Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Το σπίτι του θανατηφόρου έρωτα

[Σημείωση: Αυτόν τον μήνα, αλλά και τους άλλους δύο (αν χρειαστεί), θα δημοσιευτεί το τελευταίο κεφάλαιο του Τρίτου Μέρους της Κόμισσας.
Μετά από αυτό το κείμενο, το επόμενο θα είναι το υποκεφάλαιο 3.Ι της «Εντολής της Κόμισσας».
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
ΩΣΤΟΣΟ! Αφενός, η ανακοίνωση που θα διαβάσετε στη συνέχεια (και ΠΡΙΝ την κυρίως ιστορία) σχετίζεται με ένα γεγονός που συνέβη στην Κόμισσα (αλλά ΜΠΟΡΕΙΤΕ να διαβάσετε το ίδιο το διήγημα, ούτως ή άλλως). Και αφετέρου, ειδικά για το κοινό της Κόμισσας θα πρότεινα να προχωρήσει και μετά τις Σημειώσεις στο ΤΕΛΟΣ του κυρίως κειμένου…
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]

***

Το σπίτι του θανατηφόρου έρωτα

του Τζον Μπάρλοου
(Τεύχος Ιουλίου, 1897, σελ. 3-6)

Αγαπητέ αναγνώστη,
Ονομάζομαι Κλαρκ Μέιχεμ. Εργάζομαι χρόνια στο περιοδικό και έχω δημοσιεύσει μερικές ιστορίες μου (για παράδειγμα, «Το κάστρο του αίματος», Τεύχος Ιανουαρίου, 1889). Σε εμένα πέφτει, λοιπόν, ο κλήρος για να ανακοινώσω τα ακόλουθα.
Προς μεγάλη λύπη και δυσαρέσκεια όλων εδώ στο Weird Literature, ανακοινώνουμε ότι ο ιδρυτής του, Τζον Μπάρλοου, απεβίωσε τον περασμένο Μάρτιο. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν βγάλαμε κάποιο τεύχος τους προηγούμενους μήνες. Ίσως έχεις πληροφορηθεί από άλλα περιοδικά και εφημερίδες για αυτό το γεγονός. Επιλέξαμε να μη βγάλουμε κάποιο Τεύχος τους μήνες που ακολούθησαν την αποκάλυψη του θανάτου του Τζον, ώστε να σεβαστούμε την μνήμη του, να πενθήσουμε και έπειτα να μαζέψουμε τις δυνάμεις μας, για να επανέλθουμε με καινούρια Τεύχη.
Δεν σου κρύβω, αγαπητέ αναγνώστη, πως ο θάνατος του Τζον ήταν μια είδηση που κανένας μας δεν περίμενε να μάθει και παγώσαμε όταν το μάθαμε. Βρέθηκε νεκρός στο υπόγειο του Πρεσβυτέριου Μπόρλεϊ, όπου και διέμενε με την σύντροφό του. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες πέθανε παραμένουν μυστηριώδεις, αν και από την αστυνομία μας είπαν ότι ο Τζον είχε χάσει όλο του το αίμα και είχε πληγές σε διάφορα σημεία του σώματός του. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, γιατί είναι πολύ δύσκολο από μέρους μου να μιλήσω εδώ, στην εισαγωγή ενός διηγήματος, για αυτό το θέμα. Μπορεί να επανέλθω εγώ ή κάποιος συνεργάτης, με τον πλέον αρμόδιο τρόπο, αυτόν που θα ήθελε και θα ενέκρινε ο ίδιος ο Τζον: με μια ιστορία. Άλλωστε, αυτός ήταν, είναι και θα είναι ο σκοπός του Weird Literature: να προσφέρει ιστορίες στους αναγνώστες του.
Τη διεύθυνση του περιοδικού την αναλαμβάνουμε πλέον εγώ και η Μίνα Έιμς. Δεν θα υπάρξουν μεγάλες αλλαγές στην κυκλοφορία ή στην τιμή ή στο περιεχόμενο του Weird Literature. Από τώρα και στο εξής, τα Τεύχη θα ξεκινήσουν να βγαίνουν όπως παλιά, δηλαδή κάθε μήνα, με νέες ιστορίες και συστήνοντας νέους συγγραφείς, αλλά στηρίζοντας και όσους έχουν στείλει διηγήματά τους παλιότερα στο περιοδικό.
Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τιμήσουμε τον φίλο και συνεργάτη, τον Τζον. Αυτό στο εγγυώμαι, αγαπητέ αναγνώστη. Κανείς μας δεν θα σπιλώσει την μνήμη του, αλλά θα εκπληρώσουμε το όραμά του.
Η ακόλουθη ιστορία είναι του Τζον. Βρέθηκε στο Πρεσβυτέριο, γραμμένη στην αγαπημένη του T-Machine γραφομηχανή. Ίσως παρατηρήσεις, αγαπητέ αναγνώστη, ότι το διήγημα έχει κάποιες μισο-ολοκληρωμένες παραγράφους ή πως τελειώνει κάπως απότομα, σαν να υπήρχε κι άλλο υλικό. Και για τα δύο μπορώ να πω μόνο ότι ο συγγραφέας και ιδρυτής του αγαπημένου περιοδικού σου δεν πρόλαβε να συμπληρώσει όσα είχε φανταστεί, και δεν θέλαμε να το κάνουμε εμείς για αυτόν, γιατί θεωρήσαμε ότι δεν θα ήταν σωστό να παρέμβουμε στο έργο του. Είμαι σίγουρος, όμως, ότι εσύ μπορείς να γεμίσεις τα κενά, καθότι, πάνω από είκοσι χρόνια τώρα, έχεις διαβάσει πάμπολλες ιστορίες φρίκης και η φαντασία σου έχει εξασκηθεί αρκετά για να κάνει τα δικά της μαγικά.
Θα κλείσω αυτή την εισαγωγή με ένα ύστατο χαίρε στον αγαπημένο μας Τζον Μπάρλοου.
Requiescat in Pace, αγαπημένε μου φίλε!

Ο Άντριαν Μπιουκάναν σταμάτησε το άλογό του, όταν αυτό άρχισε να χλιμιντρίζει δυνατά, ενώ ταυτόχρονα χτυπούσε τις οπλές του σαν να προσπαθούσε να αποφύγει φίδια που είχαν πλημμυρίσει το δασικό μονοπάτι. Τότε ήταν που έγινε ο δέκατος άτυχος άντρας που έφτανε εδώ. Όπως και οι προηγούμενοι, δεν ήξερε ακριβώς πού είχε έρθει, αναζητώντας μια ξένη γυναικεία αγκαλιά. «Έι!» έκανε ο Μπιουκάναν στο άλογο, κρατώντας γερά τα χαλινάρια. Ήταν ένας άντρας πενήντα ετών, με γκρίζα και μαύρα, κοντοκουρεμένα μαλλιά, πρόσωπο τραχύ και μάτια που πρασίνιζαν. Το σώμα του ήταν γεροδεμένο από τη χρόνια δουλειά του αγρότη και βοσκού. Τα ρούχα του ήταν φτωχικά και λερωμένα, αλλά οι μαύρες μπότες του ήταν φτιαγμένες να αντέχουν κάθε καιρική ή εδαφική κακουχία. Ο Μπιουκάναν ζούσε στο Σροπσάιρ, με την γυναίκα και τα παιδιά του, και σπάνια ξεστράτιζε από τον κυρίως δρόμο του Κλεντ Χιλς, όμως σήμερα αποφάσισε να έρθει σε τούτο το απομονωμένο μέρος που κάποτε υπήρχε το χωριό Φόρεστι, αλλά μετά το ’62, οπότε και έγινε κάποια μεγάλη καταστροφή, η φύση είχε επικρατήσει. Ο Μπιουκάναν, όπως και όλοι οι άλλοι των γύρω περιοχών, είχαν ακούσει ένα σωρό φήμες, για ανθρωπόμορφα πλάσματα, μικρά, αλλά πολύ επικίνδυνα, που είχαν ρημάξει τον τόπο. Κόριγκαν τα αποκαλούσαν, και λεγόταν ότι άρπαζαν μωρά και έβαζαν φωτιά στα σπίτια που εισέβαλλαν. Αλλά κανένας δεν τα είχε δει.

Κάποτε υπήρχαν μερικά σπίτια εδώ, αλλά πλέον ο Μπιουκάναν έβλεπε μόνο ένα. Αυτό στο οποίο πρέπει να έμενε η γυναίκα για την οποία είχε ακούσει να λένε οι άντρες στην παμπ, καθώς έπιναν μπίρα αργά το βράδυ. «Όσι Τάμπινερ την λένε, τη λεγάμενη» είχε πει χαμογελώντας ένας αγροίκος, συνομήλικος του Μπιουκάναν. «Ζει μόνη της και φροντίζει όποιον κακομοίρη διαβάτη τύχει να… χαθεί στο παλιό Φόρεστι. Ένα σπίτι είναι, παιδιά. Ένα και μοναδικό. Αλλά έχω ακούσει ότι η κυρά είναι όμορφη σαν άγγελος και ξέρει να περιποιείται τους φιλοξενούμενούς της, αν με καταλαβαίνετε». Ο μεθυσμένος είχε κατεβάσει το τέταρτο γεμάτο ποτήρι του, σκούπισε τον αφρό από τα χείλη του και ψέλλισε «Εγώ, πάντως, θα πάω να την επισκεφτώ την κυρά Τάμπινερ. Πάω προς τα κει, άλλωστε, συχνά πυκνά. Φτάνω με το κάρο μου ως πέρα, στο Χέρεφορντ, για να πουλήσω την πραμάτεια μου. Δε χρειάζεται να πηγαίνω πάντα από το Κλεντ Χιλς, έτσι δεν είναι;»
Ο συγκεκριμένος κύριος λεγόταν Τζάσπερ Σάλιβαν και κανείς δεν τον είδε μετά από εκείνη τη βραδιά. Η γυναίκα του αναγκάστηκε να πάει στην αστυνομία και του Σροπσάιρ και του Χέρεφορντ. Έγιναν έρευνες, φυσικά, αλλά ήταν άκαρπες. Ο Μπιουκάναν, βλέποντας το σπίτι που έψαχνε, αναρωτήθηκε αν είχαν έρθει εδώ οι αστυφύλακες και τι θα τους είχε πει η Τάμπινερ.

Στο φως τούτης της υγρής, χειμωνιάτικης ημέρας, το σπίτι έμοιαζε να έχει χτιστεί σαν ο δημιουργός του είχε κατά νου να φτιάξει μια αποθήκη και όχι ένα μέρος όπου θα ζούσαν άνθρωποι. Ήταν ένα χαμηλοτάβανο κτίσμα από λευκή πέτρα και κόκκινα κεραμίδια. Η καμινάδα έβγαζε λευκό καπνό, ενώ τα παράθυρα ήταν χωρίς τζάμια, αλλά με προβιές να καλύπτουν τις εσοχές. Γύρω από το σπίτι υπήρχαν κάτι παράξενα, κόκκινα και μωβ λουλούδια που ο Μπιουκάναν δεν είχε ξαναδεί. Δύο λεπτά ξύλα ήταν καρφωμένα στο έδαφος και ενώνονταν με ένα σχοινί, πάνω στο οποίο ήταν περασμένα δύο φορέματα. Ζώα δεν υπήρχαν, πέραν από τα πουλιά που πετούσαν ψηλά. Έστησε αυτί, αλλά το μόνο που άκουσε ήταν ο ποταμός Γουάι, που περνούσε παράλληλα και έξω από το χωριό και που χώριζε το δάσος σε δύο πλευρές.
Το άλογο συνέχισε να διαμαρτύρεται. «Σταμάτα πια!» του φώναξε ο Μπιουκάναν και το χτύπησε με το χέρι του. Τότε εκείνο αγρίεψε πιο πολύ, σηκώθηκε στα πισινά του πόδια, άδειασε τον αναβάτη του στο λασπωμένο έδαφος και άρχισε να τρέχει, χλιμιντρίζοντας σαν άλλος αξιωματικός που διέταζε τον στρατό του να υποχωρήσει. Σύντομα, εξαφανίστηκε από τα μάτια του Μπιουκάναν.
«Π’ ανάθεμά σε!» είπε εκείνος και σηκώθηκε, μορφάζοντας από αηδία που είχε πέσει στα βρομόνερα. Σκούπισε τα χέρια του στο πανωφόρι του. Έφτυσε στο έδαφος και έσφιξε τις γροθιές του. Πώς θα γυρνούσε τώρα πίσω;
«Είσαι καλά;» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή.

Ο Μπιουκάναν γύρισε προς το σπίτι και με δυσκολία έκρυψε το χαμόγελό του.
Η γυναίκα που στεκόταν στο κατώφλι ήταν λεπτή και είχε μακριά μαύρα μαλλιά, τα οποία είχε αφήσει λυτά να αγκαλιάζουν τους ώμους της. Είχε ένα υπέροχο χαμόγελο, που αναδείκνυε τα πανέμορφα δόντια της. Φορούσε λευκή πουκαμίσα και κόκκινη φούστα, ενώ τα πόδια της κάλυπταν μαύρες μπότες, σαν και τις δικές του. Με τα χέρια της χάιδευε τα περίεργα λουλούδια που κάλυπταν περιμετρικά το σπίτι. Χνούδια έφευγαν από τους μίσχους των φυτών και επέπλεαν στον αέρα. Μερικά από αυτά πήγαιναν και προς τον άντρα και γέμιζαν τα ρουθούνια του με το άρωμά τους.

«Κυρία μου» είπε με δυσκολία ο Μπιουκάναν, κάνοντας υπόκλιση και αφού έβγαλε το καπέλο του, ενώ την ίδια στιγμή σκεφτόταν μόνο πόσο δίκιο είχε ο Σάλιβαν. Ένιωθε το σώμα και το μυαλό του να κυριεύονται από ασίγαστο πόθο για εκείνη. Λύγιζε τα δάχτυλά του, καθώς τα χέρια του έτρεμαν. Παραλίγο να του πέσει το καπέλο, αλλά το πρόλαβε και το ξαναφόρεσε. Φαγούρα απλωνόταν απ’ άκρη σ’ άκρη στο δέρμα του και τα μάτια του κόντευαν να δακρύσουν από την ανυπομονησία. Ξάφνου, δεν έβλεπε την ώρα να πέσει στο κρεβάτι με αυτή την γυναίκα. Δεν μπορούσε να εξηγήσει τι του συνέβαινε, γιατί του ήταν πρωτόγνωρη η όλη εμπειρία.

Η γυναίκα είπε «Με λένε Όσι Τάμπινερ. Εσένα;»
«Α-Άντριαν Μπ-Μπιουκάναν» απάντησε εκείνος.
«Χάρηκα για την γνωριμία, Άντριαν. Είδα που έχασες το άλογό σου. Ίσως είσαι κουρασμένος. Θέλεις να περάσεις μέσα στο σπίτι μου; Να πιεις λίγο τσάι ή καφέ; Να φας κάτι; Και μετά, μπορείς να συνεχίσεις το δρόμο σου».
Αν ο οργανισμός του Μπιουκάναν δε δηλητηριαζόταν από τα άνθη, τότε θα συνειδητοποιούσε ότι η φωνή της Όσι έμοιαζε απειλητική και γέρικη.

Ο Μπιουκάναν είπε «Ν-ναι, ευχαριστώ» και πήγε κοντά της. Όσο πλησίαζε, ίδρωνε πιο πολύ, ενώ το κορμί του αγωνιούσε από τη λαχτάρα. Πέρασε δίπλα από την Όσι, με εκείνη να τον κοιτάζει κατάματα, χαμογελώντας του ακόμα.

Με το που πάτησε το πόδι του στο ζεστό εσωτερικό του σπιτιού, ο Μπιουκάναν ήταν έτοιμος να ουρλιάξει από την επίθεση που έκανε το σώμα του στον ίδιο του τον εαυτό. Έτσι, γύρισε απότομα και άρπαξε την γυναίκα, μη επιτρέποντάς της να κλείσει την πόρτα. Την έσπρωξε μέχρι το κρεβάτι, με τα χέρια του να σβήνουν από πάνω της τα ρούχα της, σαν να ήταν χνάρια στο χώμα…
Εκείνη δε διαμαρτυρήθηκε καθόλου, αλλά φρόντιζε να του δείχνει ότι εγκρίνει και απολαμβάνει όσα της έκανε…

Αργότερα, εκείνος έπεσε αναίσθητος στο μαλακό μαξιλάρι και έμεινε εκεί για πάνω από τρεις ώρες. Είχε βυθιστεί σε έναν ύπνο γεμάτο παραδεισένια όνειρα, όπου αυτός κυνηγούσε αμέτρητες γυμνές, πανέμορφες γυναίκες, οι οποίες έτρεχαν μακριά του, τσιρίζοντας. Τις κυνηγούσε σε δάση, σε πεδιάδες, σε βουνά, σε όχθες ποταμών και ανάμεσα σε τεράστια δέντρα. Δεν τις έπιανε ποτέ, αλλά αυτό καθόλου δεν τον έκανε να νιώθει αδύναμος ή αργός, παρά του έδινε περισσότερη όρεξη για να συνεχίσει τις προσπάθειες.
Ο Μπιουκάναν ξύπνησε τελικά, όταν μύρισε ένα μείγμα από δυσάρεστες οσμές. Στα αυτιά του έρχονταν ήχοι σαν βελάσματα και λες και κάποιος έξυνε μανιωδώς μια ξύλινη επιφάνεια. Άνοιξε τα μάτια του με μια αηδιαστική γεύση να γεμίζει το στόμα του. Παρατήρησε ελάχιστα το χώρο γύρω του (είδε ένα τραπέζι, δυο καρέκλες, το τζάκι), γιατί αμέσως τα μάτια του εστίασαν στο αποτρόπαιο θέαμα που εκτυλισσόταν λίγα μέτρα απέναντί του.

Ένα τεράστιο πλάσμα, μαύρο με κόκκινες λωρίδες, με οκτώ πόδια και φουσκωμένη κοιλιά είχε κάτσει πάνω από ένα σημείο στο κέντρο του σπιτιού, όπου υπήρχε μια ανοιχτή τρύπα. Στεκόταν στα δύο μακριά και δύο κοντά πίσω πόδια του και από το κάτω μέρος του παχουλού κελύφους έβγαιναν ανά δύο μικρότερα πλάσματα σαν αυτό. Έβγαιναν το καθένα μέσα σε ένα σχεδόν άυλο, νερουλό σάκο και έπεφταν στο κενό που υπήρχε σε εκείνη το σημείο του δαπέδου.
Το μεγάλο ον έσκουζε όσο… όσο γεννούσε…

Ο Μπιουκάναν είχε την σκέψη ότι αυτό που έβλεπε μπροστά του ήταν κάποιο τερατώδες είδος αράχνης, το οποίο εναπόθετε τα μωρά του εκεί μέσα.
Αράχνη; αναρωτήθηκε έντρομος. Κι εγώ είμαι ξαπλωμένος τόσο κοντά της;
Έκανε να σηκωθεί, αλλά δεν το κατάφερε. Και τότε ήταν που συνειδητοποίησε ότι ήταν δεμένος, καθηλωμένος. Ένα λεπτό άσπρο σχοινί ήταν τυλιγμένο γύρω από το γυμνό σώμα του.
Το άλογό μου είχε δίκιο που ήθελε να φύγει!

Ο άντρας δεν άντεξε να σκεφτεί τίποτα άλλο, παρά έβγαλε μια δυνατή κραυγή.
«Τώρα κλαις» άκουσε μια δαιμονική φωνή να του λέει. Έμοιαζε ανθρώπινη, γυναικεία, αλλά είχε κάτι το ερπετοειδές στη χροιά της.
Ο Μπιουκάναν έκλεισε τα μάτια του και άφησε τα δάκρυά του να κυλήσουν. Είχε δει το κεφάλι της αράχνης να γυρίζει προς το μέρος του. Ήταν πράγματι κατά κάποιον τρόπο ανθρώπινο, το στόμα με τους αιχμηρούς χαυλιόδοντες του χαμογελούσε σαρδόνια, αλλά δεν είχε ούτε ίχνος από μαλλιά, παρά δύο λεπτές κεραίες και δύο μεγάλα κόκκινα μάτια, σαν γυάλινα δοχεία.
«Σύντομα θα καταλήξεις τροφή των μικρών μου. Όπως και οι προηγούμενοι άντρες που ήρθαν εδώ» είπε το ον…

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

—————————————————————————————————

Βουδαπέστη, 1897
(…) Είδε τους δύο άντρες να πλησιάζουν. Ακόμα, κανείς δεν είχε στρέψει το όπλο του προς τον εχθρό.
Ο επιλοχίας έριξε μια ματιά στις δύο οικογένειες. Φαίνονταν, αλλά όχι τόσο καλά. Ίσως… Ίσως, αν απομακρυνθώ από κοντά τους… Δεν θα είναι στο στόχαστρο των άλλων.
Έκανε δύο βήματα πίσω, προς ένα άδειο οικόπεδο.
«Τι νομίζεις ότι κάνεις, παλιοχοντρέ;» φώναξε ένας από τους μπράβους.
Ο επιλοχίας τον είδε να σηκώνει το όπλο του. Είδε και τον διπλανό του να κάνει το ίδιο. Δεν ήθελε να εμπλακούν σε μάχη ακόμα. Δεν ήθελε να ρίξει σε άνθρωπο μπροστά στα μάτια πολιτών, και δη γυναικών και παιδιών.
Λες και έχω άλλη επιλογή; αναρωτήθηκε με φόβο. Και έκανε να σηκώσει το όπλο του προς τους δύο μπράβους. Στο μυαλό του, είχε περάσει η σκέψη πως θα προλάβαινε να ρίξει δύο με τρεις πυροβολισμούς, κινώντας το πιστόλι ελαφρώς δεξιά και αριστερά, στο ύψος του στήθους. Οι μαλάκες στέκονταν δίπλα-δίπλα, ήταν πολύ εύκολοι στόχοι. Ο άλλος τώρα… Ο τρίτος μάλλον θα του έριχνε. Ακόμα και αν δεν τον σκότωνε με τη μία, θα τον τραυμάτιζε αρκετά, για να τον πλησιάσει και να τον ξεπαστρέψει μετά. Κι ύστερα… σειρά είχαν οι Άσπελ και οι Βολφ.
Ο επιλοχίας δεν είχε σκεφτεί ότι θα έφτανε αυτή η στιγμή, η μέρα που θα πέθαινε, τόσο σύντομα. Και δίχως να έχει δει το παιδί ή τα παιδιά του. Τον τρόμαζε η συνειδητοποίηση αυτή.
Αλλά τουλάχιστον, θα έφευγε κάνοντας το καθήκον του όσο καλύτερα μπορούσε. Αυτή η σκέψη τον παρηγορούσε λίγο.
Τέσσερα όπλα ήταν έτοιμα να εκπυρσοκροτήσουν σε αυτόν τον σκοτεινό δρόμο.
Εντέλει, μόνο τα δύο πυροβόλησαν.
Πέντε σφαίρες έπεσαν. Οι τέσσερις βρήκαν τους στόχους τους, τους δύο μπράβους, και τους σώριασαν στο έδαφος.
Ο επιλοχίας είχε παγώσει στη θέση του. Κοιτούσε τους πεσμένους άντρες, οι οποίοι βαρυγκωμούσαν, αλλά δεν έκαναν καμιά κίνηση να πιάσουν πάλι τα όπλα τους. Εκείνος περίμενε ότι θα ένιωθε τον στιγμιαίο πόνο που περιμένει κάθε στρατιώτη σε εμπόλεμη κατάσταση. Αλλά αυτό δεν συνέβη.
Γύρισε προς τις δύο οικογένειες. Ήταν καλά. Είχαν καλύψει τα αυτιά τους και τον κοιτούσαν. Η κυρία Βολφ έκλαιγε.
Ο επιλοχίας άκουσε σφυρίχτρες να ηχούν. Πολιτοφύλακες, σκέφτηκε και ευχαρίστησε τον Θεό που ο αμαξάς είχε κρατήσει την υπόσχεσή του. Άκουσε και ήχους από βήματα που τρέχουν. Δεν είναι μακριά. Πλησιάζουν.
Τότε, όμως, θυμήθηκε ότι υπήρχε ακόμα ένας εχθρός που δεν έστεκε στα πόδια του. Ο οποίος κανονικά θα έπρεπε να είχε πυροβολήσει… Αλλά δεν το έκανε; Γιατί; διερωτήθηκε ο επιλοχίας και στράφηκε απότομα προς τον άλλο μπράβο.
Δεν ήξερε τι περίμενε να δει. Πάντως, το τελευταίο που θα φανταζόταν ήταν να δει δύο ανθρώπινες φιγούρες, εναγκαλισμένες μεταξύ τους. Δεν μπορούσε να διακρίνει λεπτομέρειες, γιατί ομίχλη είχε κατέβει από τον ουρανό και είχε περικυκλώσει τις δύο φιγούρες, μα ήταν βέβαιος ότι τον μπράβο του Τζούρτζου τον είχε στα χέρια ένα άλλο άτομο και… τον φιλούσε; Σίγουρα, η ανθρώπινη σκιά, που δεν ήταν εκεί προ ολίγου, είχε χώσει το κεφάλι της στο λαιμό του άντρα, ο οποίος σφάδαζε, έτρεμε. Το τουφέκι είχε πέσει από τα χέρια του στο δρόμο. Είχε το στόμα ανοιχτό και τα μάτια διάπλατα. Έβγαζε κάτι ήχους σαν να πνιγόταν με το φαγητό του. Ο νεοφερμένος φορούσε κάποιο μακρύ μαύρο ρούχο, παλτό ή κάτι σχετικό, ενώ το κεφάλι του ήταν καλυμμένο με κουκούλα.
«Επιλοχία;» ρώτησε η Έμιλυ. «Τι;…»
«Σσσς» της έκανε. «Μείνετε κάτω. Κάτι συμβαίνει. Θα πάω να ελέγξω» ψιθύρισε και άρχισε να προχωράει προς τους δύο ανθρώπους που είχαν αγκαλιαστεί. Ύψωσε το πιστόλι του, σημαδεύοντάς τους. Ό,τι κι αν συνέβαινε ήταν αλλόκοτο και του προκαλούσε νευρικότητα. (…)


Η ΕΝΤΟΛΗ ΤΗΣ ΚΟΜΙΣΣΑΣ

Μέρος Τρίτο

3.Ι


(Coming Soon!)

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading