Η -Ε-ευτυχία σε βρίσκει παντού

Τριγύρω της όλα στολισμένα, όλα φωτεινά, σε γιορτινή, χριστουγεννιάτικη διάθεση. Στο κέντρο της αίθουσας εκδηλώσεων του οίκου ευγηρίας, ένα τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο, με έναν υπέροχο άγγελο στην κορυφή, πολλές γιρλάντες, μπάλες πολύχρωμες και ψεύτικο χιόνι. Όλες οι πόρτες των δωματίων με αυτοκόλλητα και λαμπάκια, στους διαδρόμους παντού γιρλάντες. Από τις γυψοσανίδες της οροφής κρεμόντουσαν μπάλες από χρυσές κορδέλες και σε όλους τους χώρους, ακουγόταν μια απαλή μουσική με χριστουγεννιάτικες μελωδίες. Αρχές Δεκέμβρη και όλα ήταν στο κλίμα των γιορτών. Οι νοσηλεύτριες, οι καθαρίστριες, οι μάγειρες, οι φροντιστές, όλοι με τα πιο λαμπερά τους χαμόγελα και με μια στέκα στο κεφάλι, άλλοι με τα κερατάκια του Ρούντολφ, άλλοι με τα αυτιά των ξωτικών, άλλοι με το σκουφί του Άη Βασίλη, σιγοτραγουδούσαν την Άγια Νύχτα ή τον μικρό τυμπανιστή.

Μια ατμόσφαιρα θαλπωρής και ζεστασιάς πλανιόταν στον αέρα. Όλοι οι ηλικιωμένοι απολάμβαναν αυτή τη μαγεία των ημερών. Γινόντουσαν πάλι παιδιά. Γελούσαν, το βλέμμα τους έτρεχε στο στολισμένο χώρο, διηγούνταν ο ένας στον άλλο μνήμες γιορτινές, αλλοτινών χρόνων. Ευγνωμονούσαν που ήταν ακόμα ζωντανοί και χαίρονταν τις στιγμές.

Όλοι είχαν περάσει πολλά στη ζωή τους. Άλλωστε οι περισσότεροι, ήταν χρόνια μέσα εκεί και στην καθημερινότητα, λέγανε τις ιστορίες ζωής τους. Μα τώρα, θαρρείς και υπήρχε ένας άγραφος, γιορτινός νόμος να μοιράζονται μόνο τα όμορφα που τους είχε χαρίσει η ζωή. Αυτό ταίριαζε στην όλη ατμόσφαιρα. Σε λίγο, κόντευε και το επισκεπτήριο των συγγενών. Όλοι ήταν ενθουσιασμένοι που θα αγκάλιαζαν παιδιά και εγγόνια. Όλοι, εκτός από την Σμαράγδα.

Ένιωθε σα παραφωνία σε όλο αυτό το κλίμα. Ποτέ δεν ένιωσε οικεία εκεί μέσα. Ποτέ δεν μοιράστηκε την ιστορία των ογδόντα δύο χρόνων της, με κανέναν. Ποτέ δεν συμμετείχε στα πηγαδάκια, στις παρέες, στις δραστηριότητες, στους χορούς. Καθόταν σε μια αντίκα πολυθρόνα μπροστά στην τζαμαρία που έβλεπε στον κήπο και είχε γυρισμένη πλάτη σε όλους. Σα να μην υπήρχε στην αίθουσα κανείς, σα να μην άκουγε φωνές, γέλια, πειράγματα, ιστορίες. Σα να ήταν μόνο αυτή, παρέα με την ατελείωτη μοναξιά της. Σα να ήθελε να γυρίσει την πλάτη στην ίδια τη ζωή. Την είχαν πλησιάσει κατά καιρούς, αρκετές γυναίκες και άντρες, για να την εντάξουν σε παρέες. Ευγενικά, με ένα χαμόγελο που έκρυβε μια πικρία, τους απέφευγε. Μάταια και οι υπάλληλοι του οίκου ευγηρίας προσπαθούσαν, με υπομονή, καθημερινά. Δεν άκουγε κανέναν. Δεν ήθελε κανέναν. Γιατί δεν την αφήνουν στην ησυχία της όπως έκαναν τα παιδιά της και τα εγγόνια της;

Η Σμαράγδα ήταν από καλά βαστηγμένη οικογένεια. Η μαμά της ήταν μοδίστρα, με πελατεία όλες τις κυρίες της καλής κοινωνίας και ο μπαμπάς της είχε καφενείο. Αγάπησε και αγαπήθηκε πολύ από τον σύζυγό της, τον Διονύση και μαζί δημιούργησαν μια όμορφη οικογένεια με τρία παιδιά. Το καφενείο το δούλευαν οι ίδιοι πλέον με περισσότερο μεράκι και ήταν μια προσοδοφόρα επιχείρηση. Η αδυναμία της ήταν τα παιδιά της. Όσο κουρασμένη κι αν ήταν, με τόση ορθοστασία, με όσο κόσμο κι αν είχε να τα βγάλει πέρα, με τα παιδιά της ήταν πάντα ευδιάθετη. Μέσα στην αγκαλιά τους, όλη η κούραση της εξαφανιζόταν.

Ο γιος τους, ο Φώτης, με την οικονομική τους βοήθεια, άνοιξε ένα πλυντήριο αυτοκινήτων, αφού δεν ήθελε διαβάσματα και σπουδές. Παντρεύτηκε τον έρωτα της ζωής του και στα τριάντα του, έκαναν το πρώτο τους παιδί. Η μικρή Σμαράγδα, γέμισε την αγκαλιά όλων τους, τους έφερε ακόμη περισσότερη ευτυχία. Μέχρι που άρχισαν οι τσακωμοί. Η νύφη τους άρχισε να έχει απαιτήσεις, να τους ζητάει χρήματα για να έχει μια πιο άνετη ζωή και αφού τους είχε χαρίσει την εγγονή με το όνομα, το θεωρούσε υποχρέωσή τους. Δεν άντεχαν να βλέπουν τον γιο τους μελαγχολικό και έκαναν τα χατίρια της γυναίκας του. Όταν λίγο καιρό μετά τους ανήγγειλε την δεύτερη εγκυμοσύνη της, μια αχτίδα ελπίδας αιωρούνταν. Δυστυχώς, δεν ήταν έτσι. Το ζευγάρι πια, είχε μόνο καβγάδες στην καθημερινότητά του. Ο γιος τους, έχασε την γλύκα του, το χαμόγελό του. Σκλήρυνε, έγινε απότομος και έριχνε το φταίξιμο στους γονείς του, που δεν τον καταλάβαιναν, που δεν του έδιναν πια όσα λεφτά ζητούσε. Η Σμαράγδα και ο Διονύσης, από την πλευρά τους, έδιναν ό,τι μπορούσαν, ανέλαβαν τα έξοδα του δεύτερου εγγονιού τους και γενικά μεγάλα ποσά έφευγαν στο σπιτικό του γιου τους. Ποτέ δεν ήταν τίποτα αρκετό όμως, για κείνον και την γυναίκα του.

Η μεσαία τους κόρη, η Μελίνα, ήταν πάντα το ανήσυχο πνεύμα της οικογένειας. Από μικρή χωμένη σε βιβλία, έρευνες, άρθρα, ξένες γλώσσες. Σπούδασε αρχαιολογία, μιλούσε συνολικά τέσσερις γλώσσες και δεν την αφορούσαν οι λέξεις οικογένεια και παιδιά. Ήθελε να ασχοληθεί με την επιστήμη της και τις μεταφράσεις. Ταξίδευε πολύ και δεν μπορούσε τις δεσμεύσεις. Δεν είχε χρόνο για έρωτες, απογοητεύσεις και φιλίες. Τα βρήκε με τον εαυτό της και δεν είχε ανάγκη κανέναν, έτσι έλεγε. Από τις σπουδές της και μετά, ήταν ανεξάρτητη. Έφυγε από το πατρικό της, από την αγκαλιά της μαμάς της που την καταπίεζε και οι επαφές τους ήταν σε γιορτές και γενέθλια.

Η μικρότερη από τα αδέρφια, η Αλεξάνδρα, ήταν η χαϊδεμένη τους, το στερνοπούλι τους. Από μικρή, κολλημένη στην Σμαράγδα. Μαμόθρευτο, την κορόιδευαν όλοι. Αγαπημένη εποχή και των δύο, τα Χριστούγεννα. Στόλιζαν το σπίτι, ετοίμαζαν τα εορταστικά τραπέζια, μαγείρευαν, έψηναν κουλουράκια, ψώνιζαν παρέα τα δώρα για όλους, τραγουδούσαν όλη μέρα τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια, μέχρι που έσπαζαν τα νεύρα των υπολοίπων. Η Αλεξάνδρα είχε όνειρα να γίνει δημοσιογράφος. Μέχρι που ο έρωτας της χτύπησε την πόρτα σε πολύ νεαρή ηλικία. Στα δεκαεπτά της, γνώρισε τον Γιάννη, έναν τριαντάχρονο επιχειρηματία. Είχε δύο καφετέριες. Η Σμαράγδα, δεν ενέκρινε ποτέ αυτή τη σχέση. Μα δεν την υπολόγιζε η κόρη της, απομακρύνθηκε από την οικογένεια, από την αγκαλιά της. Δεν άκουγε κανέναν. Όποιος δεν ήθελε τον Γιάννη, γινόταν αυτόματα εχθρός της. Παράτησε τα όνειρά της, έμειναν μαζί και δούλευε μαζί του στις καφετέριές του.

Πότε από μια γλυκιά, όμορφη, ευτυχισμένη οικογένεια, έγιναν σκορποχώρι; Πώς κύλησαν τόσα χρόνια έτσι; Η Σμαράγδα ένιωθε υπαίτια. Κατηγορούσε τον εαυτό της ότι ήταν ανεπαρκής ως μάνα. Ότι σίγουρα από δικά της λάθη, τα παιδιά τους τράβηξαν δρόμους που δεν συμπεριελάμβαναν την οικογένεια. Ο Διονύσης, δε μπορούσε να την βλέπει θλιμμένη και πληγωμένη. Προσπαθούσε να της θυμίζει πόσο υπέροχη μαμά ήταν και πως δεν έφταιγαν εκείνοι για τις επιλογές των παιδιών τους. Τίποτα δεν την έκανε να νιώθει καλύτερα.

Το τελειωτικό χτύπημα ήταν ο ξαφνικός θάνατος του Διονύση από ανακοπή. Έχασε την γη κάτω από τα πόδια της. Ο ήδη ταρακουνημένος κόσμος της, με όσα συνέβαιναν με τα παιδιά της, γκρεμίστηκε. Το απόλυτο κενό μέσα της. Έχασε το στήριγμά της, τον άνθρωπο που έκαναν όνειρα να γεράσουν μαζί. Και τώρα την άφησε μόνη.

Στην κηδεία, η Σμαράγδα ήταν συντετριμμένη. Τι θα έκανε τώρα; Πώς θα ζούσε μόνη; Κανένα από τα παιδιά της δεν φαινόταν να πονάει πραγματικά από την απώλεια του πατέρα τους. Όταν όλα τελείωσαν και γύρισαν μαζί της σπίτι, άλλο ένα σοκαριστικό γεγονός την περίμενε.
– Μαμά, χρειάζομαι λεφτά, θέλω να πουλήσεις το σπίτι και το καφενείο και να μοιραστούμε δια του τρία το μερίδιο μας., είπε χωρίς ίχνος δισταγμού ο κανακάρης της.
Η Σμαράγδα προς στιγμήν, δεν κατάλαβε. Δεν είχε επαφή γενικά με το περιβάλλον.
– Καλά σου λέει μαμά, ευκαιρία να χωρίσουμε τα μερτικά μας., σιγοντάρισε η μικρή, η Αλεξάνδρα.
– Είστε με τα καλά σας; Μόλις κηδέψαμε τον μπαμπά σας και εσάς σας νοιάζουν οι περιουσίες και τα μερίδια; ξεψυχισμένα και ιδιαίτερα απογοητευμένη, απάντησε η Σμαράγδα.

Όλα έγιναν με ταχύτητα φωτός. Όταν ο άνθρωπος προσκυνάει το χρήμα, όλα γίνονται γρήγορα, βρίσκονται οι λύσεις, βρίσκεται ο χρόνος, η διάθεση. Ενώ όταν πρόκειται για ανθρώπινες σχέσεις, για την οικογένειά σου, ο χρόνος είναι πάντα περιορισμένος και η επαφή χάνεται. Δεν είχε κουράγιο να φέρνει αντιρρήσεις. Τα παιδιά της, αυτά που τα μεγάλωσε με αγάπη, με φροντίδα, που ήταν υπερήφανη για αυτά, την έβλεπαν σαν χρηματικό μερίδιο. Τα ξεπούλησαν όλα. Μα αυτό που την πονούσε ήταν το βλέμμα τους, το απόλυτα κενό. Χωρίς συναισθηματισμούς, εξανέμισαν κόπους μια ζωής, την ίδια της την ζωή. Αυτό που ήθελαν από κείνη ήταν μόνο η υπογραφή της. Δεν την ρώτησαν πώς ένιωθε, δεν τους ένοιαζε. Δεν αναρωτήθηκαν τι θα κάνει, πώς θα συνεχίσει. Ούτε ένα ευχαριστώ, ένα χάδι. Μα, έτσι κι αλλιώς δεν είχε ανάγκη από το φιλί του Ιούδα. Κι έτσι, τους έδωσε τα πάντα, όπως έκανε εβδομήντα τέσσερα χρόνια τώρα.

Χωρίς κανένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομά της πια, μόνη της κανόνισε να μπει σε έναν οίκο ευγηρίας. Άλλωστε, μια σύνταξη της είχε απομείνει, θα την έδινε στους ξένους, που θα την φρόντιζαν. Δεν νοιάστηκε κανείς τους. Την αποστολή τους την είχαν εκτελέσει. Δεν τους ήταν χρήσιμη πια η μάνα τους.

Οχτώ χρόνια στον οίκο ευγηρίας, δεν ήρθε κανείς τους επίσκεψη. Ούτε ένα τηλέφωνο. Να ρωτήσουν αν ζει ή αν πέθανε. Μαζί με τον πατέρα τους, έθαψαν κι εκείνη κι ας ήταν ζωντανή. Μα ήταν ζωντανή; Πάντα ευγενική με όλους, πάντα διακριτική, μα πάντα μοναχική. Η καρδιά της απλά χτυπούσε και την κρατούσε στη ζωή. Μέσα της όμως όλα είχαν νεκρώσει.

Το επισκεπτήριο ξεκίνησε. Η αίθουσα γέμισε κόσμο. Φωνές, γέλια, άνοιγμα δώρων, παιδάκια έτρεχαν παντού, γιοί και κόρες έβγαζαν φωτογραφίες τους γονείς τους με τα εγγόνια. Παντού γύρω της χαρά. Όλα αυτά τα χρόνια εκεί μέσα, οι ίδιες εικόνες ζεστασιάς, μα εκείνη την τύλιγε η παγωνιά. Ώσπου δύο μικρά ματάκια στάθηκαν μπροστά της και την κοιτούσαν.
– Γειά σου, είπε η παιδική φωνούλα.
– Γειά σου μικρούλα.
– Γιατί κάθεσαι εδώ μόνη;
Τι να απαντούσε. Δίστασε, σήκωσε απλά τους ώμους της και αρκέστηκε μόνο να την ρωτήσει το όνομά της.

– Πώς σε λένε;
– Ευτυχία. Εσένα;
– Σμαράγδα.
– Εγώ ήρθα να δω τον παππού μου.
– Μπράβο γλυκιά μου, θα τον έκανες πολύ χαρούμενο.
Μπροστά τους βρέθηκε η μαμά της μικρής.

– Ευτυχία, μην ενοχλείς την κυρία.
– Σε ενοχλώ; απάντησε ναζιάρικα και απορημένα το κορίτσι.
– Όχι, καθόλου!, την καθησύχασε η Σμαράγδα.
Η μαμά της, ευχήθηκε καλές γιορτές και πήγε πάλι παραδίπλα στον παππού της.

– Πόσο χρονών είσαι Ευτυχία;
– Έξι.
– Είσαι πολύ όμορφη.
– Ευχαριστώ. Εσύ δεν έχεις παιδιά;
– Έχω, τρία παιδιά και δύο εγγόνια.
Δεν ήξερε καν αν ισχύει. Άραγε οι κόρες της, είχαν παντρευτεί; Είχαν κάνει παιδιά; Μια τσιμπιά στη καρδιά την έκανε να κλείσει τα μάτια με ένα μορφασμό πόνου.

– Δεν είσαι καλά; Πονάς;
– Καλά είμαι παιδί μου, ευχαριστώ.
– Λοιπόν, πού είναι τα παιδιά σου, τα εγγόνια σου;
– Έχουν τις δουλειές τους, τις υποχρεώσεις τους, δεν μπόρεσαν να έρθουν.
– Κρίμα. Όμως, θα σου κάνω παρέα εγώ!, είπε η μικρούλα και με τα χεράκια της, αγκάλιασε την Σμαράγδα.

Σα να τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Έμεινε ασάλευτη. Πόσα χρόνια είχαν περάσει χωρίς μια αγκαλιά! Είχε ξεχάσει το άγγιγμα, την αίσθηση του να χωράς σε μια αγκαλιά. Και να, που δύο μικρά χεράκια ενός εξάχρονου κοριτσιού, της θύμισαν πώς είναι. Αργά, θαρρείς με τρόμο, άνοιξε η Σμαράγδα τα χέρια της και έκλεισε μέσα τους την μικρή ξελογιάστρα. Ό,τι δεν κατάφερε κανείς τόσα χρόνια, εκείνη μέσα σε λίγα λεπτά το κατάφερε. Έσπασε τις μπάρες ασφαλείας της Σμαράγδας, το τοίχος που είχε υψώσει ανάμεσα στην ίδια και τον κόσμο. Ακούμπησε το πηγούνι της στο κεφαλάκι του παιδιού κι άφησε τα δάκρυα να τρέχουν. Δάκρυα λύτρωσης ανακατεμένα με την θλίψη τόσων χρόνων. Δάκρυα ευγνωμοσύνης, μπλεγμένα μ’ εκείνα της ατέρμονης μοναξιάς της. Έκλαιγε βουβά, μη και διαταράξει την στιγμή. Την στιγμή που ένιωσε πάλι άνθρωπος. Την στιγμή που διαπίστωσε απρόσμενα, ότι έχει ακόμα συναισθήματα μέσα της κι ότι εκεί έξω, υπάρχει ακόμα αγάπη. Το κορίτσι, γύρισε το κεφαλάκι του, κοιτάχτηκαν κατάματα και με τα χεράκια του, της σκούπιζε τα δάκρυα. Αγαλλίαση, αυτό την κυρίευσε. Της χάιδεψε τα μακριά μαλλάκια της και την ρώτησε διστακτικά, αν μπορεί να της δώσει ένα φιλί.
– Μα φυσικά μπορείς.
Και η Σμαράγδα, στα χείλη της ελευθέρωσε όλη την αγάπη και την στοργή που είχε μέσα της και είχε τόση ανάγκη να διοχετεύσει κάπου.

– Σε ευχαριστώ Ευτυχία μου.
– Γιατί με ευχαριστείς;
– Γιατί μου θύμισες ποια είμαι.
Η Ευτυχία δεν κατάλαβε, μα της χάρισε μια ακόμα σφιχτή αγκαλιά.

– Έλα να γνωρίσεις τον παππού μου.
Δεν μπόρεσε να αντισταθεί, να πει όχι. Η μικρή είχε καταλυτική επιρροή επάνω της.
Άφησε την αντίκα πολυθρόνα της, η μικρή άπλωσε το χέρι, το στρίμωξε μέσα στο χέρι της Σμαράγδας και χοροπηδώντας με την παιδική ζωντάνια και αθωότητα, την πήγε στην οικογένεια της.

– Παππού, μαμά, μπαμπά, από δω η Σμαράγδα.
– Γειά σας. Να την χαίρεστε, είναι εκπληκτικό παιδί η Ευτυχία σας.
– Ευχαριστούμε Σμαράγδα. Κάτσε κοντά μας.
Και έγιναν όλοι μια παρέα. Γελούσαν, μιλούσαν, αγκαλιάζονταν. Ένιωσε επιτέλους, μετά από τόσα χρόνια ότι ανήκει κάπου. Πέρασαν δύο ώρες χωρίς να το καταλάβει.

– Όταν θα έρχομαι στον παππού μου, θα βλέπω κι εσένα!, της είπε με ολοφάνερη χαρά η μικρούλα.
– Θα σε περιμένω με ανυπομονησία.
Μια τελευταία αγκαλιά κι ένα χεράκι να κυματίζει έναν εγκάρδιο χαιρετισμό, μέχρι που έκλεισε η πόρτα.

Δεν ήταν ποτέ ξανά η ίδια μετά από αυτό. Πλησίαζε τους υπόλοιπους στον οίκο ευγηρίας, εντάχθηκε στην παρέα, εμπιστεύθηκε ξανά τους ανθρώπους, γέλασε, άγγιξε, χόρεψε, διασκέδασε.

Η μικρή που την επανέφερε στην ζωή, συνέχισε να πηγαίνει να βλέπει τον παππού της και την φίλη της, όπως πια έλεγε την Σμαράγδα. Όταν τους έβλεπε, μαζεμένους σα τα μελίσσια γύρω από τον παππού, σκεφτόταν πως ευτυχώς, ακόμα, υπάρχουν και αυτές οι οικογένειες. Στη σκέψη αυτή πάντα μια θλίψη σαν αερικό, περνούσε από το νου της, μα ευτυχώς, χανόταν γρήγορα. Είχε μια παρέα που την περίμενε να περάσουν όμορφα. Δεν είχε πια χρόνο για άσχημες θύμησες. Κοντά σε ξένους ανθρώπους, που παρότι δεν κυλούσε το ίδιο αίμα στις φλέβες τους, που δεν είχαν κοινές μνήμες ζωής, βρήκε την οικογένεια που της είχε λείψει αφόρητα πολύ.

Τα Χριστούγεννα έγιναν πάλι η αγαπημένη της περίοδος του χρόνου. Είχε γίνει το θαύμα των εορτών κι ας ήταν πια πολύ μεγάλη για να πιστεύει στον Άη Βασίλη. Είχε πια την δική της Ευτυχία στη ζωή.

Χρυσούλα Καμτσίκη

One response to “Η -Ε-ευτυχία σε βρίσκει παντού”

  1. Υπέροχα συγκινητικό κι ελπιδοφόρο! Μπράβο σας!

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading