καλοδέχτηκε το παιδί, του έστρωσε να φάει, να κοιμηθεί και του είπε να μείνει όσο ήθελε. Το παιδί αναθάρρεψε, και μαζί με τον Παύλο, ένιωσε την θαλπωρή της οικογένειας, παρόλο που η κυρά Άννα ήταν χήρα, το στίγμα της ήταν τόσο δυνατό, που μεταμόρφωσε μέσα σε λίγους μήνες τον Κυριάκο σε ένα άλλο παιδί, καλό με δυνατό χαρακτήρα και θέληση για ζωή.

Εκείνο το βράδυ, είχαν «αράξει» οι τρεις φίλοι στο σπίτι του Παύλου να ακούσουν μουσική, όταν άκουσαν το κουδούνι να χτυπά. Ήταν η μάνα του Κυριάκου, είχε έρθει να τον δει, συχνά τον επισκεπτόταν στο σπίτι του Παύλου. Έφερε σοκολάτες, γλυκά και ένα σωρό τρόφιμα να αφήσει στην κυρά Άννα μαζί με την απέραντη ευγνωμοσύνη της. Δεν πρόλαβαν να πουν ούτε τα βασικά, όταν άκουσαν φωνές έξω από το σπίτι. Με βρισιές φώναζε την πρώην γυναίκα του να βγει έξω ο πατέρας του Κυριάκου, μεθυσμένος όπως πάντα. Ο Κυριάκος την παρακάλεσε να μην βγει μα εκείνη τον καθησύχασε.
«Θα βγω λίγο να με δει να ηρεμήσει, μην ανησυχείς παιδί μου»
«Θα βγούμε μαζί μητέρα» της είπε και άνοιξε την πόρτα της κυρίας Άννας πρώτος. Ο Χρηστάκης είδε τον πατέρα του Κυριάκου να κρατά όπλο, μπήκε μπροστά, γι’ αυτόν δεν ήταν φίλος, ήταν αδελφός και θα στεκόταν πλάι του πάση θυσία. Τα ίδια σκέφτηκε και ο Παύλος και έτσι ένα τείχος στήθηκε μπροστά, αποτρέποντάς τον να εφαρμόσει τα αρρωστημένα σχέδιά του. Σαστισμένος ακόμα μια φορά ο πατέρας του Κυριάκου, έστρεψε το όπλο πάνω του με σκοπό τον χαμό του. Οι τρεις έφηβοι, κατάφεραν τον αφόπλισαν και εκείνος κλαίγοντας εκλιπαρούσε τον γιο του, και τους φίλους τους, να τον συγχωρέσουν.
«Έλα πατέρα, δεν φταις εσύ που δεν αγωνίστηκες να ζήσεις καλύτερα, μα ούτε και εγώ. Χρειάζεσαι βοήθεια, εγώ την έλαβα από τους φίλους μου. Οι φίλοι μου στάθηκαν καλύτερα και από οικογένεια» του είπε οδηγώντας τον στο περιπολικό, ξεκαθαρίζοντας μια για πάντα την ζωή του!

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading