Γράμμα στον Άη Βασίλη

Ο Άγγελος έπαψε να πιστεύει στον Άγιο Βασίλη. Πέρυσι του ζήτησε να μη φύγει η μαμά του στον ουρανό, μα δεν τον άκουσε. Αφού ήταν καλό παιδί, όπως ήθελε ο Άη Βασίλης. Στο σχολείο άκουγε τις κυρίες του, έπαιζε με όλα τα παιδάκια, μοιραζόταν τα παιχνίδια του, τους έδινε από το φαγητό του, στο σπίτι έκανε ησυχία, να μην ενοχλεί την μαμά του που ήταν άρρωστη, της πήγαινε να φάει, την σκέπαζε, την αγκάλιαζε, της σκούπιζε τα δάκρυα που πολλές φορές γέμιζαν το πρόσωπό της, της έλεγε πόσο όμορφη ήταν… Δεν έκανε ερωτήσεις, ο μπαμπάς του είχε πει ότι η μαμά είχε κάτι μέσα στο σώμα της που της έκανε κακό κι ο Άγγελος την χάιδευε κι από μέσα του παρακαλούσε τον Θεό, να το πάρει από το σώμα της μαμάς του. Το ίδιο παρακάλεσε και τον Άη Βασίλη, γράφοντάς του γράμμα όταν πλησίαζαν οι γιορτές.

“Άγιε μου Βασίλη, ήμουν καλό παιδί όλο το χρόνο. Έχω πολλά παιχνίδια, δεν χρειάζομαι τίποτα. Αυτό που θέλω είναι να πάρεις από το σώμα της μαμάς μου αυτό που της κάνει κακό, να μη πονάει άλλο, να μη κλαίει, να γίνει καλά για να μπορούμε πάλι να παίζουμε, να φτιάχνουμε κουλουράκια μαζί, να πηγαίνουμε βόλτες, να γελάμε. Την αγαπώ πολύ, δεν θέλω να φύγει στον ουρανό κι ας μου λένε ότι θα με βλέπει κι από ‘κει. Εγώ δεν θα την βλέπω, δε θα την αγκαλιάζω, δε θα την μυρίζω. Μην αφήσεις να φύγει, σε παρακαλώ.
Σε ευχαριστώ, Άγγελος”

Λίγες μέρες μετά που έστειλε το γράμμα, η μαμά του πέθανε. Τον άφησε μόνο, να τυλίγεται με την κουβέρτα της, να προσπαθεί να βρει την μυρωδιά της. Ο μπαμπάς του ήταν συνέχεια λυπημένος, δεν είχε όρεξη να περνάει χρόνο μαζί του. Στο σπίτι μαζί του ήταν η γιαγιά του, η μαμά της μαμάς του, η Νικολέτα. Κι εκείνη έκλαιγε συνέχεια, αλλά κρυφά. Μπροστά του ήταν πάντα γλυκιά, περιποιητική, όπως την ήξερε. Τον έσφιγγε πάνω της, σα να φοβόταν μη της φύγει κι εκείνος κι ο επτάχρονος Άγγελος, ανταπέδιδε πάντα την αγκαλιά. Μιλούσαν ώρες για την μαμά του, έβλεπαν φωτογραφίες, δεν το απέφευγαν όπως γινόταν με τον μπαμπά του. Είχε απομακρυνθεί πολύ εκείνος από όλους. Είχε αποκτήσει μάλιστα, έναν καινούργιο φίλο, το ποτό. Κρυφάκουγε πολύ συχνά την γιαγιά του να του λέει, “Δημήτρη, θα σε καταστρέψει αυτός ο διάολος, κόψ’ το παιδί μου, ό,τι έγινε έγινε, δεν αλλάζει, η Δόμνα δεν γυρίζει πίσω, έχεις όμως τον Άγγελο, ακούμπα σε αυτόν και πάρε δύναμη”. Μα εκείνος συνέχιζε να πίνει και να αδιαφορεί για τον μικρό. Στη δουλειά του έδειχναν κατανόηση, ήταν υπεύθυνος σε ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ. Έσερνε το σαρκίο του, την υλική του υπόσταση, δίχως ψυχή και πήγαινε. Όλοι ήξεραν πόσο αγαπούσε την γυναίκα του και συγχωρούσαν που συχνά γινόταν απότομος και κακότροπος. Καταλάβαιναν τον πόνο και του έδιναν άφεση, μα εκείνος δεν έβλεπε τίποτα, δεν ένιωθε τίποτα.
Το ίδιο έκανε κι ο γιος του. Τον σκέπαζε όταν από το μεθύσι τον έπαιρνε αναίσθητο πια ο ύπνος στον καναπέ, πολλές φορές στριμώχνονταν στα πόδια του για να μη τον αφήσει μόνο, του ετοίμαζε πρωινό που ποτέ δεν έτρωγε. Τον είχε ανάγκη, μα ο μπαμπάς του δεν ήταν σε θέση να τον αγαπήσει. Η γυναίκα του, πήρε μαζί της όλα τα συναισθήματά του, δεν είχε να δώσει τίποτα σε κανέναν πια.

Στο σχολείο, ο Άγγελος συνέχισε να πηγαίνει πάντα διαβασμένος, η γιαγιά του φρόντιζε γι’ αυτό όπως και για όλα τα άλλα. Εκεί είχε και τον καλύτερο του φίλο, τον Παναγιώτη. Μαζί από τα προνήπια, κόλλησαν αμέσως. Από τότε ο Άγγελος, ήταν πάντα δίπλα του και τον έφερνε συχνά στο σπίτι. Η μαμά του έπαιζε μαζί τους, τους έφτιαχνε ό,τι ήθελαν να φάνε, τους καμάρωνε. Το πονούσε αυτό το παιδί, που δεν γνώρισε ποτέ τον μπαμπά του. Όταν ήταν τεσσάρων μηνών, ο μπαμπάς του σκοτώθηκε σε εργατικό ατύχημα, στο λατομείο που δούλευε κι ο Παναγιώτης τον έβλεπε μόνο σε φωτογραφίες μεγαλώνοντας και η μαμά του, προσπαθούσε να κρατήσει ζωντανή την μνήμη του, με τις ατελείωτες ιστορίες που του διηγούνταν. Δύο μικρά παιδιά, που η ζωή τους έδειξε το σκληρό της πρόσωπο πολύ νωρίς.

Η μαμά του Παναγιώτη, η Δανάη, τότε ήταν ευγνώμων που ο γιος της είχε τον Άγγελο και την οικογένειά του, προστάτες του. Τώρα, ένιωθε υποχρέωσή της, να ανταποδώσει την αγάπη της Δόμνας. Έπαιρνε την άδεια της γιαγιάς του και συχνά τον είχε στο σπίτι της, παρέα με το παιδί της. Θαύμαζε την καλή δουλειά που είχε κάνει η Δόμνα μαζί του. Ευγενικός, φιλότιμος, πρόθυμος ο μικρός. Μα βαθιά πληγωμένος. Έφερνε στο νου της τον Παναγιώτη της, όταν έπρεπε καθημερινά να χτίζει τις άμυνες στην ψυχούλα του, να διαχειρίζεται την πατρική απουσία. Δεν ήταν εύκολο. Πώς να μάθεις σε ένα μωρό ακόμα να το διαχειρίζεται; Έβλεπε τους φίλους του να παίζουν μπάλα με τους μπαμπάδες τους, να πηγαίνουν βόλτες, να κάνουν τραμπάλα σε παιδικές χαρές, να τους πηγαίνουν και να τους παίρνουν από το σχολείο κι εκείνος δεν είχε τίποτα να θυμάται, δεν φώναξε καν τη λέξη “μπαμπά” ποτέ.

Ο Άγγελος έβλεπε την Δανάη πόσο προστατευτική ήταν και θυμόταν την μαμά του. Στις διακοπές του Πάσχα, η Δανάη ζήτησε από την γιαγιά του Παναγιώτη, αν μπορούσε να κοιμάται στο σπίτι τους, να κάνουν παρέα και να ξεκουραστεί και ‘κείνη λίγο, που απότομα και βίαια έγινε και μάνα για το εγγόνι της, άφηνε το σπίτι της, τον άντρα της και είχε και τον γαμπρό της σε αυτήν την θλιβερή κατάσταση. Την άδεια του γαμπρού της, δεν την χρειαζόταν. Έτσι κι αλλιώς του ήταν αδιάφορη η παρουσία του γιου του.

Μετά από τόσους μήνες, ο Άγγελος έγινε και πάλι παιδί. Είχε μεγαλώσει απότομα με το φευγιό της μαμάς του, την παραίτηση από τη ζωή του μπαμπά του και το δεκανίκι του ήταν η γιαγιά του που έτρεχε για όλες τις υποχρεώσεις. Κάθε πρωί, τους είχε ή σπιτικές στριφτόπιτες, με γάλα κακάο ή ψωμί με βούτυρο και μέλι ή γάλα με κορν φλέικς ή αυγόφετες ή κρέπες. Ό,τι τους έκανε κέφι, εκείνη ήταν πρόθυμη να τους το παρέχει. Έπειτα έβγαιναν βόλτες ή έπαιζαν και οι τρεις στο σπίτι, επιτραπέζια. Όταν ετοίμαζε το μεσημεριανό, τους είχε για βοηθούς. Τους έβαζε και ποδιά να μη λερωθούν και παίζανε την ταβέρνα, μάγειρας, σερβιτόρος και πελάτης, με τους ρόλους να αντριστρέφονται. Τα απογεύματα πάλι παιχνίδι, κουβέντες, καμιά παιδική ταινία και το βράδυ τους έβαζε στο μεγάλο το κρεβάτι, το δικό της, τους διάβαζε παραμύθια μέχρι να τους πάρει ο ύπνος και εκείνη κοιμόταν στο μονό κρεβάτι του γιού της. Την Μεγάλη Τετάρτη το απόγευμα, ετοίμασαν όλοι μαζί τα αυγά, τυλίγοντάς τα με καλσόν και φύλλα που μάζεψαν το πρωί της ίδιας μέρας. Την άλλη μέρα, την κόκκινη Πέμπτη, τα έβαψαν. Αυτές τις μέρες ο Άγγελος, έγινε έστω και δανεικά, ο γιος μιας μαμάς. Πόσο ανάγκη το είχε… Καμία δεν θα αναπλήρωνε ποτέ το κομμάτι της καρδιάς του που πήρε μαζί της, μα ένιωθε την ζεστασιά από το χάδι της, από την αγκαλιά, από το τρυφερό της βλέμμα. Το βράδυ πριν την Ανάσταση και το μεσημέρι του Πάσχα, η γιαγιά του Άγγελου, για να την ευχαριστήσει που είχε όλες αυτές τις μέρες τον εγγονό της, τους φώναξε να είναι όλοι μαζί.

Η Νικολέτα, χωμένη στην κουζίνα, με τις ετοιμασίες της μαγειρίτσας πλησίασε τον γαμπρό της, όταν εκείνος για άλλη μια μέρα μπήκε στο σπίτι άκεφος, αμίλητος, με το βλέμμα άδειο, νεκρό, να μην υπολογίζει αν πληγώνει εκείνη και κυρίως τον γιο του. Αναρωτιόταν, πώς είναι δυνατόν να λείπει το παιδί τόσες μέρες και να μην ρωτήσει καν, πού είναι. Άραγε κατάλαβε ότι λείπει;
– Δημήτρη, σου έχω καθαρά ρούχα, πήγαινε να κάνεις ένα μπάνιο, το βράδυ θα έχουμε καλεσμένους.
Ο Δημήτρης από τότε που έχασε την γυναίκα του, άκουγε ένα βουητό στα αυτιά, όχι φωνές. Το μόνο που ήθελε ήταν να τον αφήνουν στην ησυχία του. Της έκανε το χατίρι, μπήκε στο μπάνιο, έβαλε τα καθαρά ρούχα και στρώθηκε πάλι στον καναπέ, με ένα ποτήρι ουίσκι. Για τους καλεσμένους, καμία αντίδραση.

Χτύπησε το κουδούνι, εννιά η ώρα το βράδυ.
Ο Άγγελος που είχε να δει τον μπαμπά του μία εβδομάδα, έτρεξε επάνω του. Τον αγκάλιαζε, τον φιλούσε, του έστρωνε τον γιακά από το πουκάμισο.
– Μπαμπά μου, μου έλειψες!, του είπε και προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του.
Ο Δημήτρης, δίχως ίχνος ευαισθησίας, σαν αγγαρεία, του χάιδεψε τα μαλλιά και έκανε τεράστιο αγώνα να σπάσει τους μυς στο πρόσωπό του, να διαγραφεί ένα χαμόγελο.
– Την Δάφνη και τον Παναγιωτάκη θα τους έχουμε παρεούλα σήμερα κι αύριο, έκανε κάτι σαν ανακοίνωση η Νικολέτα. Όχι ότι περίμενε αντίδραση από τον Δημήτρη. Δεν γύρισε καν να τους κοιτάξει. Η Δάφνη τον πόνεσε που τον είδε έτσι. Πόσο της θύμιζε τον εαυτό της όταν έχασε τον άντρα της κι εκείνη δεν είχε καν τον χρόνο να προετοιμαστεί. Σε γενικές γραμμές, πέρασαν όμορφα. Είπαν τα Χριστός Ανέστη, τσούγκρισαν τα αυγά που έφερε η Δανάη. Τα έδειχναν με καμάρι τα δύο παιδιά. Νικητής βγήκε ο Παναγιώτης και όλοι τον χειροκρότησαν. Σχεδόν όλοι, ο Δημήτρης σαν κουρντισμένη παλιά κούκλα, με σπασμωδικές, κοφτές κινήσεις, ήταν η παραφωνία. Κάπως έτσι εξελίχθηκε και η Κυριακή του Πάσχα. Όλοι μαζί στο τραπέζι, που η Νικολέτα ξεπέρασε τον εαυτό της από φαγητά και παρουσίαση.

Ο Άγγελος, από τη μία ένιωθε την ζεστή αύρα της μαμάς του φίλου του, με τα τρυφερά αγγίγματα και βλέμματα κι από την άλλη την αρνητική ενέργεια του μπαμπά του. Την παγερή του στάση απέναντι σε όλους. Τον έβλεπε να πίνει χωρίς μέτρο και χωρίς να τρώει. Μόνο το ποτήρι του γέμιζε με κρασί. Το ίδιο απογευμα, αφού όλα είχαν συμμαζευτεί με την βοήθεια των γυναικόπαιδων, η Δανάη και ο φίλος του, τους ευχαρίστησαν και έφυγαν. Ο παππούς του Άγγελου, ζήτησε από την γυναίκα του να φύγει μαζί του, για να ξεκουραστεί. Η Νικολέτα κοίταξε τον γαμπρό της που ήταν ήδη μεθυσμένος και αποφάσισε να μείνει.
– Γιαγιά μου, πήγαινε να ξεκουραστείς, μια χαρά θα είμαι εγώ, εδώ με τον μπαμπά.
– Γλυκιέ μου, σίγουρα;
– Φυσικά. Θα βάλω ταινία να δω και θα έχω παρέα τον μπαμπά.

Όταν έμειναν μόνοι κι ενώ ο μικρός έβλεπε το παιδικό, ο μπαμπάς του πήρε το ουίσκι δίπλα του και έπινε. Κάποια στιγμή, έκανε μια απότομη κίνηση, έγειρε το σώμα του μπροστά, κρατώντας με τα χέρια το στήθος του κι έκανε εμετό στο πάτωμα. Ο Άγγελος τρομοκρατήθηκε. Αστραπιαία σηκώθηκε και βοήθησε τον μπαμπά του που προσπαθούσε να σηκωθεί. Όλα γύριζαν και στο δωμάτιο και στο στομάχι του. Τα κατάφεραν, πήγαν στο μπάνιο, σωριάστηκε στο πάτωμα σαν τσουβάλι που το πέταξαν άτσαλα, με το κεφάλι στη λεκάνη και έκανε εμετό ξανά και ξανά. Ο Άγγελος, θυμήθηκε την μανούλα του, που όταν ο ίδιος ήταν άρρωστος και έκανε εμετό, του κρατούσε με πίεση το μέτωπο και ενστικτωδώς, έκανε το ίδιο στον μπαμπά του. Αφού έβγαλε τα σωθικά του, λίτρα το κρασί και το ουίσκι ούρλιαζαν μέσα στο άδειο κατά τα άλλα στομάχι του και έπρεπε να βγουν, έμεινε εκεί χάμω αδύναμος με ένα τρέμουλο σε όλο του το κορμί. Ο Άγγελος αρχικά, άρχισε να του βγάζει τα ρούχα που είχαν ποτίσει απο τον εμετό και τον ιδρώτα.

– Μπαμπά, μπορείς να μπεις στην ντουζιέρα;
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του εκείνος, σύρθηκε, μπήκε στην ντουζιέρα και ξεκούμπωνε το παντελόνι του. Εκεί κάτω, χωρίς καν να μπορεί να σηκωθεί όρθιος, ο Άγγελος έριχνε πάνω του ζεστό νερό και με αφρόλουτρο του έτριβε τα μαλλιά και το σώμα. Ο Δημήτρης, άφησε τα δάκρυα και τους λυγμούς να τρέξουν με το ζεστό νερό που προσεχτικά και με αγάπη του έριχνε ο γιος του. Τον τράβηξε επάνω του, τον έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά του και του ζητούσε συγγνώμη ξανά και ξανά.

Ο Άγγελος τον τύλιξε από τον λαιμό, τον φιλούσε, έκλαιγε και του έλεγε, “μπαμπά σ’ αγαπώ”. Το νερό έτρεχε ζεστό επάνω τους κι εκείνοι, αγκαλιασμένοι σα κουβάρι ξέπλεναν τις πληγές τους. Ώρα μετά, ο Άγγελος τον χάιδεψε στο μάγουλο και του είπε “μπαμπά, νιώθεις δυνατός να σηκωθείς; Να πάμε στο δωμάτιο να ντυθείς”. Άλλο ένα καταφατικό νεύμα και σιγά σιγά, με στήριγμα τον εφτάχρονο γίγαντα, πήγαν στην κρεβατοκάμαρα. Ο μικρός, αφού έβγαλε τα ρούχα του που έσταζαν, σκούπισε τον μπαμπά του, τον έντυσε και τον σκέπασε με το πάπλωμα. Πήγε γρήγορα στο δωμάτιό του, έβαλε κι εκείνος στεγνά ρούχα και τρύπωσε κάτω από το πάπλωμα, στην αγκαλιά του μπαμπά του. Όταν εκείνος πήρε βαθύ ύπνο, το παιδί σηκώθηκε, καθάρισε τον χαμό που είχαν προκαλέσει σε όλα τα δωμάτια, έριξε τα ρούχα στο πλυντήριο και πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει δύο τοστ στον μπαμπά του.

Από ‘κείνο το δύσκολο βράδυ, ο Δημήτρης αποφάσισε να αλλάξει. Δέχτηκε βοήθεια ψυχολόγου, σταδιακά έκοβε το ποτό και κυρίως άρχισε να μιλάει με τον γιο του.

Το καλοκαίρι ήταν αναπάντεχα όμορφο. Ο Δημήτρης πήγαινε για ψάρεμα με τον μικρό, έπαιρναν τον Παναγιώτη και πήγαιναν για μπάλα στο γηπεδάκι της γειτονιάς οι τρεις τους και γενικά, θύμιζε τον παλιό μπαμπά του. Πάντα είχε πάνω του την θλίψη, αυτό δεν έφυγε, ούτε από το βλέμμα του, ούτε από τον αναστεναγμό του. Μα έκανε προσπάθεια κι ο Άγγελος ήταν πολύ χαρούμενος. Μαζί με την μαμά του τόσους μήνες, είχε χάσει στην ουσία και τον μπαμπά του και ήταν αβάσταχτο. Παραμονή Δεκαπενταύγουστου, η Δανάη τηλεφώνησε στο σπίτι του Άγγελου. Το σήκωσε ο Δημήτρης.
– Καλησπέρα Δημήτρη, η Δανάη είμαι.
– Καλησπέρα Δανάη.
– Σκέφτομαι αύριο να πάω με τον Παναγιώτη για προσκύνημα στην Παναγία, στο διπλανό χωριό και να κάνουμε και μια βουτιά. Τον αφήνεις;
– Αν θέλεις, πάμε με το δικό μου αμάξι, όλοι μαζί, γιατί κι εγώ αυτό ακριβώς σκεφτόμουν για αύριο.
– Ναι, φυσικά, αν δεν σας βγάζουμε από το πλάνο σας, θα σας περιμένουμε.

Ήταν η καλύτερη μέρα που πέρασε ο Άγγελος από τότε που έφυγε η μαμά του. Σκαρφάλωναν στον ώμο του μπαμπά του ένα ένα τα παιδιά κι εκείνος τα πετούσε στη θάλασσα, κάνοντας ανάποδη βουτιά, παίξανε ρακέτες όλοι μαζί, βόλεϊ στην αμμουδιά, έφτιαξαν κάστρα στην άμμο. Η Δανάη, είχε φέρει μαζί της σαντουιτσάκια, μπισκότα, φρούτα. Έτρωγαν και διασκέδαζαν, είδε τον μπαμπά του να χαμογελάει μετά από μήνες και φύλαξε αυτό το χαμόγελο στην παιδική του ψυχούλα. Το ίδιο χαμόγελο έβλεπε και στον καλύτερό του φίλο. Έζησε κι εκείνος πατρικές στιγμές, που τις είχε τόσο ανάγκη.

Η τετράδα αυτή έκανε κι άλλες συναντήσεις, με την ίδια επιτυχία. Την τελευταία σχολική μέρα για τις διακοπές των Χριστουγέννων, πήγε η Δανάη να τους πάρει από το σχολείο. Τους έβαλε στο αμάξι και δεν γύρισαν σπίτι.
– Πού πάμε μαμά;
– Θα δείτε. Έκπληξη!

Μετά από λίγη ώρα, έφτασαν στο διπλανό χωριό, στο πάρκο μπροστά από την εκκλησία της Παναγίας, που ήταν γεμάτο ξύλινα σπιτάκια με δραστηριότητες, λούνα παρκ και φαντασμαγορικό στολισμό. Με την πρώτη γύρα στην μπαλαρίνα, δίπλα στην Δανάη, ο Άγγελος από ψηλά, είδε τον μπαμπά του.
– Μπαμπάααααα!, φώναζε και τον χαιρετούσε.

Όταν κατέβηκαν, αγκαλιάστηκαν, χάρηκαν τα παιδιά για την έκπληξη και μπήκαν στα συγκρουόμενα. Ο μπαμπάς του οδηγώντας το ένα χέρι το είχε στο τιμόνι και με το άλλο τον αγκάλιαζε όπως τότε, που ήταν ευτυχισμένος, που είχε την γυναίκα του έξω, να τραβάει βιντεάκι και τον γιο του δίπλα του. Ο Άγγελος σήκωσε το βλέμμα του ψηλά και ευχαρίστησε τον Θεό που επέστρεψε ο μπαμπάς του.
– Τι λέτε, πάμε να γράψετε γράμμα στο σπιτάκι του Άη Βασίλη;
Ο Άγγελος άλλαξε όψη ξαφνικά, σκοτείνιασε κι αυτό έγινε αντιληπτό από την Δανάη.
– Τί έπαθες Άγγελέ μου;
Εκείνος κατέβασε το κεφάλι αμίλητος.
– Θέλεις να μας πεις;
– Δεν θέλω να γράψω γράμμα, δεν πιστεύω στον Άγιο Βασίλη.

Η Δανάη πρότεινε στον Δημήτρη να πάνε με τον Παναγιώτη να πάρουν χοτ ντογκ για όλους και με το βλέμμα της, του έδωσε να καταλάβει. Έμειναν οι δυο τους, καθισμένοι στο παγκάκι.
– Για πες μου λοιπόν, τι συνέβη και έχασες την πίστη σου;
– Πέρυσι του ζήτησα να πάρει το κακό από την μαμά μου και να γίνει καλά.
Η Δανάη, ένιωσε τον πόνο του παιδιού να της τρυπάει την καρδιά.
– Είσαι θυμωμένος μαζί του αγόρι μου και σε καταλαβαίνω. Όμως, δεν γίνεται πάντα ό,τι ζητάμε, καρδιά μου. Η μαμά σου ήταν θέλημα Θεού να φύγει, να πάει κοντά του. Ο Θεός χρειάζεται αγγέλους και επιλέγει τους καλύτερους ανθρώπους. Η μαμά σου ήταν η καλύτερη κι έτσι την πήρε. Θα μου πεις, εσύ την στερήθηκες και πονάς, μα δεν μπορούμε να τα εξηγήσουμε όλα. Όταν μας παίρνει κάποιον, μας φέρνει άλλους στη ζωή μας, να αντέχουμε τον πόνο. Ο Άη Βασίλης δεν μπορεί πάντα να αλλάξει κάτι που είναι θέλημα Θεού. Όμως να είσαι σίγουρος ότι ακούει και προσπαθεί. Είναι ο αγαπητός όλων των παιδιών, δεν θέλει να σας απογοητεύει.
Τον τύλιξε στην αγκαλιά της και δεν είπαν τίποτα άλλο. Από πίσω τους, άκουσαν τον Παναγιώτη ενθουσιασμένο
– Είναι ζεστά, πεινάωωωωωωω, άντε θα φάμε;
Έφαγαν, συνέχισαν τις βόλτες και όταν βρέθηκαν έξω από το σπίτι του Άη Βασίλη, ο Άγγελος κοίταξε κατάματα την Δανάη και εξέφρασε την επιθυμία να μπουν μέσα.
“Άγιε Βασίλη, είμαι ακόμα λίγο θυμωμένος μαζί σου, μα η Δανάη μου εξήγησε. Είναι τόσο καλή, θέλω να σου ζητήσω να αγαπηθούν με τον μπαμπά μου και να γίνει ξανά ευτυχισμένος κι εγώ να έχω μια αγκαλιά σαν της μαμάς μου να ζήσουμε όλοι μαζί και να μας φυλάει ο άγγελος του Θεού, η μαμά μου, από ‘κει ψηλά”.

Αυτή τη φορά, ο Άη Βασίλης τον άκουσε. Η Δανάη είχε υπομονή, ο Δημήτρης χρειαζόταν χρόνο να μαλακώσει η ψυχή του. Σιγά σιγά, οι ματιές τους άρχισαν να δείχνουν τρυφερότητα, τα κατά λάθος αγγίγματα, έδωσαν τη θέση τους σε αυτά που αναζητούσαν ο ένας την επαφή με τον άλλον. Έβγαιναν μόνοι και η Νικολέτα κρατούσε τα παιδιά. Όλοι μαζί, συνέχισαν να περνούν πολύ όμορφα. Η κοινή στέγη, ήρθε όταν τελείωσαν τα σχολεία για τις καλοκαιρινές διακοπές.

Ο Άγγελος, είχε τον μπαμπά του που λάτρευε, τον Παναγιώτη που ήταν οι καλύτεροι φίλοι και την Δανάη που δεν την είπε ποτέ μαμά, μα την αγαπούσε πολύ. Την λέξη μαμά την φύλαξε βαθιά μέσα του και την έλεγε μόνο όταν πήγαινε στο μνήμα της. Έγιναν οικογένεια, που τόσο του είχε λείψει. Ένιωθε ευγνώμων και διαπίστωσε πως η ζωή όσο σου δείχνει την σκληρή της πλευρά, από κάτω κρατάει την άλλη, την γλυκιά, την όμορφη πλευρά που φανερώνεται πάντα. Αρκεί να αφήσεις ένα παραθυράκι, να μη την προσπεράσεις και να της ανοίξεις την αγκαλιά σου. Ήταν σίγουρος πια πως ο Άη Βασίλης υπάρχει και πως η μαμά του θα ήταν πάντα ο φύλακας άγγελός του.

Χρυσούλα Καμτσίκη

One response to “Γράμμα στον Άη Βασίλη”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading