08.00 – Το ξυπνητήρι άρχισε να χτυπάει. Ο δυνατός ήχος διαπέρασε τα αυτιά του, μα δεν έκανε καμία κίνηση να το κλείσει. Τα είχε φτύσει. Το κορμί του δεν υπάκουγε τις εντολές. Πονούσε ολόκληρος. Φοβόταν ότι η κούραση θα τον κέρδιζε. Αυτή ήταν ο εχθρός του και έπρεπε πάση θυσία να την πατήσει κάτω…
«Ρε Γιώργο! Τι θα γίνει; Κλείσε τη μ@λαkiα! Όλο ντριν και ντριν! Τελείωνε!», είπε η γυναικεία φωνή δίπλα του πετώντας του ένα μαξιλάρι. Ο Γιώργος αμέσως σηκώθηκε και έκλεισε το ξυπνητήρι. Έτριψε τα μάτια και τα μαλλιά του και σηκώθηκε να ετοιμαστεί.
«Πού πας πάλι; Πάλι τα ίδια; Όλο με γράφεις! Όλο ασχολείσαι με άσχετα πράγματα και εμένα με αφήνεις μόνη μου! Έλεος πια!»
«Άννα μου, σε παρακαλώ! Είναι πολύ πρωί και είμαι πολύ κουρασμένος. Σε παρακαλώ!»
«Όχι, Γιώργο! Όχι, δεν ξέρω! Αν είσαι κουρασμένος, να έρθεις να κοιμηθείς αγκαλιά μου! Τόσα βράδια όλο μόνη μου κοιμάμαι. Δουλεύεις και μετά από το χάραμα όρθιος. Φτάνει! Με τόση ταραχή ούτε εγώ κοιμάμαι! Λυπήσου με!»
«Συγγνώμη Αννούλα μου! Σήμερα αν είναι θα κοιμηθώ στον Κώστα για να μην σε ξυπνήσω! Αύριο είναι σημαντική μέρα και πρέπει να ξυπνήσω πολύ πολύ νωρίς!»
«Να τα πάλι! Μόνη μου θα με αφήσεις! Ντροπή σου Γιώργο!», είπε η Άννα γυρνώντας πλευρό. Μέσα από τα δόντια της έριξε ένα μπινελίκι και κοιμήθηκε ξανά, ενώ ο Γιώργος φορούσε φόρμα, φούτερ και αθλητικά για το πρωινό τρέξιμό του.
10.00 – Εισερχόμενη κλήση «Άννα»
«Έλα αγάπη μου!»
«Άσε τα ‘αγάπη’ μου Γιώργο και πες μου πού σκ@τα είσαι τόση ώρα;»
«Είμαι με τους προπονητές μου έξω για καφέ. Μόλις τελειώσω θα έρθω σπίτι. Κάνω ένα ντουζάκι και πάμε για brunch!»
«Είσαι με τους προπονητές σου για καφέ και εμένα με έχεις αφήσει να σε περιμένω κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους; Με κοροϊδεύεις;»
«Βρε Άννα μου, τι λες; Είμαι με τους προπονητές μου και συζητάμε για τους αγώνες του Σαββατοκύριακου. Σε παρακαλώ! Σε ένα τεταρτάκι έρχομαι και πάμε για φαγητό. Μήπως θες να κάνουμε κάτι άλλο; Θα κοιμηθώ το μεσημέρι οπότε τώρα είμαι όλος δικός σου!»
«ΣΥΓΓΝΩΜΗ! ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ ΕΧΕΙΣ ΑΓΩΝΕΣ; ΚΑΙ ΜΟΥ ΤΟ ΛΕΣ ΤΏΡΑ; ΕΧΩ ΚΑΝΟΝΙΣΕΙ ΝΑ ΠΑΜΕ ΣΠΑ! ΑΜΑΝ ΡΕ ΓΙΏΡΓΟ! ΑΜΑΝ!»
«Άννα μου, τι λες; Δεν έχουμε πει εδώ και έξι μήνες ότι αυτό το Σαββατοκύριακο είναι το παγκόσμιο; Δεν σου είπα να κλείσεις εισιτήρια να έρθεις με τις φίλες σου, γιατί ο σύλλογος μου έκλεισε σπίτι; Τι μου λες τώρα;»
«Μόνο την πάρτη σου σκέφτεσαι ρε Γιώργο! Εσύ και οι αγώνες σου! Τίποτα άλλο δεν έχει σημασία! Τέλος! Εγώ θα πάω για σπα με τα κορίτσια. Εσύ κάνε ό,τι καταλαβαίνεις!». Τουτ… Τουτ… Τουτ…
Ο Γιώργος, μόλις του έκλεισε η Άννα το τηλέφωνο στα μούτρα, ξεφύσηξε και έστρεψε ξανά την προσοχή του στους προπονητές του. Είχε τρεις μέρες ακόμα για το παγκόσμιο και έπρεπε να νύχια και με δόντια να είναι στην πεντάδα. Το όφειλε στον εαυτό του…
*****
08.00 – Το ξυπνητήρι άρχισε να χτυπάει. Ο δυνατός ήχος διαπέρασε τα αυτιά του, μα δεν έκανε καμία κίνηση να το κλείσει. Τα είχε φτύσει. Το κορμί του δεν υπάκουγε τις εντολές. Πονούσε ολόκληρος. Φοβόταν ότι η κούραση θα τον κέρδιζε. Αυτή ήταν ο εχθρός του και έπρεπε πάση θυσία να την πατήσει κάτω…
Έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι μα δυο χέρια τον τράβηξαν κοντά τους.
«Σςςςς! Έχεις χρόνο! Κοιμήσου λίγο ακόμα! Θα σε ξυπνήσω εγώ!». Τα λόγια συνοδεύονταν από ένα φιλί στη μύτη του. Ο Γιώργος χαλάρωσε μέσα σε αυτή την αγκαλιά. Η γυναικεία φιγούρα δίπλα του έκανε να σηκωθεί, αλλά ήταν η σειρά του να την τραβήξει κοντά του.
«Πού πας;»
«Κολυμβητήριο! Θα σε πάρω να σε ξυπνήσω λίγο πριν μπω στην πισίνα. Μην αγχώνεσαι!»
«Κάνει κρύο σήμερα!»
«Αντέχω! Κοιμήσου λίγο παραπάνω, σε παρακαλώ! Πριν δυο ώρες γύρισες απ’ τη δουλειά!».
Ο Γιώργος την φίλησε στο κεφάλι και αμέσως αποκοιμήθηκε. Εκείνη σηκώθηκε και ετοιμάστηκε να αδράξει την μέρα της έχοντας πάντα στο νου της εκείνον και το πρόγραμμά του.
08.50 – Το κινητό του άρχισε να χτυπάει. Ευτυχώς το είχε στο δυνατό.
«Μμμμ;»
«Γιώργο μου; Μπαίνω στην πισίνα. Σήκω! Σε ένα τέταρτο έχεις ραντεβού με τους προπονητές σου! Σε φιλώ!».
Ο Γιώργος σηκώθηκε πολύ βαρύς και πήγε στο μπάνιο. Έκανε ένα πολύ κρύο ντους να ξυπνήσει και ετοιμάστηκε για την προπόνηση. Με τρεις ώρες ύπνο άλλη μια μέρα, αλλά δεν πτοούταν. Ο πρωταθλητισμός απαιτεί θυσίες. Και ήταν διατεθειμένος να θυσιάσει τα πάντα για να πετύχει τον στόχο του. Τα πάντα, εκτός από την Ιφιγένεια. Λίγο πριν ξεκινήσει την προπόνηση, της έστειλε μήνυμα. «Θα σε πάρω όταν τελειώσω! Σε σκέφτομαι! Να προσέχεις!». Τώρα ήταν έτοιμος να λιώσει στα γήπεδα.
*****
«Ιφιγένεια; Πού είσαι;»
«Έλα μου! Μόλις μπήκα σπίτι. Όλα καλά;»
«Ναι! Ναι! Είμαι εδώ με τους προπονητές μου και συζητάμε για τους αγώνες του άλλου Σαββάτου!»
«Είμαστε έτοιμοι πες τους! Θα είμαστε Θεσσαλονίκη από Πέμπτη ώστε να κάνεις και την προπόνησή σου την Παρασκευή!»
«Συγγνώμη! Με τη δουλειά σου; Τι θα γίνει;»
«Αγάπη μου, είναι το παγκόσμιο πρωτάθλημά σου! Το ξέρουμε έξι μήνες τώρα. Υπήρχε ποτέ περίπτωση να το έχανα; Έφτιαξα τις άδειές μου και θα έρθω μαζί σου! Πεινάς;»
«Πάντα! Πάμε για φαγητό;»
«Όχι όχι! Θα φτιάξω τώρα κάτι να φάμε ώστε να έρθεις και να ξεκουραστείς. Δουλεύεις το βράδυ, μην το ξεχνάς! Λοιπόν, στείλε μου απλά όταν ξεκινήσεις για να ανάψω θερμοσίφωνα και για σένα! Σε φιλώ!»
Ο Γιώργος έκλεισε το τηλέφωνο και το πρόσωπό του έλαμπε από χαρά. Με την Ιφιγένεια ένιωθε ασφάλεια και ηρεμία. Ένιωθε πιο σίγουρος για τον εαυτό του και δεν τον ενοχλούσε η κούραση από τη βραδινή δουλειά και τις πολύωρες προπονήσεις. Του έφτανε που γύριζε δίπλα της. Του έφτανε που τον πρόσεχε και παράλληλα έκανε τη δικιά της ζωή. Όταν χώρισε με την Άννα πριν από έναν χρόνο, είχε υποσχεθεί στον εαυτό του πως δεν θα έκανε αμέσως σχέση. Δεν είχε περάσει καθόλου καλά. Ήταν μονίμως στην πίεση. Δεν κοιμόταν. Η Άννα δεν ήταν ικανοποιημένη με τίποτα. Απαιτούσε όλο του το χρόνο και δεν μπορούσε να καταλάβει πόσο σημαντικός ήταν για εκείνον ο αθλητισμός. Ή μάλλον ο πρωταθλητισμός.
Ο Γιώργος είχε τελειώσει οικονομολόγος για χάρη της οικογένειάς του, αλλά ποτέ δεν άσκησε το επάγγελμα. Δούλευε νύχτα σε κέντρα διασκέδασης. Κοινωνικός, πρόσχαρος και πολύ ωραίος. Αχτύπητος συνδυασμός. Τον λάτρευαν όλοι και το εισόδημά του άρχισε να αυξάνεται κατά κόρον. Σχολούσε ξημερώματα, πήγαινε σπίτι, κοιμόταν δυο – τρεις ώρες το πολύ και μετά έπεφτε με τα μούτρα στις προπονήσεις. Ξιφασκία. Από μικρός αυτή την ενασχόληση είχε. Η προετοιμασία του σκληρή και όσο πλησίαζαν οι αγώνες, όλο και πιο πιεστική. Στόχος η Ολυμπιάδα. Όνειρο ζωής το χρυσό. Δεν θα το έβαζε κάτω μέχρι να το έβλεπε να λαμπυρίζει το στήθος του.
Και τσουπ… Λίγες μέρες μετά τον χωρισμό του με την Άννα και την αποτυχία του στο παγκόσμιο, γνώρισε την Ιφιγένεια σε ένα μπαρ. Ήσυχη, ευγενική και διακριτική παρουσία. Τον γοήτευσε το χαμόγελό της και τα χέρια της. Ήταν τόσο εκφραστική όταν μιλούσε, που μπορούσε να τη χαζεύει για ώρες. Της πρότεινε το ίδιο κιόλας βράδυ να πάνε να φάνε. Η Ιφιγένεια διστακτική, μα ήταν τόσο όμορφος εκείνος, που δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην πρότασή του. Έφαγαν, έκατσαν μαζί μέχρι το ξημέρωμα και χωρίστηκαν. Το επόμενο βράδυ έμεινε σπίτι του. Δεν την άγγιξε. Δεν ήθελε να την τρομάζει. Μια βδομάδα μετά και αφού ήταν αχώριστοι, έγιναν ένα. Τα σώματά τους κούμπωσαν τέλεια. Τα χάδια και τα φιλιά τους γιάτρευαν παλιές πληγές και έριχναν τις άμυνές τους. Οι ψυχές τους είχαν βρει γαλήνη.
Μετά από έναν χρόνο, ο Γιώργος είχε συνειδητοποιήσει πως την αγαπούσε, αλλά δεν της το είχε πει ποτέ. Την φρόντιζε. Την πρόσεχε και την ήθελε πάντα γελαστή. Όσο εκείνη γελούσε, τόσο έλαμπε η πλάση. Ήθελε να της το πει τόσο πολύ μα φοβόταν…
Όταν έβαλε το κλειδί στην πόρτα, η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Ήταν σίγουρος πως τέτοιο άγχος δεν θα είχε στο τελικό σε λίγες μέρες. Η Ιφιγένεια τον πήρε είδηση και έτρεξε στην πόρτα να τον υποδεχτεί με ένα φιλί. «Είναι τόσο όμορφη!», σκέφτηκε ο Γιώργος μόλις την είδε με τις φόρμες της και τα βρεγμένα της μαλλιά, μα το άγχος του τον έτρωγε και δεν αντέδρασε στο φιλί της. Η Ιφιγένεια πάγωσε.
«Ίφι, θέλω να μιλήσουμε!», αυτές οι τρεις λέξεις καρφώθηκαν στην καρδιά της. Τον ακολούθησε στο σαλόνι και έκατσε δίπλα του.
«Ίφι μου… Θέλω να σου πω πως…»
«Όχι όχι! Καταλαβαίνω! Πιέστηκες! Δεν θες να έρθω μαζί σου στους αγώνες. Ok κανένα θέμα! Το λύνω σήμερα κιόλας!»
«Ε;»
«Πιέζεσαι! Και το έλεγα στον εαυτό μου η ηλίθια… ‘Μην του μαγειρεύεις!’. ‘Μην γίνεσαι τόσο φροντιστική!’. ‘Μην απλώνεσαι στο κρεβάτι!’. Είμαι τόσο χαζή! Συγγνώμη!»
«Ε;»
«Θα μαζέψω τα πράγματά μου και θα πάω στη μαμά μου! Μην αγχώνεσαι!»
«Ώπα! Ώπα! Τι λες; Γιατί να φύγεις; Μη με τρελαίνεις τώρα! Τι έγινε;»
«Δεν θες να με χωρίσεις;»
«Εγώ εσένα; Είσαι με τα καλά σου; Να χωρίσω το καλύτερο πράγμα που μου έχει συμβεί ποτέ; Εγώ πλέον δεν μπορώ χωρίς εσένα. Με γέμισες με αγάπη και φως. Με προσέχεις και με φροντίζεις γιατί το γουστάρεις. Όχι καταναγκαστικά! Με στηρίζεις! Με νοιάζεσαι! Με καταλαβαίνεις! Ορισμένες φορές νιώθω τόσο λίγος μπροστά στο δικό σου μεγαλείο και ταυτόχρονα τόσο τυχερός!»
«Εγώ είμαι η τυχερή! Πίστεψέ με!»
«Σε αγαπάω, Ιφιγένειά μου! Αυτό ήθελα να σου πω! Σε αγαπάω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου!»
«Και εγώ σε αγαπάω, Γιώργο μου! Είσαι ο πρωταθλητής της καρδιάς μου και της ζωής μου και είμαι σίγουρη πως την Κυριακή θα γίνεις και παγκόσμιος πρωταθλητής», του απάντησε με βουρκωμένα μάτια.
«Με χρυσό Ολυμπιάδα;»
«Με χρυσά Ολυμπιάδες, αγάπη μου!»
Κατερίνα Μοχράνη

One response to “Ο πρωταθλητής”
Ωραίο!