Η Σωτηρία και ο Ηρακλής γνωρίστηκαν στο λύκειο. Παιδιά διαφορετικών τάξεων. Η Σωτηρία γόνος πλούσιας οικογένειας, γνωστός δικηγόρος της Ξάνθης ο μπαμπάς της, πετυχημένη παιδίατρος με πολύ καλό όνομα η μαμά της. Από παιδί, και μάλιστα το μοναδικό της οικογένειας, περίσσεια ύλη την περιστοίχιζε. Το σπίτι παλάτι, σε ύψωμα, με πισίνα, κήπο με δέντρα, λουλούδια, γκαζόν, κηπουρό να τα περιποιείται, με οικιακή βοηθό στο σπίτι, έμενε μαζί τους για να φροντίζει από το πρωί ως το βράδυ τις ανάγκες τους σε φαγητό, καθαριότητα, πλύσιμο, σιδέρωμα. Η μαμά της, η Κορίνα, έμεινε έγκυος στο τελευταίο έτος του πανεπιστημίου. Δεν ήταν έτοιμη να γίνει μητέρα μα και ούτε σκέφτηκε ποτέ να κάνει έκτρωση. Ο Στάθης, μόλις είχε τελειώσει την νομική και η εγκυμοσύνη τον τρόμαξε. Είχε άλλα όνειρα, μα την αγαπούσε την Κορίνα και θα την στήριζε σε όποια απόφασή της.
Έφεραν στον κόσμο την Σωτηρία. Στην αρχή όλα ήταν βουνό. Τα πλάνα του φιλόδοξου νεαρού ζευγαριού άλλαξαν. Νοίκιασαν ένα μικρό διαμέρισμα, να στεγάσουν την οικογένειά τους. Η Κορίνα άφησε για ένα χρόνο το πανεπιστήμιο. Δεν μπόρεσε ποτέ να δώσει στο μωρό, την αγάπη που του όφειλε. Το έβλεπε πάντα σαν το εμπόδιο για την ζωή που δεν μπόρεσε να έχει εξαιτίας του. Ο Στάθης είχε αρχίσει να δικτυώνεται στο δικηγορικό γραφείο που δούλευε. Ήταν ταλαντούχος, είχε ωραίο παρουσιαστικό, ορθό, πειστικό λόγο, αγαπούσε την δουλειά του κι όλα αυτά τον έχρηζαν έναν πολλά υποσχόμενο δικηγόρο. Η Κορίνα αντί να καμαρώνει για κείνον και να χαίρεται, ζήλευε, κάκιωνε που έλειπε ώρες κάνοντας το όνειρό του πραγματικότητα, ενώ εκείνη αντί να κάνει καριέρα, το έπαιζε νοικοκυρούλα χαρωπή και μάνα. Αποδέκτης της κακής ενέργειας και του άσχημου ψυχισμού της, ήταν πρώτα το μωρό. Ο Στάθης που έβλεπε την γυναίκα του να μεταμορφώνεται σε μια ξένη, παρακάλεσε την μαμά του να πηγαίνει κάποιες ώρες να την βοηθάει. Στην αρχή ακόμα κι αυτό το εξέλαβε αρνητικά η Κορίνα, ότι δεν την θεωρούν άξια, ότι θέλουν να την ελέγχουν. Στη πορεία, που το μωρό άρχισε να ηρεμεί με την παρουσία της γιαγιάς του, να τρώει και να κοιμάται, της το φόρτωνε και έβγαινε τις βόλτες της.
Λίγο καιρό μετά, πήρε την απόφαση να τελειώσει το πανεπιστήμιο. Τα κατάφερε. Το παιδί της το έβλεπε ελάχιστα. Είχε όνειρα. Ήταν σειρά της να τα κυνηγήσει. Όταν η Σωτηρία έγινε τεσσάρων χρονών, ο μπαμπάς της, που πια είχε το δικό του δικηγορικό γραφείο, έκανε δώρο στην μαμά της, το δικό της ιατρείο. Η Σωτηρία, εκτός από την προσοχή της γιαγιάς, απέκτησε και μια νταντά. Μια πολύ καλή κυρία, που δεν είχε δικά της παιδιά και μεγάλωνε την Σωτηρία, σαν δικό της. Η Μέλπω της, η γυναίκα στης οποίας την αγκαλιά έτρεχε όταν χτυπούσε, όταν φοβόταν, όταν ήταν άρρωστη, όταν χρειαζόταν κάτι, όταν ήθελε να ρωτήσει κάτι, όταν απλά, χρειαζόταν μια αγκαλιά. Η γυναίκα που την ηρεμούσε, η γυναίκα που την ήξερε και την καταλάβαινε. Με τους γονείς της, είχε τα τυπικά. Δεν ήταν ποτέ δίπλα της. Οι σπουδαίες καριέρες τους δεν άφηναν χρόνο για το μοναχοπαίδι τους.
Μεγαλώνοντας ένιωθε σα φυλακισμένη σε χρυσό κλουβί. Με δυο γονείς, που ο κόσμος θαύμαζε, ίσως και να ζήλευε για τον πλούτο και την εικόνα που παρουσίαζαν, μα η ίδια τους ένιωθε ξένους. Είχε τα πάντα, ό,τι ζητούσε. Όση αγάπη ήταν ανίκανοι να δώσουν, το έδιναν σε ύλη, σε δώρα, για να ξεγελούν το μυαλό της, ποτέ όμως δεν μπόρεσαν να ξεγελάσουν την ψυχή της. Την εξαγόραζαν, αυτό ένιωθε και μάτωνε μέσα της. Διψούσε για προσοχή, τρυφερότητα, στοργή, μα εκείνοι ήταν ικανοί να δίνουν μόνο χρήμα, ταξίδια, ρούχα και ό,τι αγοραζόταν.
Ο Ηρακλής, το αντίθετο. Το μεσαίο παιδί μιας μικρομεσαίας οικογένειας, είχε μια μεγάλη αδερφή κι έναν μικρότερο αδερφό. Δεμένη οικογένεια, οι γονείς του μια γροθιά σε όλες τις δυσκολίες. Τα αδέρφια, στήριζε το ένα το άλλο και δεν ζητούσαν τίποτα από τους γονείς τους, κατανοούσαν από μικρά την κατάσταση. Η μαμά του, δεν είχε πολλά χρόνια που βγήκε στη δουλειά, μεγάλωνε τα παιδιά της. Όταν πια μπήκε στο δημοτικό και ο μικρός της, μπήκε υπάλληλος σε μαγαζί με παπούτσια, να συμπληρώσει το εισόδημα του άντρα της, που δούλευε στην ταβέρνα του καλύτερου του φίλου, πολλά χρόνια. Τα καλοκαίρια ο Ηρακλής, από μια σταλιά παιδί, βοηθούσε κι αυτός. Μάζευε τα τραπέζια, τα τασάκια, πήγαινε τα ποτά, σκούπιζε, πετούσε σκουπίδια. Δεν ντρεπόταν για τίποτα, ίσα ίσα, ένιωθε καλά με τον εαυτό του, που βοηθούσε τους γονείς του. Τα βράδια ο μπαμπάς του γυρνούσε αργά, δεν τον έβλεπαν, μα το πρωί, αντί να κοιμάται, να ξεκουράζεται, τους ετοίμαζε εκείνος πρωινό, το κολατσιό για το σχολείο και καθόντουσαν όλοι γύρω από το τραπέζι κι έλεγαν τα νέα τους. Την λάτρευε εκείνη τη μια ώρα και κάτι, πριν φύγουν στο σχολείο. Άνθρωποι χωρίς μόρφωση οι γονείς του, που κυνηγούσαν το μεροκάματο για να μη λείψει τίποτα από τα παιδιά τους, μα με εκείνη την ζεστή αγκαλιά, που μπορούσες να κουρνιάσεις κάθε στιγμή.
Η Σωτηρία, εξελίχθηκε σε μια φοβισμένη έφηβη, που δεν εξωτερίκευε τα αισθήματά της, αγέλαστη, δεν εμπιστευόταν εύκολα τους ανθρώπους και ήξερε πως μπορεί να έχει ό,τι ήθελε. Ο Ηρακλής, εξελίχθηκε σε ένα φωτεινό έφηβο, με έντονα όλα πάνω του. Οι αισθήσεις του όλες στο κόκκινο. Γελούσε με πάθος, άγγιζε τον κόσμο, έβλεπε παντού μόνο το καλό και ήταν πρόθυμος, να δώσει χέρι βοήθειας σε όποιον είχε ανάγκη.
Στη πρώτη λυκείου, ο Ηρακλής, κάθισε στο θρανίο πίσω από την Σωτηρία. Εκείνος εντυπωσιασμένος, εκείνη αδιάφορη. Κάθε μέρα της χαμογελούσε, την χαιρετούσε, έψαχνε την επαφή μαζί της. Το κορίτσι, δεν είχε ούτε μία ματιά για κείνον. Στεκόταν πολύ χαμηλά εκείνος και το βλέμμα της δεν μπορούσε να πέσει τόσο κάτω. Δεν πτοήθηκε με την συμπεριφορά της ο Ηρακλής. Θα περίμενε την ευκαιρία, να έρθουν για κάποιο λόγο κοντά. Και δεν άργησε. Μια ομαδική εργασία για “μια μεγάλη προσωπικότητα της Ελλάδας που θαυμάζετε”, του έδωσε την αφορμή. Κανένας δεν την ήθελε στην ομάδα του. Τα αγόρια την θεωρούσαν σνομπ και κρύα και τα κορίτσια δεν άντεχαν ένα κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο.
Ο Ηρακλής δέχτηκε πολλές προτάσεις, ήταν από τους πιο δημοφιλείς στην τάξη του, στο σχολείο γενικότερα. Αλλά δεν απαντούσε. Τους έλεγε, κάντε τις ομάδες χωρίς εμένα και βλέπουμε στο τέλος. Είχαν μείνει οι δυο τους χωρίς ομάδα. Είχε ήδη νιώσει απογοητευμένη η Σωτηρία που όλοι οι κομπλεξικοί συμμαθητές της, την άφησαν στην απ’ έξω από ζήλεια, ε όχι να ξεμείνει και με αυτόν που την “κάρφωνε” απροκάλυπτα με το βλέμμα του και έμοιαζε γελοίος! Η καθηγήτρια, τους όρισε ομάδα. Ο Ηρακλής χαρούμενος την κοιτούσε και χαμογελούσε. Η Σωτηρία, απελπισμένη τον κοίταξε με μισό μάτι και με μια γκριμάτσα του έδειξε ότι αναγκάζεται να είναι δίδυμο μαζί του. Το αγόρι το προσπέρασε, είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του, θα την κέρδιζε.
Η πρώτη συνάντηση έγινε στην βιβλιοθήκη της πόλης τους. Τίποτα δεν πήγε καλά.
– Εγώ λέω να ασχοληθούμε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, είπε εκείνος.
– Σιγά να μην ασχοληθούμε με πολιτικούς, ενώ η Ελλάδα γέννησε τόσους σπουδαίους ποιητές. Εγώ λέω, να μελετήσουμε τον Κωστή Παλαμά ή τον Οδυσσέα Ελύτη.
– Να μην επιμένω ε;
– Μήπως να πούμε στην καθηγήτρια ότι θα λειτουργήσουμε καλύτερα σαν μονάδες;
– Όχι, βέβαια, ομαδική είναι η εργασία. Κωστή Παλαμά λοιπόν;
– Οδυσσέα Ελύτη! δεν θα άφηνε την επιλογή σε κείνον. Ήταν πολύ λίγος δίπλα της, για να επιβάλλει την γνώμη του. Άλλωστε, την τελευταία κουβέντα πάντα, με όλους, την έλεγε εκείνη.
– Εντάξει. Ό,τι πεις! κατάλαβε ότι η συμμαθήτριά του ήθελε να περνάει το δικό της και θα της άφηνε χώρο να επιβάλλει τον εαυτό της κυρίως. Αισθάνθηκε ότι είναι εσωτερική της ανάγκη κι αυτό τον έθλιβε, δεν τον θύμωνε.
Της πρότεινε, αν θέλει να βρεθούν και στο σπίτι του, στον υπολογιστή του. Δεν δέχτηκε. Η βιβλιοθήκη ήταν κατάλληλος χώρος. Όταν ήταν μαζί του, αυτή τη μια ή δύο ώρες, μαλάκωνε. Ένιωθε ότι χαλάρωνε το σώμα της, η πλάτη της, οι μύες της. Το σηκωμένο φρύδι, που μόνιμα είχε κοιτώντας γύρω της, αυτούς που ή ήθελαν να την έχουν φίλη για να μπουν στον κύκλο των πλουσίων ή την ζήλευαν που δεν ήταν στη θέση της, με τον Ηρακλή, έπαιρνε την κανονική του θέση. Όταν την κοίταζε, θαρρείς δεν έμενε στα μάτια της, μα έφτανε βαθιά στην ψυχή της κι αυτό την παραξένευε.
Ήταν τόσο διαφορετικός από τους γιους των φίλων των γονιών της. Εκείνοι έκαναν μόνο επίδειξη πλούτου, εξουσίας και δύναμης των οικογενειών τους. Είχαν όλοι ύλη, χρήμα, αγόραζαν τα πάντα, μα όχι την ευτυχία τους. Κενή ζωή, που προσπαθούσαν να την γεμίσουν με διασκεδάσεις ψεύτικες και πάρτι με πολλούς καλεσμένους που κανένας δεν νοιάζονταν για κανέναν, χωρίς ουσία, χωρίς ενδιαφέρον. Ενώ ο Ηρακλής, με το φτηνό άρωμα και τα απλά χωρίς μάρκες ρούχα του, που το χαρτζιλίκι του έφτανε ίσα για ένα σάντουιτς, ήταν ευτυχισμένος. Το έδειχνε σε κάθε κίνησή του. Το εξέπεμπε η αύρα του. Χαμογελούσε με τα πάντα, αστειευόταν, βοηθούσε τους συμμαθητές του στα μαθήματα, όπου γινόταν τσαμπουκάδες, έμπαινε στη μέση να εξομαλύνει την κατάσταση. Ήταν αγαπητός σε όλους, καθηγητές και μαθητές.
Η εργασία έγινε έτσι όπως την ήθελαν.
Στην παρουσίαση, πήραν το άριστα της καθηγήτριας, το χειροκρότημα της τάξης και φυσικά, τα πειράγματα των πιο “θαρραλέων”.
“Ωωωωω ένα νέο δυνατό δίδυμο έσκασε μύτη στο λύκειο μας!”, ” Τι έχουμε εδώ; Ένας έρωτας γεννιέται;”, “Εντάξει παιδιά, πιο χαλαρά, οι ματιές σας κεραυνοί, μη μας χτυπήσει κανένας!” ήταν κάποια από τα σχόλια των συμμαθητών τους.
Ο Ηρακλής της ζήτησε να βγουν. Δεν αρνήθηκε η Σωτηρία. Το πρώτο τους ραντεβού, διήρκησε τέσσερις ώρες και πάλι, δεν τους έφτασε. Είπαν για τα παιδικά τους χρόνια, για τις οικογένειές τους, για το σχολείο, για τα όνειρά τους. Ο Ηρακλής ένιωσε απόλυτα ερωτευμένος μαζί της. Κατάλαβε πόσο πληγωμένη είναι η ψυχή της, πόσο μόνη νιώθει και έβαλε σκοπό να της γιατρέψει κάθε πληγή. Η Σωτηρία, ενθουσιάστηκε μαζί του, κατάλαβε την επίδραση που είχε πάνω του. Ήξερε ότι θα μπορούσε να τον κάνει ό,τι θέλει και θα είχε πλάκα. Είχε βαρεθεί τα πλουσιόπαιδα γύρω της.
Άρχισαν να βγαίνουν καθημερινά. Εκείνος έλιωνε δίπλα της. Εκείνη απολάμβανε να τον βλέπει έτσι. Δεν την πίεσε για τίποτα. Η Σωτηρία το έβλεπε πόσο την ήθελε. Με μια λέξη της, με μια ματιά της, τον είχε αιχμάλωτο της. Έγινε δική του, παραμονή Χριστουγέννων της δευτέρας λυκείου. Οι γονείς της έλειπαν σε ρεβεγιόν. Τον κάλεσε σπίτι της. Την ενόχλησε που δεν θαμπώθηκε από τον πλούτο του σπιτιού της. Εκείνος δεν εντυπωσιάστηκε από τίποτα. Μόνο εκείνη τον ένοιαζε. Για κείνον, η πρώτη τους φορά, ήταν κάτι μαγικό. Η ένωσή τους απόλυτη. Κούμπωσαν σώματα και ψυχές σε έναν χορό ηδονών, με καυτές ανάσες και πυρωμένα αγγίγματα. Για κείνη, η πρώτη τους φορά, ένα παραμύθι, της πλούσιας και του φτωχόπαιδου. Ένιωθε τον πόθο του και αυτό την έκανε να νιώθει ακόμα πιο ισχυρή απέναντί του.
Η Σωτηρία, πέρασε νομική στην Κομοτηνή. Ο Ηρακλής δεν είχε σκοπό να σπουδάσει. Θα πήγαινε φαντάρος και θα έμπαινε στην ταβέρνα του φίλου του μπαμπά του. Δεν είχε δικά του παιδιά και του είπε ότι με μεγάλη χαρά, όταν θα έβγαινε στη σύνταξη, θα την έγραφε πάνω του. Ήταν σε πολύ καλό σημείο της Ξάνθης, στην παλιά πόλη, δούλευε πολύ καλά, ήταν κόποι μιας ζωής. Αντί να πουληθεί σε ξένα χέρια, τι καλύτερο από τα χέρια του Ηρακλή που ήδη από μικρός εκεί μέσα τρύπωνε. Όταν τελείωνε το στρατό, θα δούλευε κατευθείαν και θα μάθαινε ό,τι χρειαζόταν.
Συνέχισαν τον δεσμό τους. Πήγαινε πιο πολύ ο Ηρακλής στην Κομοτηνή. Για να μη πέφτουν πάνω σε γνωστούς.
Οι γονείς της Σωτηρίας δεν ενέκριναν ποτέ αυτό το δεσμό. Τι δουλειά είχε η κόρη τους, μελλοντική δικηγόρος, που θα δούλευε στο πιο γνωστό δικηγορικό, πλάι στον μπαμπά της, με τον τελευταίο αμόρφωτο; Πώς θα τον παρουσίαζαν στον κύκλο τους; Αυτό θα ήταν σκάνδαλο. Τόσοι πλούσιοι νέοι την ήθελαν. Πίστευαν πως με τις σπουδές, την απόσταση, θα ξεθύμανε όλο αυτό έτσι κι αλλιώς. Σιγά μην κόλλησε η κόρη τους με δαύτον. Η Σωτηρία, όσο κόντρα της πήγαιναν, όσο τον κατηγορούσαν, όσο της έλεγαν πως δεν θα αποδεχτούν ποτέ αυτή τη σχέση, όσο σίγουροι ένιωθαν ότι θα γίνει το δικό τους, τόσο συνέχιζε να βγαίνει μαζί του, να μαθαίνουν τις κινήσεις της, να τους βλέπουν μαζί. Ήθελε απλά να τους εκνευρίζει. Να τους δείχνει ότι αδιαφορεί για τα θέλω τους. Να τους πληγώνει. Να τους πατάει εκεί που τους πονάει. Όπως έκαναν εκείνοι, τόσα χρόνια μαζί της. Ρόδα είναι και γύρισε επιτέλους.
Δεν παρέδιδε καμία πλευρά τα όπλα. Ψυχολογικός πόλεμος. Οι γονείς της, σε κάθε ευκαιρία, έσερναν μαζί τους υποψήφιους νεαρούς, πλούσιους συνοδούς. Μέχρι που τα κατάφεραν. Ο Άρης, της κέντρισε το ενδιαφέρον. Σαν θεός του πολέμου, όπως προμήνυε το όνομά του, με πανέμορφο πρόσωπο, αγαλματένια κορμοστασιά, ντυμένος άψογα, ευγενικός μα πολιορκητής. Φτιαγμένοι από την ίδια πάστα. Έπαιρνε ό,τι του άρεσε. Δεν δεχόταν όχι, ήξερε να τα αντικρούει, να τα συνθλίβει. Έγιναν ζευγάρι χωρίς να νιώσει την παραμικρή ενοχή η Σωτηρία.
Για αρκετό καιρό, έκανε διπλή ζωή. Ο Άρης κάλυπτε το κομμάτι της βασίλισσας μέσα της, που μπορεί να βασιστεί πάνω του, να βγει στα πιο ακριβά εστιατόρια, να πεταχτεί Ρώμη για μια βραδιά όποτε της έκανε γούστο, να έχει πανάκριβα κοσμήματα για δώρα. Να νιώθει γυναίκα. Γυναίκα τρόπαιο, ενός ισχυρού νέου, που την κυκλοφορούσε παντού. Ποτέ δεν ένιωσε ποθητή ερωτικά.
Ο Ηρακλής συνέχιζε να της καλύπτει την ματαιοδοξία της ότι τον έκανε ότι ήθελε. Ότι κυκλοφορούσε μέσα στο αίμα του, ότι την άγγιζε και τρελαινόταν από πόθο. Ότι ήταν υποτακτικός της. Ότι ήταν τόσο ποθητή.
Η εγκυμοσύνη της, ήρθε κεραυνός εν αιθρία. Ήταν σίγουρη ότι το παιδί ήταν του Άρη. Εκείνος επέμενε να μη χρησιμοποιούν προφυλακτικό. Κι εκείνη, απλά υπάκουε.
Πώς θα το έλεγε στον Ηρακλή; Θα το καταλάβαινε. Ο Άρης; Πώς θα αντιδρούσε; Οι γονείς της;
Η μαμά της έμεινε στήλη άλατος. Η ιστορία επαναλαμβανόταν.
– Βρε κορίτσι μου, πώς έγινε αυτό; Τόσα χρόνια δεν άκουγες τι λέγαμε;
– Πότε μαμά; Πότε τα λέγαμε; Όταν ήμουν μικρή και με παρατούσες με την γιαγιά και την Μέλπω; Όταν μεγαλώνοντας η μόνη αγκαλιά που ένιωσα αποδεκτή ήταν της νταντάς μου; Πού ήσουνα μαμά; Πού ήσουνα όταν δεν άντεχα τον εαυτό μου; Πού ήσουν όταν ένιωθα μόνη; Πού ήσουν να μου μάθεις να αγαπώ, να νοιάζομαι; Μόνο τα όνειρά σου σε έκαιγαν! τα δάκρυα ωκεανοί, της έκοβαν την ανάσα.
– Ήμουν ακριβώς στην ηλικία σου. Τώρα ίσως καταλάβεις. Σε εκλιπαρώ, μη κρατήσεις αυτό το παιδί! Θα καταστραφείς!
– Έτσι με έβλεπες λοιπόν… Την καταστροφή σου. Δεν έχουμε να πούμε τίποτα άλλο! μάζεψε τα δάκρυα της, τα κομμάτια της κι έφυγε.
Πήρε τους δρόμους και τα βήματά της, ίσως και η καρδιά της, την οδήγησαν στην ταβέρνα. Ο Ηρακλής μόλις την είδε ταράχτηκε.
– Τι έπαθες ψυχή μου; Γιατί κλαις;
– Πάμε λίγο κάπου οι δύο μας, σε παρακαλώ.
Με δύο κουβέντες, ζήτησε να τον καλύψουν, την πήρε από το χέρι και έφυγαν.
– Ηρακλή, είμαι έγκυος. δεν θέλησε να στρογγυλέψει τίποτα, να προσπαθήσει να βρει λόγια κατάλληλα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα.
Ο Ηρακλής την κοίταξε κατάματα, χαμογέλασε, έπεσε επάνω της και φώναζε
– Τι; Τι; Αγάπη μου, με κάνεις τόσο ευτυχισμένο! την φιλούσε, της σκούπιζε τα δάκρυα. Και ξαφνικά, μια σκιά, κάπου, αδιόρατη. Και γιατί κλαις; Πες μου πως δεν σκέφτεσαι να μη κρατήσεις το μωρό μας;
– Το μωρό μας… Τι ωραία ακούστηκε! Δεν ήξερα πώς θα αντιδράσεις…
– Είσαι χαζούλα; Είσαι η ζωή μου όλη αγάπη μου! Και αυτό το μωρό είναι η καλύτερη εξέλιξη. Το μωρό ΜΑΣ!
Έμειναν αγκαλιασμένοι, ο καθένας να κάνει τις δικές του σκέψεις. Τόσο διαφορετικές του ενός από του άλλου.
Ο Ηρακλής ήταν τρισευτυχισμένος. Μοιράστηκε το χαρμόσυνο νέο κατευθείαν με όλους τους δικούς του. Η οικογένειά του, άνοιξε στην ταβέρνα κρασιά και κερνούσε όλους τους παραβρισκόμενους.
Η Κορίνα φυσικά, μετέφερε τα νέα στον Στάθη και η επόμενη κίνησή τους ήταν το κοινό μέτωπο ενάντια σε αυτή την εγκυμοσύνη.
– Παιδί μου, ούτε η μητέρα σου, ούτε εγώ εγκρίνουμε αυτή την εγκυμοσύνη.
– Δεν θυμάμαι να σας ρώτησα μπαμπά.
– Σωτηρία πρόσεχε πώς μου μιλάς.
– Αλήθεια; Αλήθεια το λες αυτό; Να προσέχω πώς σου μιλάω ε; Γιατί; Τι χειρότερο μπορείς να μου κάνεις από ό,τι μου έκανες, μου κάνατε όλη μου τη ζωή;
– Σωτηρία, σύνελθε! φαινόταν αγριεμένος ο Στάθης.
– Μπαμπά, δεν θα ρίξω αυτό το παιδί. Δεν ξέρω αν είμαι άξια να το μεγαλώσω, μα θα παλέψω. Δεν θα λιποτακτήσω όπως εσείς. Δεν περιμένω την βοήθειά σας. Είμαι μόνη μου και σε αυτό, όπως ήμουν μόνη όλη μου τη ζωή.
Τελευταία στάση ο Άρης, ο οποίος, όχι ότι δεν το φανταζόταν, είχε κοινή γραμμή με τους γονείς της.
– Ούτε να το σκέφτεσαι. Είμαστε πολύ νέοι. Το παιδί μπορεί να περιμένει.
– Αυτό να το σκεφτόσουν όταν δεν έβαζες προφυλακτικό!, του απάντησε απότομα και με θάρρος.
– Μπα, μπα, μπα, τι γίνεται; Υψώνουμε και ανάστημα; Άντε στον μπαμπάκα σου κοριτσάκι! Ποιος ξέρει με πόσους πηδιέσαι και πας να μου φορτώσεις το παιδί!
Το χαστούκι ήταν ηχηρό. Δεν το περίμενε ο Άρης. Ούτε και η ίδια της. Φεύγοντας, χαμογελούσε περήφανη για τον εαυτό της.
Ο καιρός κύλησε γρήγορα, ήταν μια ομαλή, καλή εγκυμοσύνη. Ο Ηρακλής, χάιδευε την κοιλιά της και κάθε φορά το σοκ ήταν ίδιο με τα χτυπήματα που ένιωθε στις παλάμες του.
Γέννησε ένα υγιέστατο αγοράκι. Τους πήρε τα μυαλά. Έρωτας με την πρώτη ματιά και για το ζευγάρι και για όλη την οικογένεια του Ηρακλή. Οι γονείς της Σωτηρίας ήταν στην γέννα, μα σαν σε ξένο παραμύθι. Δεν μπορούσαν να αποδεχτούν τον φτωχόκοσμο στον οποίο είχε απορροφηθεί η κόρη τους. Φυσικά ούτε το εγγόνι γλύκανε καμιά χορδή τους. Δεν βρέθηκε καμία ευαίσθητη χορδή.
Κάπου κάπου έπαιρναν τηλέφωνο να μάθουν νέα της κόρης τους και του εγγονού τους. Τα δώρα ήταν πιο συχνά. Άλλωστε, κάποια πράγματα, δεν αλλάζουν ποτέ.
Το παιδί βαφτίστηκε, πήρε το όνομα του πατέρα του Ηρακλή. Ο Παναγιώτης τζούνιορ ήταν ένα εκπληκτικά όμορφο μωρό. Δεν έμοιαζε ούτε στη μαμά του και σίγουρα όχι στον Ηρακλή. Άλλο χρώμα μάτια, άλλο δέρμα, άλλα χαρακτηριστικά.
Η Σωτηρία δεν του είπε ποτέ τίποτα. Άλλωστε, ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί να είχε γίνει κάποια στραβή και να ήταν του Ηρακλή το παιδί. Τον έβλεπε τόσο ευτυχισμένο. Τάιζε το μωρό, το έκανε μπάνιο, το νανούριζε, του μιλούσε, του άλλαζε πάνες. Χαζομπαμπάς. Και στην τελική, ήταν ο γιος του, τον μεγάλωνε.
Έφτασαν τα πρώτα γενέθλια του Παναγιωτάκη. Ετοιμασίες, τούρτες, μπουφές, κλόουν να απασχολήσουν τα παιδάκια. Οι γονείς της Σωτηρίας, που από τα βαφτίσια, είχαν να δουν τον εγγονό, κάλεσαν και τον Άρη.
Το θράσος εκείνου ήταν τέτοιο, που δέχτηκε. Πήρε ένα κουνιστό λούτρινο αλογάκι που ανεβαίνουν πάνω τα παιδάκια, για δώρο και πήγε. Όταν ο Ηρακλής άνοιξε χαμογελαστός την πόρτα, έμεινε να κοιτάζει εμπρός του, το πρόσωπο του γιου του. Ο άντρας απέναντί του, ήταν ίδιος ο γιος του.
– Καλησπέρα, είμαι ο Άρης, φίλος των πεθερικών σου.
– Καλησπέρα Άρη, πέρασε.
Δεν άφησε να φανεί τίποτα από την αγωνία του. Τα πεθερικά του τον κοίταζαν με ένα ειρωνικό ύφος και ένα μειδίαμα νίκης. Η Σωτηρία, δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Δυστυχώς, δεν χρειαζόταν. Μιλούσε το σώμα της. Ο Άρης, πλησίασε τον Παναγιωτάκη και τον πήρε αγκαλιά.
– Χρόνια πολλά όμορφε!, είπε και ένα χαμόγελο γοήτρου κάλυπτε το πρόσωπό του.
Οι γονείς του Ηρακλή, επέλεξαν να κρατήσουν τη στάση του παιδιού τους, ανωτερότητα και ταπεινότητα.
– Λοιπόν, άλλους δεν περιμένουμε, ας ανάψουμε τα κεράκια, είπε ο Ηρακλής και δεν έχασε τίποτα από την χαρά που είχε και πριν, έστω και για τους τύπους.
Το πάρτυ, προς μεγάλη απογοήτευση των πλουσίων πεθερικών και του άγνωστου κλώνου του γιου του, είχε μεγάλη επιτυχία. Δεν θα άφηνε τίποτα να επισκιάσει τη μέρα. Δεν θα τους έδινε αυτή τη χαρά. Όσο αισχρά έστησαν αυτό το σκηνικό για να τον μειώσουν, να του πετάξουν στη μούρη ότι είναι ο ηλίθιος της ιστορίας, ο Παναγιωτάκης του, ήταν πιο σημαντικός από τα πάντα.
Όταν όλοι έφυγαν, άλλοι μουδιασμένοι, άλλοι θεωρητικά νικητές, έβαλε τον γιο του για ύπνο και τότε μόνο, έβγαλε από μέσα του τον πόνο.
– Πόσο καιρό με κορόιδευες πίσω από την πλάτη μου;
– Αγάπη μου, τότε ήμουν μια άλλη, μια κακομαθημένη που νόμιζε ότι μπορεί να παίζει με τις καρδιές των ανθρώπων.
– Άλλο σε ρώτησα. Πώς μπόρεσες; Να είσαι και μαζί μου και μαζί του; Πώς μπόρεσες να μου κάνεις τόσο κακό; Δεν σου έφτανε η αγάπη μου;
– Δεν ήξερα να αγαπώ, δεν ήξερα να σέβομαι. Δεν τα έμαθα ποτέ…
-Φτάνει, φτάνει με το να κατηγορείς για όλα τους γονείς σου! Εκείνοι σου έμαθαν να φέρεσαι πούσtiκα; Αν δεν ένιωθες τίποτα για μένα, ας έμενες με τον άλλο. Ας το έληγες με μένα. Αλλά η ατιμία είναι πιο στα μέτρα σας ε;
– Έχεις όλα τα δίκια του κόσμου. Συγχώρεσέ με.
– Να ρωτήσω το προφανές. Ο Άρης είναι ο πατέρας του Παναγιώτη;
– Δεν ήμουν σίγουρη. Ήλπιζα πως μπορεί να είναι δικό σου.
Δεν είπε τίποτα άλλο. Πήρε το μαξιλάρι του και κοιμήθηκε στον καναπέ.
Έμεινε να κοιτάζει τον κλειστό φάκελο, κρατώντας τον με τρεμάμενα χέρια. Δεν θα άλλαζε τίποτα με το dna. Ήταν ολοφάνερη η ομοιότητά τους. Ήξερε ότι δεν είναι ο πατέρας. Μα όλοι οι άνθρωποι, έρχονται στιγμές στη ζωή μας, που έχουμε την ανάγκη να πιστέψουμε σε ένα παραμύθι κι ας ξέρουμε την πραγματικότητα. Κι ο Ηρακλής, είχε τόση ανάγκη για αυτό το παραμύθι. Όχι τελικά από καημό να είναι δικό του παιδί. Μπορεί να μην είναι βιολογικό, μα είναι της καρδιάς. Από την κοιλιά της μάνας του μέχρι και τώρα, αυτός ήταν εκεί, δίπλα του. Και θα συνεχίσει πάντα να είναι. Του Άρη, δεν ήταν σκοπός του να διεκδικήσει το παιδί του. Απλά συμφώνησε να συμμαχήσει με τα πεθερικά σε μια υποτιθέμενη νίκη τους. Σε ένα παιχνίδι πλουσίων. Μα ο Παναγιωτάκης του, δεν ήταν παιχνίδι για κείνον. Αυτό που τον διέλυε ήταν η προδοσία της Σωτηρίας. Άνοιξε τον φάκελο, είδε και γραπτώς το αποτέλεσμα που πόναγε την ψυχή του και το άφησε μπροστά της.
– Θέλω διαζύγιο. Ο Παναγιωτάκης θα είναι πάντα ο γιος μου. Είτε θέλεις να του πεις την αλήθεια είτε όχι, εγώ θα είμαι πάντα πατέρας του και θα είμαι πάντα παρόν στη ζωή του.
– Αγάπη μου, δώσε μας μια ευκαιρία! Μη τα σβήσεις όλα! Ο γιος μας εσένα έχει πατέρα, αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο!
– Εγώ; Εγώ τα σβήνω; Θράσος! Πάντα και μόνο αυτό είχες! Θα παλέψω με το γονίδιό σας. Το παιδί μου θέλω να απαρνηθεί όλα τα σκουπίδια που έχετε στην ψυχή σας!, της είπε με μανία κι έφυγε οργισμένος.
Η Σωτηρία έμεινε να κλαίει γοερά. Ήξερε πως τον είχε χάσει. Και σε αυτό δεν έφταιγαν μόνο οι γονείς της. Είχε γίνει και η ίδια ό,τι σιχαινόταν. Θα πάλευε με όλες της τις δυνάμεις να μη καταστραφεί σαν αυτήν και ο γιος της. Ευτυχώς θα είχε πάντα δίπλα του και τον μπαμπά του. Εκείνον, που αγνόησε τον κόσμο, τα πεθερικά, τον Άρη και την ίδια, παραμέρισε τον πόνο που του προκάλεσαν όλοι αυτοί, τον εξευτελισμό, τον κατακρεουργημένο του εγωισμό και έβαλε πάνω από όλα το παιδί που δεν έφταιγε σε τίποτα.
Μεγάλωναν από κοινού τον Παναγιωτάκη. Δεν του είπαν ποτέ ποιος ήταν ο βιολογικός του πατέρας. Δεν χρειαζόταν άλλωστε. Δεν τον είδαν ποτέ ξανά, ούτε καν νέα του έμαθαν ποτέ. Ο μπαμπάς του ήταν ο Ηρακλής και είχαν μια πολύ όμορφη σχέση. Σε κείνον έτρεχε για τα διαβάσματα κι ας ήταν αμόρφωτος. Με κείνον τα καταλάβαινε καλύτερα έλεγε. Μαζί κάνανε σκανδαλιές, μεγάλωνε μέσα στην ταβέρνα, ήταν πολύ κοινωνικός, χαμογελαστός, η μασκότ του μαγαζιού. Θα ‘λεγε κανείς, ότι έμοιαζε περισσότερο στον Ηρακλή, παρά στην Σωτηρία.
Εκείνη, ξαναπαντρεύτηκε, μα δεν έκανε άλλο παιδί. Είχε ένα κορίτσι από προηγούμενο γάμο ο άντρας της, τρία χρόνια μεγαλύτερο από τον Παναγιώτη. Μεγάλωναν σαν αδέρφια, ήταν πολύ δεμένα. Ο Ηρακλής, δεν έβαλε καμιά γυναίκα στο σπίτι, δεν παντρεύτηκε ποτέ. Αφοσιώθηκε στον γιο του και στην ταβέρνα του. Είναι βλέπεις και κάποιοι ωραίοι, υπερήφανοι άνθρωποι, που όλος τους ο πλούτος είναι η ψυχή τους, που δεν αγοράζεται ούτε με όλα τα λεφτά του κόσμου.
Χρυσούλα Καμτσίκη
