[Σημείωση: Φέτος (2024), εκτός απροόπτου, θα δημοσιευτεί το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματός μου σε συνέχειες, «Η Εντολή της Κόμισσας». Μέχρι τότε, θα δημοσιευτούν μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
***
Αυτός που μας ακολουθούσε
Της Μίνα Έιμς
(Τεύχος Σεπτεμβρίου, 1896, σελ. 3-12)
Αγαπημένε μου αναγνώστη,
Άλλο ένα κείμενο της μοναδικής Μίνα δημοσιεύεται στο περιοδικό μας, γεγονός που με κάνει πολύ χαρούμενο. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα, όμως, αυτή η καλογραμμένη ιστορία είναι ίσως η πιο προσωπική και η πιο κοινωνική που έχει γράψει ως τώρα η αγαπητή Μίνα. Ταυτόχρονα, είναι μια σκληρή ιστορία, όπου θίγονται ζητήματα που ίσως πρέπει να μας προβληματίσουν όλους. Σε τούτο το διήγημα θα μας θυμίσει τους αδιανόητους φόνους που διέπραξε προ ετών ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης, αλλά, ως οφείλει σαν καλλιτέχνης, θα πει τη δική της εκδοχή, σχολιάζοντας την ίδια στιγμή και φλέγοντα, καθημερινά ζητήματα, χρησιμοποιώντας χαρακτηρισμούς και άλλες εκφράσεις που ενδεχομένως να μην σου αρέσουν, αγαπημένε μου αναγνώστη, γιατί δίνουν μια πιο άμεση τοποθέτηση πάνω στην πραγματικότητα, απ’ ό,τι συμβαίνει με άλλα, πιο μυθοπλαστικά κείμενα του περιοδικού. Όμως, ξέροντας την Μίνα, μπορώ να σε διαβεβαιώσω, αγαπημένε μου αναγνώστη, ότι το πρώτο πράγμα που επιθυμεί (και) με αυτό το διήγημα είναι να σου προσφέρει μια αξιοπρεπή ιστορία φρίκης.
Τζον Μπάρλοου
Η Έλινορ έσφιξε το πιστόλι που είχε στην τσέπη της. Ήταν μαζί με τον φίλο και ενίοτε εραστή της, τον Κλόιντ, όταν είδε τον άντρα με το μακρύ παλτό και το μεγάλο στρογγυλό καπέλο να περιμένει έξω από το βρόμικο σπίτι που η Έλινορ και άλλες κοπέλες νοίκιαζαν για να μένουν και να εξυπηρετούν τους πελάτες τους. Ο άντρας είχε στραφεί προς την είσοδο, με τα χέρια στις τσέπες του παλτού του, ενώ αγνοούσε κάθε κίνηση που συνέβαινε γύρω του. Άνθρωποι και άμαξες περνούσαν, αν και ολοένα και λιγότερο, μιας και η περιοχή ήταν κακόφημη, ειδικά μετά τους φόνους των τελευταίων μηνών. Κάποιοι περαστικοί παραλίγο να σκοντάψουν και να πέσουν πάνω του, ενώ οι οπλές των αλόγων τσαλαβουτούσαν στις λάσπες του δρόμου και τον έβρεχαν, αλλά εκείνος παρέμεινε ατάραχος. Το πρόσωπό του δε φαινόταν, παρά είχε γίνει ένα με το σκοτάδι που βασίλευε στο Λονδίνο. Έμοιαζε με το άγαλμα κάποιου ανθρωπόμορφου δαίμονα, ο οποίος κρυβόταν σε κοινή θέα, παστωμένος από καθόλα συνηθισμένα-αν και ακριβά ρούχα.
Ο Κλόιντ μαζεύτηκε δίπλα στην Έλινορ. Ήταν ένας ήρεμος νεαρός άντρας, με κοντά μαύρα μαλλιά και ανοιχτόχρωμα μάτια, ο οποίος έμενε σε άλλη περιοχή, αλλά ξέφευγε συχνά και στα μουλωχτά για να επισκεφτεί την Έλινορ ή (παλιότερα) κάποια άλλη πόρνη, μιας και ήταν πολύ κλειστός άνθρωπος για να έχει μια σύζυγο ή έστω αρραβωνιαστικιά, οπότε κατέφευγε στην συντροφιά γυναικών που πουλούσαν το κορμί τους σε όποιον είχε χρήματα για να ξοδέψει. Η Έλινορ σταδιακά τον συνήθισε και τον συμπάθησε, με αποτέλεσμα να βγαίνουν κάπου-κάπου για να φάνε και να πιουν μπίρα, ενώ σπάνια του ζητούσε να την πληρώσει. Είχαν καταλήξει «μαζί», αν και, όπως το έβλεπε εκείνη, η σχέση τους δεν θα εξελισσόταν σε κάτι περισσότερο, μήτε θα την ανακοίνωναν σε κανέναν. Μόνο οι φίλες της που ασκούσαν το ίδιο επάγγελμα ήξεραν για τον Κλόιντ, και μερικές φορές τον πείραζαν όταν τον έβλεπαν, ζητώντας του δήθεν να αφήσει την Έλινορ για κάποια από εκείνες.
Η Έλινορ στραβοκατάπιε, καθώς θυμήθηκε τις φίλες της. Είχαν πεθάνει με βάναυσους τρόπους, με φριχτούς τρόπους. Τις είχαν βρει σε σκοτεινά σοκάκια, αλλά και στην κύρια οδό, σφαγμένες, με ανοιγμένο θώρακα, με όργανα να λείπουν από τα κορμιά τους. Τις είχαν βρει να επιπλέουν μες στα αίματα, με το πρόσωπο της καθεμιάς, ό,τι είχε απομείνει δηλαδή, να έχει κλάψει νωρίτερα και να έχει μια έκφραση τρόμου μπροστά στον επερχόμενο θάνατο –αυτή την ίδια έκφραση είχαν και λίγο καιρό πριν η καθεμιά βρεθεί νεκρή, αφού ένιωθαν ότι τις παρακολουθούσαν. Κάποιες είχαν παλέψει, είχαν βρεθεί κομμάτια από ακριβό ύφασμα στα χέρια τους, αλλά δίχως να σωθούν. Η Έλινορ ήταν η τελευταία που είχε απομείνει σε αυτό το σπίτι, το οποίο έμοιαζε τόσο άδειο χωρίς τις φίλες της, χωρίς τις φωνές τους, χωρίς τα γέλια τους, ακόμα και τους τσακωμούς τους. Η Έλινορ φοβόταν, μα ήταν και εκνευρισμένη. Τόσες γυναίκες είχαν πεθάνει μέσα σε έξι μήνες και η αστυνομία δεν είχε κάνει καμιά ουσιώδη έρευνα. Είχαν ανακριθεί κάποιοι άντρες, αλλά κανείς δεν είχε συλληφθεί, ενώ οι φόνοι συνεχίζονταν. Η Έλινορ δεν είχε πάει σε αυτούς για βοήθεια, γιατί τους μισούσε, καθώς ήξερε τι γνώμη είχαν για γυναίκες σαν τις φίλες της, σαν και του ελόγου της. Δεν νοιάζονταν ιδιαίτερα για τις πόρνες, ίσα-ίσα, κάποιοι από δαύτους, οι πιο πουριτανοί, μπορεί να έβλεπαν το θανατηφόρο έργο του δράστη ως θεόσταλτη τιμωρία, άρα δεν θα έτρεχαν να τον βρουν κιόλας ή, ακόμα και αν τον πετύχαιναν επί τω έργω, μπορεί όχι απλά να τον σταματούσαν, αλλά να κάθονταν και να θαύμαζαν όσα έκανε στα θύματά του.
Ο Κλόιντ είχε αντιτεθεί στην άποψη της Έλινορ, θεωρώντας πως αδικούσε τους αστυφύλακες, οι οποίοι περιπολούσαν κανονικά, ανά δυάδες. Αν δουν κάτι τέτοιο, είχε πει ο Κλόιντ, θα παρέμβουν. Δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, Έλινορ. Θα σώσουν όποια γυναίκα τους χρειαστεί. Θα…
Πιο πιθανό να νοιαστούν μην πάθει κάτι ο σατράπης της «καλής κοινωνίας», τον είχε διακόψει η Έλινορ.
Τους αδικείς, καλή μου, την είχε διαβεβαιώσει με την απαλή φωνή του, χαϊδεύοντας ταυτόχρονα τα μακριά ξανθά μαλλιά της που συχνά τα άφηνε ξέπλεκα. Ο Κλόιντ της χαμογελούσε παρηγορητικά, κι ήταν τόσο αθώο το πρόσωπό του, που ήταν δύσκολο να τον προσβάλλεις. Η αστυνομία είναι για όλους, Έλινορ, είχε συνεχίσει, όχι μόνο για τους πλούσιους.
Πόσο ήθελε να τον πιστέψει, μόνο η ίδια ήξερε… Ανέκαθεν ο Κλόιντ τη διαβεβαίωνε ότι οι άνθρωποι δεν ήταν όλοι ίδιοι, δεν έμοιαζαν όλοι με αυτούς που είχε γνωρίσει κατά καιρούς η Έλινορ. Δεν είναι όλοι κακοί, έλεγε. Δεν είναι όλοι σαν την μητέρα ή τον πατέρα σου ή σαν… σαν αυτούς που έρχονται εδώ, για να σε εκμεταλλευτούν. Υπάρχουν και καλοί άνθρωποι, Έλινορ. Υπάρχουν. Απλά, πρέπει να τους βρεις. Ήδη έχεις βρει κάποιους, τις φίλες σου εδώ και εμένα. Θέλω να πιστεύω ότι κι εγώ είμαι ένας καλός άνθρωπος που γνώρισες.
Η Έλινορ είχε σπεύσει να του επιβεβαιώσει ότι ήταν από τους καλούς και είχε λήξει την κουβέντα εκεί, καθότι μέσα της αμφέβαλλε για όσα της έλεγε καλοπροαίρετα ο Κλόιντ, αλλά δεν ήθελε να τον απογοητεύσει.
Όταν εντέλει είχε έρθει αναπόφευκτα η σειρά της να μπει στο στόχαστρο του δολοφόνου, η Έλινορ αναρωτιόταν μήπως τελικά έπρεπε να πάει στην αστυνομία και να ζητήσει τη βοήθειά τους. Καθώς εκείνος έκανε ό,τι είχε πράξει και με τις προηγούμενες κοπέλες, δηλαδή παρενέβαινε στην προσωπική της ζωή, διαβάζοντας τα ελάχιστα γράμματα που λάβαινε (κυρίως από τον Κλόιντ) ή βρίσκοντας την πόρτα του σπιτιού παραβιασμένη (αλλά κανέναν να την περιμένει μέσα) ή βλέποντας κάποιον (αυτή τη σκιώδη φιγούρα που τώρα έστεκε έξω από το σπίτι) να την ακολουθεί στο δρόμο (χωρίς ωστόσο να της επιτίθεται ακόμη), η τριανταδυάχρονη κοπέλα σκεφτόταν όσα της έλεγε ο Κλόιντ, όσα της έτασσε, όσα προσπαθούσε να της εμφυσήσει με τα όμορφα, καταπραϋντικά και ελπιδοφόρα λόγια του –λόγια που σπάνια άκουγε από τότε που ήταν παιδί, πόσω μάλλον από τότε που έγινε πόρνη. Μήπως εκείνη έκανε λάθος; Μήπως μπορούσε να συνεργαστεί με τους αστυφύλακες, για να πιάσουν αυτόν που την ακολουθούσε, τον φονιά;
Ο κλοιός στένευε, η ζωή της απειλούνταν, και το ήξερε η Έλινορ. Κάποτε αυτός ο αδίστακτος άντρας θα της ριχνόταν και, αν τα κατάφερνε, εκείνη αμφέβαλλε αν θα είχε ποτέ ξανά την ευκαιρία να ευχαριστηθεί την παρέα του Κλόιντ. Κάτι έπρεπε να κάνει.
Είχε πάρει το πιστόλι από ένα καθίκι που είχε έρθει για εκείνη. Η Έλινορ ήξερε ότι αυτός είχε πάρε δώσε με άλλα ντόπια καθάρματα, που ζούσαν για να υπηρετούν πλούσιους και να απειλούν (ή χειρότερα) άλλους, κατατρεγμένους, άτυχους ανθρώπους που έπεφταν στην ανάγκη να δανειστούν μερικά χρήματα από τους λάθος τύπους. Ήξερε ότι οπλοφορούσε, όπως επίσης ήξερε ότι ήταν μανιώδης πότης. Είχε φροντίσει να πάρει ένα μπουκάλι φθηνό κρασί και το φύλαγε για δαύτον, καθώς ήξερε ότι είχε μείνει ευχαριστημένος από εκείνη, οπότε σίγουρα θα ερχόταν ξανά. Ήλπιζε μόνο να έρθει πριν της επιτεθεί ο φονιάς, και, για καλή της τύχη, τα πράγματα είχαν έρθει όπως ήθελε: έζησε αρκετά για να μπορέσει να έχει το δικό της πιστόλι και τώρα, έχοντας δίπλα της τον φίλο της και λίγα μέτρα παραπέρα τον πιθανό φονιά της, μπορούσε επιτέλους να προστατεύσει τον εαυτό της.
Αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα, το οποίο της το είχε τονίσει και ο Κλόιντ. Το πιστόλι ήταν γεμάτο -είχαν δει τις έξι σφαίρες που κάλυπταν κάθε θαλάμη-, όμως μπορούσε να το χρησιμοποιήσει; Μπορούσε να το στρέψει προς έναν άνθρωπο και να πατήσει τη σκανδάλη; Η αλήθεια ήταν πως η Έλινορ δεν είχε χρειαστεί να καταφύγει στη βία, παρά ελάχιστες φορές, και κυρίως με φωνασκίες και όχι έμπρακτα. Ποτέ της δεν είχε πιάσει άλλο όπλο πέραν από τα μαχαίρια που υπήρχαν στο σπίτι για το φαγητό. Το ασημένιο πιστόλι που είχε πάρει από το κάθαρμα το είχε προσκεφάλι της κάθε βράδυ, αλλά της έφερε εφιάλτες, περισσότερους απ’ όσους της έφερε η παραβίαση της ζωής της από τον πιθανό φονιά. Έβλεπε τον εαυτό της να περπατάει στο σκοτάδι ή στο φως της ημέρας, σε κατάμεστα από κόσμο μέρη, και να υψώνει το όπλο και να ρίχνει προς κάθε κατεύθυνση, σκοτώνοντας ένα σωρό ανθρώπους, προκαλώντας πανικό γύρω της. Δεν ήξερε γιατί είχε δει αυτόν τον εφιάλτη, και μάλιστα επανειλημμένα, ποτέ της δεν θα έβλαπτε τον οποιονδήποτε. Το είχε πει και στον Κλόιντ κι αυτός, αφού το σκέφτηκε, της είπε ότι εκείνη είχε τύψεις, γιατί ετοιμαζόταν να πάρει μια ανθρώπινη ζωή. Η Έλινορ είχε αντιδράσει, είχε φωνάξει στον Κλόιντ για πρώτη φορά από τότε που γνωρίστηκαν, λέγοντάς του ότι δεν θα σκότωνε έναν τυχαίο άντρα, αλλά ένα δολοφόνο. Έναν πιθανό δολοφόνο, την είχε διορθώσει εκείνος. Δεν ξέρεις αν αυτός που σε παρακολουθεί είναι ο ίδιος με αυτόν ή αυτούς που σκότωσε ή σκότωσαν τις φίλες σου. Ο Κλόιντ, ακόμα και τόσο καιρό μετά, αμφέβαλλε αν η Έλινορ έκρινε σωστά το ποιόν του άντρα που είχε μπει λαθραία στην ζωή της. Βασικά, αμφέβαλλε αν είχε όντως μπει κάποιος λαθραία στην ζωή της φίλης του.
Όμως, τώρα αυτό είχε αλλάξει ή έτσι φαινόταν, αν έκρινε κανείς από το ανήσυχο βλέμμα του Κλόιντ, καθώς παρατηρούσε μαζί με την Έλινορ τον άντρα που στεκόταν έξω από το σπίτι. Τον έβλεπαν από ένα παράθυρο του ισογείου εδώ και δέκα λεπτά, ίσως παραπάνω. Αυτός δεν είχε αλλάξει στάση, δεν είχε κουνηθεί καθόλου, ό,τι και να γινόταν γύρω του. Το όλο θέαμα ήταν πρωτόγνωρο, αλλά πολύ ανησυχητικό, αυτό το παραδεχόταν μέχρι και ο Κλόιντ.
Κάποια στιγμή, η Έλινορ απομάκρυνε τα μάτια της από τον άντρα και πήγε να καθίσει σε μια πολυθρόνα. Χάιδεψε τα μαλλιά της. Κάλυψε το πρόσωπό της με τα χέρια της. Άγγιξε ξανά το πιστόλι. Ο χώρος του ισογείου φωτιζόταν από μερικά κεριά που είχαν ανάψει σε διάφορα σημεία. Συνήθως, αυτό το έκανε για να εξάπτει το ενδιαφέρον των πελατών, αλλά αυτή τη στιγμή απλά δεν είχε ασχοληθεί να ανάψει τις λάμπες που είχαν βιδώσει στους τοίχους. Η Έλινορ είχε άλλα στο μυαλό της, πιο σημαντικά θέματα: Από την μια, η αστυνομία και οι συνέπειες που την περίμεναν. Από την άλλη, οι φίλες της που χάθηκαν και καμιά τους δε δικαιώθηκε, με αποτέλεσμα να στοιχειώνουν την ψυχή της.
Τι θα έκανε;
Πόσο ήθελε να αποδείξει σε αυτόν τον άψυχο άνθρωπο που στεκόταν εκεί έξω ότι είχε κάνει λάθος, σωρεία λαθών, από τότε που άρχισε το δολοφονικό έργο του;
«Καλύτερα να πηγαίνουμε, Έλινορ» είπε ο Κλόιντ κάποτε. Είχε στραφεί προς εκείνη και την κοιτούσε αποφασισμένος. «Μπορεί να ορμήσει εδώ μέσα οποτεδήποτε. Αλλά αν βγούμε, αν πάμε τώρα στην αστυνομία, θα μας ακολουθήσει και θα τον δουν ότι σε καταδιώκει, και ότι… ξέρεις…»
«Ότι θέλει να με σκοτώσει».
Ο Κλόιντ κατένευσε και στραβοκατάπιε. «Δεν γίνεται να μείνουμε κλεισμένοι εδώ μέσα για πάντα». Έδειξε έξω από το παράθυρο. «Ίσως ανάμεσα στον κόσμο να μην κάνει καμιά κίνηση εναντίον σου. Αλλά εδώ είμαστε μόνοι μας. Και… όσο κι αν με στενοχωρεί που το παραδέχομαι, εγώ δεν…»
«Σσσς» έκανε η Έλινορ και σηκώθηκε. Έσπευσε κοντά του και τον αγκάλιασε. «Ησύχασε, Κλόιντ. Δε χρειάζεται να πεις κάτι άλλο». Ήξερε ότι αν ο φίλος της έλεγε φωναχτά ότι ήταν αδύναμος, ότι δεν θα μπορούσε να την προστατεύσει, αυτό θα αποτελείωνε τις όποιες ελπίδες είχε στην καρδιά του. Κι εκείνη τον χρειαζόταν δυνατό, όσο πιο δυνατό γινόταν. Ήθελε τη συμπαράστασή του, για να μπορέσει να κάνει ό,τι έπρεπε.
Εκείνος ανταπέδωσε την αγκαλιά, παίρνοντας το βλέμμα του από τον άντρα. «Τι αποφάσισες, λοιπόν;» ρώτησε.
Η Έλινορ ρούφηξε τη μύτη της και είπε «Θα πάμε στην αστυνομία. Κι ας ελπίσουμε ότι θα τον πιάσουν». Ή ότι θα προλάβουμε να πάμε κοντά τους, πριν μας επιτεθεί εκείνος, σκέφτηκε, αλλά δεν το είπε.
«Ωραία. Ωραία». Ο Κλόιντ την άφησε και την κοίταξε, χαμογελώντας της. «Αυτή είναι η σωστή απόφαση, καλή μου».
Η Έλινορ δεν απάντησε σε αυτό.
«Θες να πάμε από την πίσω πόρτα;» ρώτησε ο Κλόιντ. «Καταλαβαίνεις, για να μην μας δει. Ίσως έτσι καθυστερήσει να αντιληφθεί ότι λείπουμε, οπότε θα έχουμε το χρόνο να φέρουμε τους αστυνομικούς, για να τον πιάσουν».
«Όχι» είπε η Έλινορ. «Δεν μπορώ να ρισκάρω να φύγει. Θα πάμε από την κύρια είσοδο. Όπως είπες κι εσύ, Κλόιντ, ίσως ανάμεσα στον κόσμο να μην κάνει καμιά κίνηση».
Ο Κλόιντ κατένευσε. «Εντάξει, Έλινορ. Όπως επιθυμείς».
Έσβησαν τα κεριά και φόρεσαν τα πανωφόρια τους. Στάθηκαν πίσω από την πόρτα. Αντάλλαξαν μια ματιά μες στο μισοσκόταδο, έσφιξαν τα χέρια τους και βγήκαν στον κρύο αέρα του Λονδίνου.
Ο άντρας ήταν στην θέση του, ενώ δεν κουνήθηκε όταν τους είδε. Ακόμα και τώρα που τους χώριζε ελάχιστη απόσταση, τα χαρακτηριστικά του παρέμεναν αδιευκρίνιστα. Ήταν ένας ψηλός, σχετικά λεπτός τύπος, με μακρύ παλτό και καπέλο –μαύρα αμφότερα. Ούτε αν φορούσε μπότες ή χαμηλά παπούτσια δεν μπορούσαν να πουν. Τα χέρια δεν τα έβγαλε από τις τσέπες και, όπως οι λίγοι διαβάτες που τον προσπερνούσαν, δεν έδινε σημασία σε κανέναν άλλο, εκτός από την Έλινορ και μάλλον και τον Κλόιντ.
«Πάμε» είπε ο Κλόιντ, πιάνοντας την Έλινορ από το μπράτσο και κίνησαν προς την επόμενη κάθετη οδό. Τρέμοντας από το κρύο και από την υγρασία, άρχισαν να περνάνε έξω από σκοτεινά μικρά σπίτια και σοκάκια, αποφεύγοντας διάφορες βρομιές που είχαν πετάξει κάτω οι περαστικοί. Δεν μιλούσε κανένας τους, μα η Έλινορ γυρνούσε ανά τακτά διαστήματα προς τα πίσω. Ο άντρας τελικά δεν ήταν άγαλμα, καθώς τους είχε πάρει στο κατόπι, χωρίς όμως να δείχνει κάποια βιασύνη. Τους ακολουθούσε από απόσταση, με τα χέρια στις τσέπες και το κεφάλι κατεβασμένο λιγάκι, σαν να ήθελε να χτυπήσει κάποιον με το καπέλο του. Η Έλινορ αναρωτήθηκε αν έμενε μακριά τους, μην τυχόν και αποφάσιζαν να φωνάξουν βοήθεια ή αν εμφανιζόταν κάνας αστυφύλακας, οπότε και να μπορούσε να εξαφανιστεί σε κάποιο στενό. Αλλά πάλι, αν ήταν έτσι, γιατί να μην επιτεθεί αμέσως; Ή μήπως το έκανε αυτό, γιατί ευχαριστιόταν να ξέρει πως το υποψήφιο θύμα του αγωνιούσε, προτού το σκοτώσει; Ό,τι κι αν ίσχυε, απλά της επιβεβαίωνε πόσο αδυσώπητο και άψυχο κάθαρμα ήταν.
Καθώς προχωρούσαν, η Έλινορ δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί ξανά τις φίλες της. Όπως και σε άλλες στιγμές, όπως και σε κάποια από τα όνειρά της, εμφανίστηκαν ξαφνικά τα πρόσωπά τους. Άκουσε τις φωνές τους, τα γέλια τους, τα πειράγματά τους. Τις είδε να περιφέρονται δίπλα της και φαντάστηκε να μπαίνουν μπροστά στον Κλόιντ, προσφέροντάς τους δήθεν την αγάπη τους, μόνο και μόνο για να τον δουν να κοκκινίζει από ντροπή. Φαντάστηκε ότι πήγαιναν όλοι μαζί σε μια παμπ, για να πιουν και να χορέψουν και να τραγουδήσουν, όπως συνήθιζαν ενίοτε.
Τότε η Έλινορ συνειδητοποίησε ότι άκουγε τακούνια να κοπανάνε το πεζοδρόμιο πίσω της και κάθε υποψία χαράς πέθανε μέσα της. Ήξερε ότι αυτός ήταν εκεί, μαζί της, όπως ήταν παλιότερα με κάθε μία από τις φίλες της, προτού τις σφάξει. Ακολουθούσε εκείνη και τον φίλο της δίχως να βιάζεται, γιατί είχε σίγουρη την επιτυχία του. Πρέπει να πίστευε πως ό,τι κι αν έκαναν η Έλινορ και ο Κλόιντ, αυτός ήταν που θα έφευγε ζωντανός και ελεύθερος. Είχε αποθρασυνθεί μετά από τόσους φόνους που διέπραξε και που κανένας δεν τον είχε συλλάβει, που καμιά τιμωρία δεν του είχε επιβληθεί.
Η Έλινορ σιχαινόταν τη σκέψη ότι αυτός ο άντρας θα κατάφερνε να συνεχίζει να σκοτώνει γυναίκες για πολλά χρόνια ακόμα, μέχρι να πεθάνει από γεράματα –αν ήταν άνθρωπος, δηλαδή, και όχι κάποιος δαίμονας.
Κάτι έπρεπε να γίνει, κάπως έπρεπε να τον σταματήσουν, σκεφτόταν καθώς έτριβε τα χέρια της και άχνιζε η ανάσα της. Από το μυαλό της, πέρασε η ιδέα να βγάλει το πιστόλι και να τον πυροβολήσει εδώ έξω, αδιαφορώντας αν έτσι θα καταδίκαζε τον εαυτό της. Όμως, ο εφιάλτης επανήλθε, είδε ξανά με τον νου της ότι προκαλούσε πανικό πυροβολώντας προς κάθε κατεύθυνση, γιατί, κακά τα ψέματα, ήξερε ότι αφού δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ της τέτοιο όπλο θα ήταν απίθανο να τον πετύχει. Αλλά μπορεί να πετύχαινε κατά λάθος άλλους ανθρώπους, αθώους, κι αυτό θα τη διέλυε. Έτσι, μορφάζοντας, απέρριψε την ιδέα, διερωτώμενη μέχρι πότε θα είχε τη δυνατότητα να ξεπαστρέψει τον φονιά, πριν την προλάβει αυτός.
«Είσαι καλά;» ρώτησε ο Κλόιντ.
«Όσο μπορώ».
«Μας ακολουθεί ακόμα, έτσι;»
«Ναι».
«Ψυχραιμία, Έλινορ. Φτάνουμε στο τμήμα. Βλέπεις;»
Είχε σηκώσει το χέρι του και της έδειχνε ένα χαμηλοτάβανο κτίριο στην απέναντι πλευρά του δρόμου, εκεί όπου το σκοτάδι έδινε τη θέση του στο φως. Απ’ έξω στέκονταν δύο μαυροντυμένοι αστυφύλακες που συζητούσαν μεταξύ τους. Έριχναν καμιά ματιά τριγύρω, αλλά έδειχναν να μη δίνουν μεγάλη σημασία στους άλλους ανθρώπους ή στις άμαξες.
Θα με πιστέψουν άραγε; αναρωτήθηκε η Έλινορ, βλέποντάς τους. Θα δεχτούν να ακούσουν μια γυναίκα σαν εμένα;
Μόνο με έναν τρόπο θα το μάθαινε. Για αυτό και συνέχισε να περπατάει πλάι-πλάι με τον Κλόιντ.
Λίγο πριν βγουν στο φως της μεγάλης οδού, η Έλινορ έπαψε να ακούει τον ήχο των τακουνιών του δολοφόνου. Γύρισε και διαπίστωσε ότι αυτός δεν ήταν πια πίσω τους. Είχε εξαφανιστεί πριν γίνει ορατός στους αστυνομικούς. Άρα, τους φοβόταν. Πρέπει να τους φοβόταν, εφόσον δεν ήθελε να τον δουν. Το οποίο σήμαινε ότι ήταν άνθρωπος και όχι κάποιο τέρας της κόλασης, αν και δεν απείχε πολύ.
Ο Κλόιντ την έπιασε ξανά από το μπράτσο, τραβώντας τη προς το μέρος του. «Έλα, Έλινορ. Τι περιμένεις; Πρέπει να περάσουμε απέναντι».
Η Έλινορ δεν απάντησε, γιατί σκέφτηκε κάτι. Φαντάστηκε τη σκηνή που θα διαδραματιζόταν αν προχωρούσαν και αν μιλούσαν στους αστυφύλακες. Αν οι αστυνομικοί δεν έβλεπαν τον άντρα, δεν θα την πίστευαν. Ακόμα και με τον Κλόιντ να επιβεβαιώνει την ιστορία της, εκείνοι θα αναλογίζονταν ότι είχαν να κάνουν με τον λόγο μιας πόρνης και ενός τύπου, πιθανόν πελάτη της. Γιατί να τους πιστέψουν; Πού ήταν αυτός ο περιβόητος δολοφόνος, αυτός που τους ακολουθούσε; Δεν θα τον έβλεπαν. Μόνο αθώους περαστικούς θα έβλεπαν. Άρα;
Άρα, δεν υπάρχει, απάντησε στον εαυτό της η Έλινορ. Για αυτούς δεν θα υπάρχει. Πρέπει να τον φέρω κοντά τους, δίπλα τους, μπροστά τους. Πρέπει να τον δουν. Μόνο τότε θα μας πιστέψουν. Μόνο τότε θα κάνουν κάτι.
«Έλινορ; Τι κάνεις; Έλα, πάμε» επέμεινε ο Κλόιντ. «Έλινορ;» τράνταξε τη φίλη του, κοιτώντας ταυτόχρονα πίσω της, μην τυχόν και εμφανιστεί ο άλλος. «Έλα, Έλινορ, τι έπαθες; Έλα, λίγο έμεινε. Φτάσαμε. Έλα!»
Η Έλινορ τον κοίταξε κατάματα. Τον αγαπούσε, και το ήξερε. Και ήξερε ότι την αγαπούσε και εκείνος. Ίσως κάποτε να μπορούσαν να γίνουν κάτι παραπάνω από φίλοι και περιστασιακοί εραστές, αλλά δεν θα τα κατάφερναν ποτέ αν είχαν να στοιχειώνει τη σκέψη και την ζωή τους ένας δολοφόνος. «Λυπάμαι, Κλόιντ» είπε. «Λυπάμαι».
«Για τι πράγμα λυπάσαι, Έλινορ; Τι συμβαίνει; Γιατί σταμάτησες; Για… Έι, πού πας; Έλινορ! Μη φεύγεις! Μην πας πάλι εκεί πίσω! Έλινορ!» φώναξε ο Κλόιντ.
«Μην με ακολουθήσεις» του είπε εκείνη και γύρισε προς το σκοτεινό δρόμο απ’ όπου είχε έρθει.
«Ε! Αστυνομία! Ελάτε γρήγορα! Αστυνομία!» άκουσε τον Κλόιντ να φωνάζει, μα δεν γύρισε να δει. Χάθηκε στο σκοτάδι και περίμενε την επίθεση του άντρα.
Δεν είχε κάνει πάνω από δέκα βήματα, όταν αντιλήφθηκε τα τακούνια που διέλυαν την ησυχία να την ακολουθούν. Η Έλινορ σταμάτησε και, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, γεμίζοντας τα πνευμόνια της με κρύο αέρα, στράφηκε να αντιμετωπίσει τον άντρα.
Εκείνος κινήθηκε ταχύτατα. Σήκωσε το ένα του χέρι και άρπαξε τον γιακά του πανωφοριού της Έλινορ, σπρώχνοντάς τη, ρίχνοντάς τη στο έδαφος. Εκείνη παρασύρθηκε και ξεφώνισε και χτύπησε την πλάτη της στο λιθόστρωτο, βογκώντας από τον πόνο. Αισθάνθηκε να χάνει την αναπνοή της, αλλά κοίταξε τον άντρα που της είχε επιτεθεί και ο οποίος είχε καθίσει πάνω στο κορμί της, καθηλώνοντάς τη και μη επιτρέποντάς τη να πιάσει το πιστόλι της. Και μετά κοίταξε το μαχαίρι που εκείνος κρατούσε στο άλλο του χέρι, το οποίο είχε υψώσει, για να το κατεβάσει με δύναμη, αποτελειώνοντάς τη, όπως είχε κάνει με τις φίλες της.
Όπως εκείνες. Όπως οι φίλες μου.
Η Έλινορ φώναξε και ύψωσε τη γροθιά της. Πέτυχε τον άντρα στο σαγόνι. Το χέρι της πόνεσε, αλλά είδε με ικανοποίηση να φεύγει το κεφάλι του προς τα δεξιά και το κορμί του να τραντάζεται. Αλλά κράτησε το μαχαίρι και την επόμενη στιγμή το κατέβασε στο σώμα της Έλινορ.
Ο πόνος που διαπέρασε το κορμί της ήταν φριχτός. Το μαχαίρι είχε μπηχτεί στη δεξιά πλευρά, λίγο κάτω από τον ώμο της. Η Έλινορ έκανε την τρομερή σκέψη ότι ο άντρας είχε σκοπό να τη χαράξει ως την κοιλιά, κάτι που θα σήμαινε το τέλος της.
Τον είδε να χαμογελάει και να της αντιγυρίζει το βλέμμα. Ήθελε να κοιτάζει το θύμα του όσο κατέστρεφε το σώμα του. Αργότερα, θα έπαιρνε κάποιο όργανο της κοπέλας, όπως είχε κάνει με τις υπόλοιπες.
Με εκείνες. Με τις φίλες μου.
Αλλά την επόμενη στιγμή, ο άντρας έχασε το χαμόγελό του, καθώς είδε το πιστόλι να υψώνεται και να τον στοχεύει. Κι όμως, δεν ήταν αυτό που τον είχε τρομάξει, αλλά το πρόσωπο που το κρατούσε. Ή μάλλον, τα πρόσωπα που το κρατούσαν μαζί με την Έλινορ. Είδε όλες εκείνες τις γυναίκες που είχε σκοτώσει, φαντάσματα που είχαν έρθει να τον στοιχειώσουν, να έχουν σκύψει κοντά στην κοπέλα και μαζί να έχουν ενώσει τις γροθιές τους γύρω από τη λαβή του όπλου. Ένα σκοτεινό μάτι που είχε ένα ασημένιο σώμα τον κοιτούσε, και στηριζόταν από το λάθος που έκανε τώρα και από τα λάθη που είχε κάνει στο παρελθόν, που όλα μαζί θα κατέστρεφαν το μέλλον του.
Ο άντρας ούρλιαξε και το πιστόλι εκπυρσοκρότησε ξανά και ξανά και ξανά, έξι φορές στο σύνολο, τη στιγμή που άρχισαν να ακούγονται οι σφυρίχτρες των αστυνομικών. Ο Κλόιντ ήταν ο πρώτο που έφτασε κοντά της και έσκυψε στο προσκεφάλι της, λέγοντας συνέχεια «Έλινορ! Έλινορ, είσαι καλά; Έλινορ;»
Μέχρι να επικρατήσει πάλι ησυχία, ο φονιάς ήταν νεκρός, πλάι στην Έλινορ, η οποία χαμογέλασε αδύναμα στις φίλες της που τη βοήθησαν. Η Έλινορ τις ρώτησε αν ήταν η ώρα να τις ακολουθήσει, να είναι ξανά μαζί, όπου κι αν βρίσκονταν.
Εκείνες χάθηκαν στον ουρανό, αφού περιστράφηκαν περιπαιχτικά γύρω από τον Κλόιντ, ο οποίος δεν μπορούσε να τις δει. Αλλά από το χάδι που του προσέφερε μία εξ αυτών, η Έλινορ κατάλαβε ότι δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα να αφήσει τον φίλο της μόνο του. Ίσως το προσεχές μέλλον να τους ανήκε.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:
Η Μίνα Έιμς γεννήθηκε το 1860. Ζει στο Έσσεξ και εργάζεται ως γραμματέας στο περιοδικό Weird Literature. Από μικρή της άρεσε να ακούει ιστορίες φαντασίας και φρίκης, ενώ φρόντισε ώστε να μη παύσει τις σπουδές της στο σχολείο. Η αγάπη της για την Λογοτεχνία παρέμεινε ισχυρή, οπότε και επιδίωξε να ασχοληθεί ενεργά με τη συγγραφή και την επιμέλεια κειμένων. Ελπίζει στο μέλλον να γράψει το δικό της βιβλίο.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο προέρχεται από ανάθεση της Κικής Γιοβανοπούλου, με θέμα «Ο stalker».
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
