Η Εντολή της Κόμισσας – Μέρος Τρίτο – 3.ΙΙ

Προηγούμενο 

11 μετά μεσημβρίας
1 ώρα πριν την Εισβολή στο Κάστρο του Μπραν

*

Μπραν

*

«Νομίζω πως είναι ώρα να πηγαίνουμε» είπε ο Ράινχελ, βαστώντας στον ώμο του το Μάνλιντσερ που του είχαν δώσει οι Ούγγροι (μαζί με ένα σπαθί και πυρομαχικά), και κοίταξε τους δύο από τρεις Ολλανδούς και τον Κάρτερ. Δίπλα στον Μπόντεμαν ήταν η σχεδόν μόνιμα χαμογελαστή Φρίντα. Οι ανώτεροι αξιωματικοί του Δέκατου Πέμπτου Συντάγματος Ορεινού Πυροβολικού της Αυστροουγγαρίας (με εξαίρεση τον ανθυπασπιστή Άπροντ), με επικεφαλής τον μοίραρχο, ήταν πίσω από την ανομοιογενή ομάδα ξένων, ενώ ο Χενκ Χόπε βρισκόταν ανάμεσα σε αυτούς και στους φίλους του. Όλοι τους στέκονταν έξω από το μεγαλύτερο σπίτι που υπήρχε στο Μπραν και έβγαζαν ομιχλώδεις ανάσες, καθώς παρατηρούσαν το μεγάλο φρούριο που έστεκε στο λόφο. Δεν μπορούσαν να το δουν καθαρά, όμως ήξεραν ότι είναι εκεί και πως στα σπλάχνα του τους περίμεναν οι εχθροί τους.
Ο ήλιος είχε δύσει εδώ και πέντε ώρες περίπου, με τον άναστρο βραδινό ουρανό να έχει σκοτεινιάσει την πλάση της Τρανσυλβανίας, αλλά καμία κίνηση δεν έγινε ούτε προς το κάστρο, ούτε από το κάστρο. Ήταν, όμως, κάτι που δεν εξέπληξε τον Μαρτίν ή τον Χόπε ή τον Μπόντεμαν, και πλέον ούτε καν τον Κάρτερ. Αντίθετα, ο Ράινχελ ακόμα δυσκολευόταν να σκεφτεί όλες τις παραμέτρους που αφορούσαν τα βαμπίρ. Αλλά οι Ολλανδοί ήταν πιο εξοικειωμένοι με αυτά, οπότε περίμεναν ότι τα τέρατα δεν θα έκαναν την επίθεσή τους εδώ, σε ένα τόσο μεγάλο, ανοιχτό χώρο. Πρόσφατα, είχαν υποστεί απώλειες αντιμετωπίζοντας μικρότερη δύναμη μαχητών και δεν θα ρίσκαραν να τα βάλουν με ένα στράτευμα εκατοντάδων πλήρως εξοπλισμένων αντρών. Απ’ όσα τους είχαν πει ο Κάρτερ και ο δεκανέας Σέκερες, συμπέραναν πως ο αριθμός των βρικολάκων ήταν σίγουρα διψήφιος, πιθανώς κάτω του τριάντα. Μπορεί να είχαν χάσει την ανθρωπιά τους, αλλά παρέμεναν ευφυή όντα, τουλάχιστον κάποια από αυτά. «Μερικοί από δαύτους μιλάνε», είχε πει ο Κάρτερ όταν αυτός, οι Ολλανδοί και ο Ράινχελ έμειναν για λίγη ώρα μόνοι μετά την άφιξή τους και την ενημέρωση που είχε ακολουθήσει. «Και πετάνε, επίσης. Αυτοί φαίνονται να κάνουν κουμάντο. Οι άλλοι, οι περισσότεροι, μοιάζουν να είναι άβουλα ζώα. Αλλά επικίνδυνα άβουλα ζώα». Δύο είδη βρικολάκων, ένα με αναπτυγμένη νόηση και ένα χωρίς; Ήταν μια ενδιαφέρουσα θεωρία, κατά τον Μαρτίν. Πώς δημιουργούνταν, όμως, οι μεν και πώς οι δε; «Ίσως αυτή η Κόμισσα να αποφασίζει ποιοι θα μπορούν να σκεφτούν και ποιοι όχι», είχε προτείνει ο Χόπε. «Ίσως έχει αυτή τη δυνατότητα. Μπορεί να είναι ανώτερη όλων τους. Σίγουρα είναι ανώτερη. Οπότε θα έχει πολλές παραπάνω δυνάμεις από τους άλλους». Ο Μαρτίν συμφωνούσε με αυτή τη σκέψη. Αλλά όσο ενδιαφέρουσα και να ήταν η θεωρία που ανέπτυσσαν, άλλο τόσο τους μπέρδευε και άφηνε πύλες ανοιχτές. Πύλες που οδηγούσαν στον θάνατο. Πόσα δεν ήξεραν ακόμα; Τι ακριβώς τους περίμενε σε εκείνο το κάστρο;

Βέβαια, απ’ όσα είχαν διαπιστώσει ο Κάρτερ και ο Σέκερες, οι δύο επιζώντες της σφαγής της έκτης Μαρτίου, κάποια από όσα ήξεραν οι Ολλανδοί, τα πιο σημαντικά, ίσχυαν. Οι βρικόλακες πέθαιναν, γίνονταν σκόνη, αν τους κάρφωνες στην καρδιά ή και αν τους αποκεφάλιζες. Οι πυροβολισμοί μπορούσαν να τους καθυστερήσουν, όπως και ο σταυρός. Αυτά τα στοιχεία είχαν αναπτερώσει το ηθικό των αφιχθέντων. «Σπαθιά έχουμε», είχε πει ενθουσιασμένος ο Μπόντεμαν, «σταυρούς έχουμε… Καλά, πιστόλια και τουφέκια κι αν έχουμε! Δεν ξέρουν τι τους περιμένει! Το κάστρο τους θα γίνει σωστή έρημος από την σκόνη». Τους είχε κάνει όλους να χαμογελάσουν, ακόμα και τον Κάρτερ, η γνωριμία με τον οποίο δεν είχε γίνει πολύ καλά, μιας και ο Μπόντεμαν, αγνοώντας την κακοκεφιά του Αμερικάνου, παράστησε ότι τον θυμόταν από κάπου. «Έχεις έρθει ποτέ στο Άμστερνταμ;» είχε ρωτήσει τον Κάρτερ, κοιτώντας από χαμηλά, ένεκα που ήταν πιο κοντός από τον αδερφό του Φάμπιαν. «Όχι», είχε απαντήσει εκείνος. «Είσαι σίγουρος; Στο μπουρδέλο που δουλεύω, είχε έρθει ένας σαν εσένα, με αυτή την προφορά και αυτά τα ρούχα, και άρχισε να φωνάζει και να βρίζει. Οι άλλοι πελάτες τον φοβήθηκαν, οπότε τον ξαπόστειλα. Έλεγα μήπως ήσουν εσύ, Κάρτερ. Αν είσαι, φίλε μου, τότε τσακίσου από δω, γιατί με χαμένους δε δουλεύω και θα μας είσαι βάρος». Ο Κάρτερ είχε ανταλλάξει μια ματιά αγανάκτησης με τον Μαρτίν και είχε επαναλάβει στον Μπόντεμαν ότι έκανε λάθος. Τότε είχε μπει στην μέση ο Χόπε και ρώτησε τον Μπόντεμαν «Γιούρις, μήπως αναφέρεσαι σε αυτόν που του πήρες τα εξάσφαιρα; Γιατί και ο Μαξ τέτοια πιστόλια έχει». Ο Γιούρις είχε πει (αν και όχι τόσο σίγουρα) «Όχι, ρε συ Χενκ, αυτός ήταν άλλος Αμερικάνος. Ναι, πιο ασχημομούρης». Εκείνη τη στιγμή, ο Κάρτερ είχε γυρίσει προς τον Μαρτίν και του είπε «Αν δεν περίμενα μια φορά να φέρεις άλλους, σίγουρα δεν περίμενα να φέρεις παιδιά σε μια τόσο επικίνδυνη αποστολή. Πρέπει να πάμε στο λημέρι τεράτων, Μαρτίν, και να τα σκοτώσουμε. Πώς θα τα καταφέρουμε, αν πρέπει παράλληλα να προσέχουμε τούτον εδώ;» Ο Μπόντεμαν είχε βγει μπροστά με τις γροθιές υψωμένες λέγοντας «Ποιον είπες παιδί, ρε ψηλέ; Έλα δω να σου δείξω πάλι ποιος θα σε βάλει στην θέση σου. Εσύ ήσουν τότε στο μπουρδέλο, είμαι σίγουρος τώρα, και για αυτό θα σε πλακώσω στο ξύλο, όπως τότε, να θυμηθείς ποιος κάνει κουμάντο όταν είμαι εγώ παρών». Ο Κάρτερ είχε κάνει στην άκρη και είχε πει εκνευρισμένος στον Μαρτίν «Μάζεψέ τον, γιατί θα πάμε μείον ένας στο κάστρο». Ο Χόπε και ο Χόουνεχ είχαν παρεμβληθεί και το θέμα, προς το παρόν, έληξε, αν και έκτοτε ο Μπόντεμαν κοιτούσε τον Κάρτερ σαν να περίμενε να του ριχτεί.

Η γνωριμία των Ολλανδών με τον αδερφό του Φάμπιαν και τους στρατιωτικούς είχε γίνει γύρω στις τρεις το μεσημέρι. Πρωτύτερα, η μικρή ομάδα που έφερνε ο Ράινχελ είχε κάνει μια στάση στο Μπρασώφ, για να φάνε κάτι και για να δηλώσει την παρουσία τους στις Αρχές, αποφεύγοντας φυσικά να δώσει πολλές λεπτομέρειες, όπως το ότι οι Ολλανδοί ήταν κυνηγοί τεράτων και έρχονταν έτοιμοι να παλέψουν με βρικόλακες ή ότι ο ένας εξ αυτών είχε βγει πρόσφατα (και προκαλώντας μερικούς τραυματισμούς και ζημιές) από φρενοκομείο ή ότι έφερναν μαζί τους έναν θηλυκό δαίμονα –είχε θεωρήσει ότι αυτά μπορούσαν να μείνουν εκτός της αναφοράς του. Από την πλευρά της πολιτοφυλακής και του Δέκατου Πέμπτου Συντάγματος, δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, εφόσον αναλάμβανε την ευθύνη η Αντικατασκοπεία, και μάλιστα ένας συνάδελφος του ταγματάρχη Άσπελ. Αυτό που δε διέφυγε της προσοχής του Ράινχελ ήταν η διάθεση των δύο ανωτέρων αξιωματικών, του Ζαλάν και του Κέρσεν. Αμφότεροι μιλούσαν λίγο, αναστέναζαν και κατένευαν με πεσμένους ώμους. Ήταν ηττημένοι, το ηθικό τους είχε ποδοπατηθεί στις λάσπες. Ο Ράινχελ είχε προσπαθήσει να τους εμψυχώσει, λέγοντάς τους ότι η βοήθεια που έφερνε ήταν σπουδαία και πως θα τα κατάφερναν και θα νικούσαν, αλλά, φεύγοντας από το γραφείο του Ζαλάν (όπου τους είχε βρει), ήταν βέβαιος ότι δεν τους είχε πείσει. Η σχετικά σύντομη επίσκεψη της μικρής ομάδας στην πόλη είχε κυλήσει ήρεμα, κι αυτό γιατί έφαγαν στην άμαξα, ενώ μόνο ο Ράινχελ μίλησε με τους ντόπιους και δεν άφησαν καθόλου τη Φρίντα να εμφανιστεί, για να μην τραβήξουν την προσοχή του αντρικού πληθυσμού –ήδη ο κόσμος που περνούσε από κοντά τους κοιτούσε παραξενεμένος τον Μαρτίν. Ωστόσο, ρίχνοντας μια ματιά τριγύρω, τα μέλη της ομάδας αντιλήφθηκαν την αναταραχή και το φόβο που είχε φωλιάσει στις ψυχές των κατοίκων και των στρατιωτικών που περιπολούσαν. Ελάχιστες συζητήσεις, σχεδόν κανείς δεν κυκλοφορούσε μόνος του… Πρόσωπα που δεν χαμογελούσαν, αλλά απέφευγαν την οπτική επαφή. Η πόλη, που κατά τα άλλα ήταν όμορφη, έμοιαζε να πενθεί. Αυτή η σκέψη στιγμάτισε την ομάδα που έφερνε ο Ράινχελ, διακόπτοντας την όποια κουβέντα ήθελαν να κάνουν. Τα μόνα που είχαν ειπωθεί μέχρι να συνεχίσουν το δρόμο τους ήταν μερικά λόγια του Ράινχελ («Πρέπει να τα καταφέρουμε. Πρέπει. Δεν υπάρχει γυρισμός, δεν υπάρχει δυνατότητα να χάσουμε. Πρέπει να τους εξαφανίσουμε, είτε είναι βρικόλακες, είτε οτιδήποτε.») και του Μαρτίν («Θα νικήσουμε, Τζόνας. Ήταν λάθος τους που ξεκίνησαν αυτόν τον πόλεμο και σύντομα θα το διαπιστώσουν. Το λίγο που τους μένει να ζήσουν, δηλαδή.»). Ύστερα, ο Ράινχελ είχε κάτσει πάλι στην θέση του οδηγού και έφυγαν από το Μπρασώφ.

Η μόνη άλλη στάση που είχαν κάνει ήταν στο Πουάνα Μπρασώφ, όπου ο αξιωματικός έλεγξε εν τάχει τα διαπιστευτήριά τους (ουσιαστικά, ό,τι έγγραφο του παρουσίασε ο Ράινχελ) και τους άφησε να περάσουν, αφού τους ευχήθηκε καλή τύχη. «Θα τη χρειαστείτε, επιλοχία, τους τόνισε. Δεν ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει εκεί πέρα, αλλά είναι πολύ άσχημο».

Φτάνοντας στο Μπραν, τους υποδέχτηκαν ο μοίραρχος, ο ανθυπασπιστής Άπροντ, ο Σέκερες και τελευταίος ο Κάρτερ. «Λοιπόν, εσύ είσαι ο περιβόητος Μαρτίν Χόουνεχ», είχε πει ο Κάρτερ, κοιτώντας τον θεόρατο Ολλανδό. «Χαίρομαι που επιτέλους σε γνωρίζω. Κι εγώ χαίρομαι που γνωρίζω τον αδερφό του Φάμπιαν», είχε ψιθυρίσει ο Μαρτίν. Χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο και αντάλλαξαν χειραψία, όπως έκανε και με τους υπόλοιπους της ομάδας. Ο Κάρτερ, με τη συνδρομή του Άπροντ, είπε στον μοίραρχο «Σας είπα ότι θα τον έβρισκαν», για να πάρει την απάντηση «Ναι, αλλά νόμιζα ότι θα έφερναν μόνο αυτόν και όχι και άλλους». Ο Κάρτερ είχε ανασηκώσει τους ώμους, λέγοντας «Όσο περισσότεροι τόσο το καλύτερο, σωστά;» Ο μοίραρχος δεν είχε απαντήσει σε αυτό.

Η Φρίντα, όπως ήταν επόμενο, τράβηξε τα βλέμματα όλων των στρατιωτικών, αλλά ο Κάρτερ βοήθησε τον Άπροντ που με τη σειρά του βοήθησε τον μοίραρχο να επαναφέρουν την τάξη, δίνοντας εντολές στους στρατιώτες, κρατώντας τους ουσιαστικά σε απόσταση από την πανέμορφη γυναίκα –για το ποιόν της οποίας έμαθε μόνο ο Κάρτερ αργότερα, όταν δεν άκουγαν οι Ούγγροι. Πριν αποσυρθούν στο τοπικό αρχηγείο που είχαν στήσει, ο Μαρτίν και οι φίλοι του κοίταξαν καλά-καλά τα κατεστραμμένα σπίτια και διαπίστωσαν ότι τα άλογα των στρατιωτικών χλιμίντριζαν και χτυπούσαν τις οπλές τους στο χώμα. Οι αφιχθέντες, όμως, ατένισαν περισσότερο απ’ όλα τα άλλα το κάστρο του Μπραν, χωρίς να μιλάνε. Οι άλλοι τους άφησαν στην ησυχία τους προσωρινά, για να συνειδητοποιήσουν λίγο την κατάσταση. Εντέλει, μαζεύτηκαν στο σπίτι των Τσομπάνου, το μεγαλύτερο στο Μπραν, όπου έγινε η ενημέρωση για τα καθέκαστα. Το λίγο που μίλησε ο μοίραρχος (και μετέφραζε ο Άπροντ για τον Κάρτερ και τους Ολλανδούς), έγινε φανερό πως υπήρχε ανυπομονησία από την πλευρά των στρατιωτικών του Κέρσεν, να ξεκινήσει η επίθεση το συντομότερο δυνατόν, γεγονός με το οποίο συμφωνούσε και ο Κάρτερ, αν και δεν το υποστήριξε ανοιχτά, παρά μόνο αργότερα, όταν συνομίλησαν με τον Μαρτίν και τους φίλους του -ξέχωρα από τους ένστολους. «Θα μπούμε στο κάστρο», είχε υποσχεθεί ο Μαρτίν, «αυτό είναι το μόνο βέβαιο. Και θα σφάξουμε τους εχθρούς μας». Ο μοίραρχος είχε ρωτήσει «Μιας και τους ανέφερες, και αφού ο ταγματάρχης Άσπελ ζήτησε να σε βρουν οι συνάδελφοί του, μπορείς να πεις και σε εμάς, κύριε Χόουνεχ, τι ξέρεις για το κάστρο ή ακόμα και για τους εχθρούς μας; Θα το εκτιμούσαμε δεόντως». Ο αξιωματικός ειρωνευόταν τον Μαρτίν, και αυτό δε διέφυγε της προσοχής κανενός. Πριν απαντήσει κανείς άλλος, όμως, πετάχτηκε ο Γιούρις Μπόντεμαν, φωνάζοντας «Ε, για περίμενε, κύριε συνταγματάρχη ή ό,τι είσαι, τέλος πάντων! Πώς μιλάς έτσι στον φίλο μου; Ήρθε εδώ, όπως και εμείς, για να βοηθήσει, κι εσύ τον κοροϊδεύεις; Για μαζέψου, μην σε…» Ευτυχώς, είχε μπει στην μέση ο Χόπε και τον σταμάτησε, ζητώντας συγνώμη από τους στρατιωτικούς. Ο Ράινχελ βοήθησε κι αυτός, βάζοντας στην θέση του τον μοίραρχο. «Πρόσεχε τα λόγια σου, του είχε πει. Ο κύριος Μπόντεμαν έχει δίκιο, φέραμε εδώ αυτούς τους ανθρώπους για να συνδράμουν στον αγώνα μας. Θα τους συμπεριφερθούμε αξιοπρεπώς. Κι αυτό θεώρησέ το διαταγή από το Evidenzbureau, μοίραρχε». Θα μπορούσε να είχε τελειώσει εκεί το πρόβλημα, αλλά ο μοίραρχος, θυμωμένος καθώς ήταν, είπε «Για μια στιγμή: θέλετε να μου πείτε ότι στο κάστρο θα πάνε αυτοί οι ξένοι και όχι εμείς, ο στρατός της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας;» Ο Ράινχελ είχε παρέμβει ξανά: «Όχι, μοίραρχε. Σου λέω ότι θα πάνε αυτοί οι ξένοι και εμείς, ο στρατός της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Μαζί. Ενωμένοι για το κοινό καλό. Γιατί το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε εδώ, αν δεν το λύσουμε, θα εξαπλωθεί παντού. Κι αυτό είναι κάτι που κανείς μας δεν το θέλει. Οπότε ζήτα συγνώμη από τους κυρίους και ας ολοκληρώνουμε σιγά-σιγά, γιατί πολλά λέμε και θα πρέπει να προχωρήσουμε και σε πράξεις κάποτε».

Το θέμα έληξε, με τον μοίραρχο να απολογείται για την συμπεριφορά του και λέγοντας πως έφταιγε η πίεση της όλης έκρυθμης κατάστασης που είχαν να διαχειριστούν. Κάτι που μπορούσαν να καταλάβουν όλοι, φυσικά. Ο Χενκ Χόπε, για να επισφραγίσει την ειρήνη ανάμεσά τους, έβγαλε ένα από τα φλασκιά με κρασί που είχε -«Το χρειαζόμαστε όλοι, μου φαίνεται» είπε- και ήπιαν όλοι από λίγο -επέτρεψαν ακόμα και στον Γιούρις να πιει, αν και λιγότερο απ’ ό,τι οι άλλοι-, με αποτέλεσμα να αδειάσει. Αλλά δεν ανησυχούσε, γιατί είχε άλλο ένα μαζί του.

Τότε ο Μαρτίν, φανερά συλλογισμένος, είχε γυρίσει να κοιτάξει για μια στιγμή τον Ράινχελ, ο οποίος κατάλαβε ότι ο πανύψηλος Ολλανδός σκεφτόταν αν θα αποκάλυπτε το ποιόν των όντων που κρύβονταν στο κάστρο. Προφανώς, αντιμάχονταν μέσα του οι προσωπικές του πεποιθήσεις με όσα είχαν συζητήσει κατά το ταξίδι τους ως τη Βουδαπέστη, και κυρίως όσα είχε πει ο Βολφ περί της δυσπιστίας που θα επιδείκνυαν οι στρατιωτικοί και των συνεπειών που ενδεχομένως να ακολουθούσαν αν θεωρούσαν τρελούς τους Ολλανδούς. Εν ολίγοις, θα πήγαινε στράφι όλη η αποστολή και το Κακό θα νικούσε κι άλλο έδαφος, διαφθείροντας ή σκοτώνοντας κι άλλους αθώους. Εντέλει, ο Μαρτίν είπε «Από τα όσα ξέρω, ένα κάστρο σαν αυτό είναι φτιαγμένο με σκοπό να εξυπηρετεί τους άρχοντες, τους υπηκόους και τους στρατιώτες τους, ενώ ταυτόχρονα θα μπερδεύει τους εισβολείς. Θα πρέπει να προσέξουμε για τυχόν ανοίγματα σε τοίχους ή πίσω από κάδρα ή στο δάπεδο. Θα έχει διαδρόμους που θα διακλαδίζονται μεταξύ τους και κλειστές πόρτες, κάποιες ή όλες θα είναι κλειδωμένες. Θα υπάρχει υπόγειο, με δικούς του διαδρόμους και δωμάτια πιθανώς, το οποίο ενδέχεται να έχει μυστικό πέρασμα, για διαφυγή. Κουζίνα και αίθουσα εκδηλώσεων στο ισόγειο, όπως και τα δωμάτια των φιλοξενούμενων και του προσωπικού. Οι κρεβατοκάμαρες των αρχόντων θα είναι στους επάνω ορόφους. Μπορεί να υπάρχει και εσωτερική αυλή. Ξεχασμένα όπλα, πίνακες ζωγραφικής, υγρασία, παγωνιά, σκάλες και πόρτες που τρίζουν… Έπιπλα που μετά από τόσους αιώνες αχρηστίας είναι αμφίβολο αν μπορούν να αξιοποιηθούν. Το σκοτάδι θα είναι πηχτό όπου δεν έχει παράθυρα. Οποιοσδήποτε θόρυβος θα είναι εκκωφαντικός στους περισσότερους χώρους. Η επίθεσή μας δεν θα μπορεί να γίνει μυστικά, θα μας καταλάβουν αμέσως, κι ας μην έχουν σκοπιές σε όλους τους ορόφους. Αν έπρεπε να μαντέψω, θα έλεγα ότι οι πιο πολλοί από δαύτους θα είναι μαζεμένοι στους επάνω ορόφους. Θα αποφύγουν το υπόγειο, εκτός αν ξέρουν για το μυστικό πέρασμα –αν υπάρχει κάτι τέτοιο, φυσικά. Ή εκτός αν έχουν στήσει κάποια παγίδα εκεί. Από όπλα, κύριε μοίραρχε; Εννοείτε, των προηγούμενων ιδιοκτητών; Χμμ… Φαντάζομαι, θα υπάρχουν. Ξεχασμένα, όπως είπα. Όχι πολλά, γιατί κάστρα σαν αυτό δεν είχαν την ίδια μεγάλη σημασία όπως άλλα, που είναι χτισμένα σε πιο στρατηγικές θέσεις. Πάντως, όποια όπλα των παλιών ιδιοκτητών υπάρχουν θα είναι τόσο ξεχασμένα όσο τα έπιπλα. Και, φαντάζομαι, αμφίβολης χρήσης κι αυτά. Τι; Να ρίξουμε το κάστρο με τα κανόνια; Όχι, όχι αμέσως, κύριε. Πρέπει να βρούμε τον ταγματάρχη Άσπελ πρώτα. Μετά, θα δούμε. Αυτό που πρέπει να κάνουμε, ωστόσο, είναι να περικυκλώσουμε το κάστρο εξωτερικά, με τους άντρες όσο το δυνατόν καλύτερα κρυμμένους. Τώρα, όσον αφορά το ποιοι είναι οι εχθροί μας… Με βάση τα όσα μας είπατε εσείς και οι συνάδελφοι του ταγματάρχη Άσπελ, μπορώ να υποθέσω ότι αυτοί οι αχρείοι προσπαθούν να μας μπερδέψουν. Συμπεριφέρονται σαν ζώα ή σαν δαίμονες. Σαν στριγκόι, σαν βαμπίρ, αν έχετε υπόψη σας. Μην παραξενεύεστε, κύριε. Σκεφτείτε πότε επιτίθενται, πώς, τι όπλα χρησιμοποιούν, το ότι δεν έχουν δώσει κανένα σημάδι για την εθνικότητά τους ή τι θέλουν. Απλά, έρχονται μες στο βαθύ σκοτάδι και προκαλούν όσο περισσότερο κακό μπορούν. Σφάζουν, αλλά αποφεύγουν να χρησιμοποιήσουν πυροβόλα όπλα. Τι, το μπαρούτι που βρήκαν από το προηγούμενο απόσπασμα; Ναι, μάλλον ήταν των εχθρών μας. Αλλά… προσωπικά, έχω κάποιες αμφιβολίες για αυτό. Δεν ταιριάζει με την υπόλοιπη κατάστασή τους, αν με καταλαβαίνετε. Αν θα έχουν άλλο μπαρούτι; Ίσως. Οφείλουμε να προσέχουμε για κάθε ενδεχόμενο. Μισό λεπτό, κύριε». (ο Μαρτίν γύρισε προς τον Κάρτερ) «Κύριε καθηγητά, εσείς τους είδατε αυτούς. Μήπως ούρλιαζαν, σαν ζώα σχεδόν, καθώς επιτίθονταν και ενώ τους πολεμούσατε; Ναι; Ωραία». (ξαναγύρισε προς τον μοίραρχο) «Είδατε, κύριε; Φέρονται σαν ζώα. Το κάνουν για να τρομάξουν ή για να θορυβήσουν τον εχθρό τους και να αδράξουν την ευκαιρία για να τον σκοτώσουν. Οπότε, για να το κλείσουμε αυτό, μπορώ να σας πω με βεβαιότητα ποιοι είναι; Όχι. Μπορώ, όμως, να τονίσω ότι πρέπει να προσέχουμε για υπανθρώπους, για ανθρώπους που νομίζουν ή που θέλουν να πιστέψουμε ότι είναι ζώα ή βαμπίρ ή κάτι τέτοιο, ώστε να τρομοκρατηθούμε. Το οποίο με φέρνει σε ένα ακόμα συμπέρασμα, που θέλω να θυμάστε: όταν έρθετε απέναντί τους, μην μείνετε μόνο σε έναν πυροβολισμό, ακόμα και αν τους πετύχετε στο κεφάλι. Τρυπήστε τους στο στήθος, εδώ, στην καρδιά, και αποκεφαλίστε τους. Αυτοί οι αγριάνθρωποι είναι επικίνδυνοι, πωρωμένοι. Αν πιστεύουν όντως πως είναι βαμπίρ, θα κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να συμπεριφερθούν αναλόγως. Τι είπατε, κύριε; Να γίνονται νυχτερίδες;» (ο Μαρτίν γέλασε, όπως και οι φίλοι του) «Αμφιβάλλω, ναι. Καλού κακού, όμως, αν δείτε καμιά νυχτερίδα που πλησιάζει περίεργα προς εσάς, ρίχτε της. Μπορεί να κουβαλάει καμιά αρρώστια, ε;» (ακόμα και ο Κάρτερ χαμογέλασε με αυτό το σχόλιο)
Η συζήτηση συνεχίστηκε λίγο ακόμα. Θα ολοκληρωνόταν πιο σύντομα αν δεν υπήρχε η διαφωνία μεταξύ του Μαρτίν και του Μπόντεμαν με τον μοίραρχο όσον αφορά τη Φρίντα. Ο στρατιωτικός διοικητής της μονάδας δεν ήθελε να συμμετέχει μια γυναίκα σε μια τόσο επικίνδυνη αποστολή –τι δουλειά έχει μια γυναίκα με τέτοια πράγματα; είχε απορήσει. Ο Μπόντεμαν είχε βρίσει στα γαλλικά τον άλλο, αλλά κανείς δεν μετέφρασε τι είπε. Παρενέβη ξανά ο Ράινχελ τελικά, λέγοντας στον μοίραρχο πως η Φρίντα ήταν σημαντικό μέλος της ομάδας των Ολλανδών και πως ήταν εξοικειωμένη με την τέχνη του πολέμου. Ο άλλος παρέμενε δύσπιστος, αλλά έκανε πίσω και η κουβέντα τελείωσε με την υπόσχεση ότι θα μαζεύονταν αργότερα, για να ξεκινήσουν την επιδρομή στο κάστρο. Όλοι είχαν συμφωνήσει ότι δεν έπρεπε να χάσουν άλλο χρόνο και πως, ακόμα και βραδιάτικα, θα εισέβαλλαν και θα το ανακαταλάμβαναν, ό,τι θυσίες κι αν έπρεπε να κάνουν. Ο μοίραρχος επανέλαβε ακόμα και τη φράση που είχε πει όταν έφτασε στο Μπραν: Θα ρίξουμε όλους τους γαμημένους τοίχους του γαμημένου κάστρου πάνω τους. Θα τους θάψουμε εκεί μέσα.

Οι Ολλανδοί, η Φρίντα, ο Ράινχελ και ο Κάρτερ έφυγαν από το σπίτι των Τσομπάνου, για να βρουν κάποιο άλλο, και να ξεκουραστούν οι αφιχθέντες. Εκεί ήταν που παραλίγο να τσακωθούν ο Γιούρις με τον Κάρτερ, αλλά η κούραση και η παρέμβαση των άλλων είχε βοηθήσει να μην ξεφύγει η κατάσταση. Έτσι, ο Μπόντεμαν και ο Χόπε κοιμήθηκαν αμέσως, με τη Φρίντα να μένει άγρυπνος φύλακας πλάι στον Μπόντεμαν. Ο Κάρτερ, ο Ράινχελ και ο Μαρτίν έμειναν σε άλλο σημείο του σπιτιού, όπου συζήτησαν χαμηλόφωνα κι άλλο και οι δύο εξ αυτών κάπνιζαν. Κανείς τους δεν ήθελε να κλείσει μάτι. «Θα έχουμε χρόνο όταν τελειώσουμε από δω», είχε πει ο Κάρτερ και οι άλλοι κατένευσαν. Ανάμεσα στα άλλα που είχαν ειπωθεί ανάμεσά τους το απόγευμα, ήταν και το ποιοι στρατιώτες θα τους ακολουθούσαν. Ως προς αυτό, ο Μαρτίν είπε στον Ράινχελ να του βρει άντρες που είχαν μεγαλώσει σε απομακρυσμένα χωριά της Τρανσυλβανίας και της Ουγγαρίας, και οι οποίοι έδειχναν πραγματικά σκληροτράχηλοι. «Θέλουμε ανθρώπους που θα πιστέψουν», τόνισε ο Μαρτίν. «Που σαν παιδιά έχουν ακούσει για αυτά τα τέρατα και δέχτηκαν ότι μπορεί και να υπάρχουν, έτσι ώστε να μη διστάσουν παραπάνω απ’ όσο χρειάζονται τα φρικιά για να τους ξεπαστρέψουν. Μέχρι τριάντα ή σαράντα άντρες, όχι λιγότερους. Αν δε βρεις αρκετούς, τότε πρόσθεσε άλλους». Ο Ράινχελ το υποσχέθηκε, ενώ συνεχάρη τον Μαρτίν που είχε βρει μια μέση λύση για το πώς να παρουσιάσει τους εχθρούς τους στον μοίραρχο. «Δεν ήταν ό,τι καλύτερο», είχε σχολιάσει ο Μαρτίν, «αλλά είναι προτιμότερο από το να μην ξέρουν καθόλου». Έβγαλε ένα από τα όπλα που είχε φέρει μαζί του: έναν μικρό καθρέφτη. «Τι τον θες τον καθρέφτη;» ρώτησε ο Ράινχελ. Ο Μαρτίν απάντησε «Τα βαμπίρ δεν έχουν είδωλο. Δε φαίνονται στο κάτοπτρο, γιατί είναι καλυμμένο με ασήμι, ένα αγνό υλικό. Ένας καθρέφτης είναι ένα καλό μέσο απώθησης βρικολάκων και λυκανθρώπων». Χαμογέλασε. «Πού να έλεγα στους στρατιωτικούς ότι οι εχθροί μας δεν έχουν είδωλο, κιόλας» σχολίασε.

Κάτι άλλο που ειπώθηκε μεταξύ των τριών αντρών είχε να κάνει με τον παπά, τον Στεφάν Οσμοκέσκου. Ο Κάρτερ τους ενημέρωσε για το πώς τον είχαν βρει με τον Φάμπιαν, για τη φαινομενικά νεκρή γυναίκα του («μόνο νεκρή δεν ήταν», σχολίασε, «αλλά αποκαταστήσαμε την τάξη, για να το θέσω έτσι»), αλλά κυρίως για το ότι ο παπάς πρέπει να είχε κάποιες δυνάμεις («σίγουρα άντεξε έναν πυροβολισμό από καραμπίνα, αλλά μετά τον βρήκα νεκρό από εννιά σφαίρες») και βοηθούσε τους βρικόλακες. «Ήταν κατάσκοπός τους, Μαρτίν», είπε ο Κάρτερ. «Μας το είπε ο ίδιος. Ό,τι έβλεπε το ήξεραν κι εκείνοι. Αυτή η Ρεβέκκα, που φαινόταν να ηγείται των άλλων, όντας «η πιο πιστή ακόλουθος» της Κόμισσας Ροντίκα Ντραγκίτσι». Ο Μαρτίν ρώτησε τον Κάρτερ τι άλλο είχαν μάθει από τον παπά. «Τον δάγκωσαν», απάντησε ο Κάρτερ, «κι ένιωσε πιο νέος. Είδα δύο τρύπες στον λαιμό του, που δεν προήλθαν από σφαίρες. Αυτή πρέπει να του τις είχε κάνει. Έτσι πρέπει να απέκτησε τις όποιες δυνάμεις του. Αφού ο Φάμπιαν τον είχε πυροβολήσει στο ισόγειο και εγώ τον βρήκα στον πάνω όροφο, τότε αυτό σημαίνει πως του είχαν δώσει κι άλλες δυνάμεις, να είναι ίσως πιο δύσκολο να πεθάνει από τους άλλους ανθρώπους. Και δεν είχε τη ριπή από την καραμπίνα, με την οποία του είχε ρίξει ο Φάμπιαν. Άρα, ίσως να μπορούσε να… δεν ξέρω, να γιατρεύεται κάπως; Πάντως, δεν είχε τα άλλα χαρακτηριστικά των τεράτων, το χλομό δέρμα ή τα σκοτεινά μάτια. Άρα, δεν ήταν ένας από αυτούς, όχι ακριβώς. Όμως, ήθελε να γίνει, το ήλπιζε διακαώς. Για αυτό και έγινε κατάσκοπός τους».
Ο Ράινχελ και ο Μαρτίν έμειναν να το συλλογίζονται. Τους ήταν τρομερή η διαπίστωση ότι ένας άνθρωπος θα πρόδιδε τους δικούς του, ολάκερη την ανθρωπότητα, για να γίνει ένα τέρας.

Στο τέλος, ο συνεργάτης του Φάμπιαν είπε «Αν είχαν κατάσκοπο τότε, μπορεί να είχαν και πιο παλιά. Και μπορεί να…»
«Να έχουν ακόμα κάποιον για να μας κατασκοπεύει», ολοκλήρωσε τη φράση ο Μαρτίν. Κοίταξε τους άλλους. «Μπορεί ήδη να μας παρακολουθεί κάποιος υπήκοός τους».
«Πολύ αμφίβολο», είχε πει ο Κάρτερ. «Οι στρατιωτικοί κάνουν συνεχείς περιπολίες. Είναι έτοιμοι να ρίξουν σε οποιονδήποτε τους φανεί ύποπτος. Επίσης, έχουν ψάξει τριγύρω, στο δάσος, όπως είπε και ο μοίραρχος, και δε βρήκαν κάτι, κάποιο ίχνος. Αντίθετα, τον παπά τον βρήκαμε σχεδόν αμέσως όταν ήρθαμε. Και», συμπλήρωσε, «αν ήταν βρικόλακας, θα μας παρακολουθούσε μόνο τις νύχτες, εφόσον δεν αντέχουν το φως. Αυτό… αυτό δεν μπορώ να το αποκλείσω, παρότι συνεχίζονται οι περιπολίες και τα βράδια». Τότε θυμήθηκε κάτι. «Μπορώ να πω, όμως, ότι τα ξημερώματα που σηκώθηκα και βγήκα έξω και κοίταξα προς το κάστρο, μου φάνηκε ότι είδα σκιές να κινούνται σε κάποια από τα ψηλότερα σημεία του κάστρου. Δεν ήταν πολλές, δύο ή τρεις ή τέσσερις, αλλά ήταν εκεί. Ή τουλάχιστον, αυτό πιστεύω».

Ο Μαρτίν κατένευσε. «Όπως και να έχει, θα πρέπει να προσέχουμε και τα μετόπισθεν, είπε. Όποιοι μείνουν στο Μπραν και όποιοι σταθούν έξω από το κάστρο θα πρέπει να κοιτάνε και να ακούνε προσεχτικά για οτιδήποτε περίεργο». Αναστέναξε. «Το οποίο σημαίνει ότι κάποιος από εμάς θα πρέπει να μείνει εκτός. Δεν θα μας ακολουθήσει μέσα στο κάστρο, αλλά θα παραταχτεί με τους στρατιώτες που θα το περικυκλώσουν, έτσι ώστε να σπεύσει σε βοήθεια αν τυχόν κάποιο βαμπίρ βγει από το κάστρο και επιτεθεί στους δικούς μας».
«Ποιος θα μείνει, όμως;» είχε ρωτήσει ο Ράινχελ. «Εμείς οι τρεις όχι. Εσείς ξέρετε από δαύτα, ενώ εγώ όχι. Συν ότι πρέπει να είμαι μαζί σας, μήπως και οι στρατιώτες που θα μπουν στο κάστρο σάς κάνουν την ζωή δύσκολη. Ίσως να μείνει κάποιος από τους φίλους σου, Μαρτίν; Όχι ο Μπόντεμαν, αλλά ο Χόπε. Τον Μπόντεμαν θέλω να τον έχουμε από κοντά, γιατί είναι… ευέξαπτος».

Ο Μαρτίν χαμογέλασε. «Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θέλουμε μαζί μας την Φρίντα. Αυτή είναι βέβαιο ότι μπορεί να αντιμετωπίσει τους βρικόλακες. Εντάξει, θα μείνει ο Χενκ μαζί με τους στρατιώτες».
«Μιας και ανέφερες αυτή τη Φρίντα», μπήκε στην μέση ο Κάρτερ, «τι είναι αυτή; Κάτι περίεργο συμβαίνει με δαύτη».
«Αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, αγαπητέ Μαξ», γέλασε ο Ράινχελ.
Ο Μαρτίν είπε «Αν σου πω, Μαξ, υπόσχεσαι ότι δεν θα φωνάξεις, αλλά πως θα κρατήσεις την ψυχραιμία σου; Και ότι δεν θα πεις τίποτα στους άλλους στρατιωτικούς;»

Ο Κάρτερ κοίταξε μια τον Ράινχελ και μια τον Μαρτίν. «Κάτι μου λέει ότι θα το μετανιώσω που ρώτησα, έτσι; είπε. Τέλος πάντων. Πες μου. Δεν μπορεί να είναι χειρότερο απ’ όσα έχω δει και μάθει εδώ στο Μπραν ή στη Silent Desert».
«Στην ποια;» ρώτησε ο Ράινχελ.
«Στη Silent Desert. Μια πόλη του Τέξας είναι. Είχα μια πολύ ενδιαφέρουσα περιπέτεια εκεί πέρα. Ας μου πει ο Μαρτίν για τη Φρίντα και θα σας πω εγώ μετά για εκείνη την πόλη».
Όταν έμαθε για τη δαιμόνισσα που είχαν μαζί τους, ο Κάρτερ παρέμεινε ψύχραιμος, αλλά αμίλητος. Χρειάστηκε μια δυο στιγμές για να συνειδητοποιήσει τι είχε κάνει ο Μπόντεμαν και, κυρίως, ότι ο Μαρτίν, ο Χόπε και ο Βολφ με τον Ράινχελ είχαν συμφωνήσει να έχουν με το μέρος τους τη Φρίντα. «Ομολογώ», είπε κάποτε, «ότι δεν περίμενα κάτι τέτοιο, κύριοι».
«Ούτε εγώ θα το πίστευα λίγο καιρό πριν», είπε ο Μαρτίν. «Και υπό άλλες συνθήκες, θα τον είχα πνίξει τον Γιούρις για αυτό που έκανε, γιατί τέτοια τέρατα τα κυνηγάμε να τα σκοτώσουμε, και όχι για να τα βάζουμε στο κρεβάτι μας. Αλλά στην παρούσα περίσταση, μια Σουκούμπους μπορεί να μας βοηθήσει. Αν μη τι άλλο, μας είπε κάποια πράγματα για την Κόμισσα. Θα μπορούσες να πεις ότι έγινε η κατάσκοπός μας».
«Κάτι που μας είπε», μπήκε στην μέση ο Ράινχελ, «είναι το γεγονός πως αυτή η Κόμισσα δεν είναι στο Μπραν, αλλά στην Αγγλία με κάποιον συγγραφέα».

Ο Κάρτερ γούρλωσε τα μάτια. «Για όνομα του Θεού, θα κάνει μεγάλο κακό κι εκεί πέρα. Πρέπει να πάμε και στην Αγγλία ή να τους ειδοποιήσουμε…» Το σκέφτηκε καλύτερα και κάθισε πίσω στην καρέκλα. «Αλλά τι να τους πούμε; Σιγά μην μας πιστέψουν».
«Θα το φροντίσουμε και αυτό, Μαξ», είπε ο Μαρτίν. «Απ’ ό,τι κατάλαβα, αυτή η Ντραγκίτσι μένει εκεί πέρα και πιάνει παιδιά, που τα αλλάζει σε βρικόλακες. Και όχι συχνά, γιατί δεν την έχουν βρει ακόμα».
«Παιδιά; Πιάνει παιδιά και τα αλλάζει σε τέρατα; Θεέ μου… Η αγωνία των γονιών τους…» Ο Κάρτερ φαντάστηκε τον Φάμπιαν και την Έμιλυ, να πεθαίνουν από τον τρόμο για την μοίρα της αγνοούμενης Ορέλια. Σκέφτηκε και την Βικτώρια Ο’ Κόνορ, που κάποτε την είχαν πετάξει σε ένα στοιχειωμένο σπίτι του Τέξας, όπου κατοικούσαν τρεις δαίμονες. Είχε διώξει την κόρη της από την Silent Desert, για να μην την θυσιάσουν οι ντόπιοι. Αναμφίβολα, σκέφτηκε ο Κάρτερ, η Βικτώρια Ο’ Κόνορ θα αναρωτιόταν για την μοίρα της κόρης της, ακόμα και ζώντας μαζί με τρομερούς δαίμονες. Αυτούς τους γονείς έφερε στο μυαλό του και όχι γενικά κάποιους Άγγλους, και γι’ αυτό χτύπησε με το χέρι του το τραπέζι. «Ώστε για αυτό είπες, Τζόνας, ότι θα εξαπλωθεί παντού. Έχει ήδη εξαπλωθεί. Να πάρει».
«Όπως είπα, Μαξ, θα το φροντίσουμε. Ακόμα δεν έχει ξεφύγει η κατάσταση σε σημείο που να αδυνατούμε να τη συμμαζέψουμε. Τώρα, όμως, πρέπει να συγκεντρωθούμε στην επίθεση που θα εξαπολύσουμε στο κάστρο και στα βαμπίρ που ζουν μέσα του».

Ο Κάρτερ δεν το είχε σχολιάσει, παρά συνέχισε να καπνίζει, φανερά προβληματισμένος.
«Είσαι καλά, Μαξ;» ρώτησε ο Μαρτίν.
«Όσο μπορώ». Ο Κάρτερ κοίταξε τον Ράινχελ. «Τζόνας, όταν τέλειωσε εκείνη η μάχη με τα φρικιά, δε βρήκα τον Φάμπιαν, αλλά βρήκα αυτά εδώ, που τα είχε πάνω του».

Εμφάνισε και ακούμπησε πάνω στο τραπέζι τα πιστόλια ΛεΜατ και το υπηρεσιακό Γκάσερ, τον ξύλινο σταυρό, το σπαθί και τον σουγιά. «Να υποθέσω ότι τα αναγνωρίζεις όλα;»
Ο Ράινχελ τα κοίταξε καλά-καλά. Αναστέναξε, καθώς θυμόταν τον Φάμπιαν να τα κουβαλάει. «Το πιστόλι του, το σπαθί», είπε… «Ο σουγιάς. Τα ΛεΜατ τα είχε πάρει από κάτι μπράβους ενός Βλάχου που παρακολουθούμε και με τον οποίο ο Φάμπιαν είχε προσωπική έχθρα. Ο Χάραλαμπ Τζούρτζου. Από τα χειρότερα καθίκια που έχω γνωρίσει». Τότε ο Ράινχελ πρόσεξε τον σταυρό. Τον πήρε στο χέρι του και τον παρατήρησε. «Αυτό δεν είναι του Φάμπιαν. Ή τουλάχιστον δεν τον έχω δει ποτέ να το φοράει». Κοίταξε τον Κάρτερ. «Είσαι σίγουρος ότι το είχε ο Φάμπιαν;»
«Ναι. Τον είδα να τον κρατάει και να τον χρησιμοποιεί απέναντι στα τέρατα».

Ο Ράινχελ ανασήκωσε τους ώμους του και άφησε τον σταυρό στο τραπέζι. «Δεν ξέρω πού βρήκε αυτόν το σταυρό, Μαξ».
«Καταλαβαίνω». Ο Κάρτερ έβγαλε από μια άλλη τσέπη το γράμμα που είχε βρει κάτω από το κρεβάτι. Ήταν η σειρά του να αναστενάξει. «Αυτό το άφησε ο Φάμπιαν, σε περίπτωση που… που δεν τα κατάφερνε. Μας αφορούν όλους, όλους όσους είχε στην ζωή του τα τελευταία χρόνια… και εμένα, που μόλις που… πρόλαβε να με γνωρίσει…» Ο Κάρτερ έβηξε. «Με συγχωρείτε». Άφησε τα χαρτιά πάνω στα αντικείμενα του Φάμπιαν που είχε βρει. «Αν θέλετε, μπορείτε να τα διαβάσετε τώρα».

Κι αυτό έκαναν: πρώτα ο Ράινχελ και μετά ο Μαρτίν, διάβασαν όσα είχε να τους πει ο πάλαι ποτέ καλός τους φίλος, ο Φάμπιαν. Αμφότεροι συγκινήθηκαν και σχεδόν δάκρυσαν. Έπειτα, νευρίασαν και ήταν έτοιμοι να σηκωθούν και να πάνε στο κάστρο μοναχοί τους, για να σφάξουν ό,τι τέρας έβρισκαν εμπρός τους. Δεν τους συγκράτησε η σύνεση, ότι θα ήταν ευάλωτοι αν πήγαιναν μόνο οι δυο τους, αλλά το ότι ήξεραν πως υπάρχουν κι άλλοι που αποζητούσαν εκδίκηση από τα τέρατα. Και δεν θα τους τη στερούσαν. Όλες οι εμπλεκόμενες μεριές θα είχαν την ευκαιρία τους να αιματοκυλήσουν το κάστρο του Μπραν.

Ο Μαρτίν ήταν που έδωσε στον Κάρτερ τα φύλλα στα οποία είχε σημειώσει ο Φάμπιαν. «Κράτησέ τα εσύ, Μαξ», του είπε. «Σαν αδερφός του, θα τα φέρεις μαζί σου στο γυρισμό».
«Και εσύ, Μαξ», είπε ο Ράινχελ, «θα χρησιμοποιήσεις τα όπλα του Φάμπιαν. Για να τον τιμήσεις. Και, Θεού θέλοντος, εσύ θα του τα επιστρέψεις, για να τα χρησιμοποιήσει ξανά ο ίδιος».
Ο Κάρτερ έκρυψε ξανά τα χαρτιά. «Μήπως θα μπορούσες να μου βρεις σφαίρες για τα πιστόλια;» ρώτησε τον Ράινχελ.
«Ναι, θα το φροντίσω, Μαξ. Λοιπόν, κύριοι», είχε πει έπειτα ο Ράινχελ και σηκώθηκε. «Εμένα θα με συγχωρήσετε, αλλά θα πάω να ειδοποιήσω τους σκοπούς να έχουν τον νου τους για τυχόν κατασκόπους, αλλά και να δω αν μπορώ να βρω μερικούς γεροδεμένους και δεισιδαίμονες στρατιώτες, για να μας συνοδέψουν μέσα στο κάστρο. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται αυτό…»

Οι άλλοι χαμογέλασαν συγκρατημένα και ο Αυστριακός αποχώρησε.
«Μαξ», είπε ο Μαρτίν, «τι ήθελες να μου πεις για εκείνη την πόλη, τη Silent Desert. Είχες κάποια περιπέτεια εκεί».
«Ναι», ένευσε ο Κάρτερ. «Ναι, να σου πω, αλλά ο Τζόνας; Μπορεί να ήθελε να μάθει κι αυτός. Μιας και ανέφερα την πόλη μπροστά του».
«Θα του το πεις άλλη φορά. Δεν νομίζω ότι θα τον πειράξει».
«Υποθέτω» σχολίασε ο Κάρτερ και του είπε τι είχε συμβεί στη Silent Desert, συμπεριλαμβάνοντας τον θρυλικό πιστολέρο και το πιο παλιό γράμμα του Φάμπιαν που είχε φτάσει στα χέρια του. Στο τέλος, ρώτησε τον Μαρτίν «Έχω στην κατοχή μου τον πάπυρο, το Diabolus invocantem. Στην Αμερική, εννοώ. Τον έχω κρύψει, για να μην πέσει σε λάθος χέρια. Θεωρείς ότι έπρεπε να τον είχα φέρει μαζί μου; Ότι θα μας φαινόταν χρήσιμος;»

Ο Μαρτίν το σκέφτηκε. «Όχι, δεν νομίζω ότι θα μας βοηθούσε. Εδώ έχουμε να κάνουμε με βαμπίρ, με νεκροζώντανους, όχι με δαίμονες σαν αυτούς που αντιμετώπισες. Εδώ χρειαζόμαστε αιχμηρά όπλα και χριστιανικά φυλαχτά. Κυρίως. Και τα πυροβόλα θα μας φανούν χρήσιμα. Όμως, Μαξ, θα ήθελα να πάρω τον πάπυρο. Εγώ, ο Χενκ και ο Γιούρις κυνηγάμε τέρατα που σχετίζονται με το Diabolus invocantem. Υπάρχουν πολλοί ενδιαφερόμενοι εκεί έξω που θέλουν να συνάψουν φιλίες με τον Διάβολο και να τον φέρουν στην Γη, κι εμείς έχουμε σκοπό να τους σταματήσουμε».
«Πολλοί; Δηλαδή, πόσοι;»
«Ένας μόνο αρκεί. Ειδικά αν έχει τους πόρους για να βρει ό,τι χρειάζεται, όπως αυτόν τον πάπυρο. Και δεν είναι μόνο ένας, Μαξ. Υπάρχουν σέχτες και πιστοί στον Διάβολο και στους υπηκόους του σε όλο τον πλανήτη. Κατά μία έννοια, κι εσύ ήρθες αντιμέτωπος με μερικούς από δαύτους σε εκείνη την πόλη του Τέξας, αλλά και εδώ στο Μπραν, σωστά;»
«Ναι, σωστά, σωστά. Κι ένας τέτοιος “πιστός” ήταν κυριολεκτικά ένας πρώην ιερέας. Θέλω να πω, εκείνος ο γέρος αλλαξοπίστησε εντελώς, πήγε στην πλευρά του εχθρού. Και του άρεσε».
Ο Μαρτίν το καλοσκέφτηκε. «Δεν είμαι σίγουρος πώς ακριβώς αυτός ο παπάς κατέληξε να γίνει δούλος των βρικολάκων. Ίσως τον ανάγκασαν, με κάποιον τρόπο που δεν ξέρουμε. Βλέπεις, οι γνώσεις για όλα αυτά τα θέματα είναι διάσπαρτες, αποσπασματικές και ανακριβείς πολλές φορές. Ωστόσο, η ουσία ήταν ότι τον πήραν με το μέρος τους και έπρεπε να θανατωθεί».

Ο Κάρτερ ένευσε και για λίγο δεν συζήτησαν κάτι άλλο. Αλλά ο Μαρτίν συλλογιζόταν όσα του είχε πει ο Αμερικάνος για τον θρυλικό πιστολέρο που τον είχε βοηθήσει σε δύο περιστάσεις, κατά τις οποίες ο Μαξ αντιμετώπισε τέρατα που δεν είχαν καμία θέση στην Γη. Οπότε έχουμε δύο πολύ ισχυρούς, υπερφυσικούς συμμάχους μαζί μας, είπε μέσα του. Του άρεσε αυτή η ιδέα.
Η ώρα είχε πάει πέντε.
Στις έξι, όλοι ήταν στις επάλξεις. Οι υπαξιωματικοί έδιναν κοφτές εντολές στους φαντάρους, τα κανόνια προετοιμάζονταν και οι περίπολοι αυξήθηκαν. Η μονάδα των στρατιωτικών (που θα είχε επικεφαλής τον ανθυπασπιστή Άπροντ) που θα ακολουθούσε τους Ολλανδούς, τον Κάρτερ, τη Φρίντα και τον Ράινχελ μέσα στο κάστρο άρχισε να σχηματίζεται και ως τις επτά και μισή, οπότε και βρέθηκαν αρκετοί άντρες οι οποίοι πληρούσαν τα χαρακτηριστικά που είχε τονίσει ο Χόουνεχ, είχαν παραταχτεί έξω από το σπίτι των Τσομπάνου, περιμένοντας εντολές.

Ο δεκανέας Σέκερες εξέφρασε την θέλησή του να συνοδεύσει το απόσπασμα που θα εισέβαλλε στο κάστρο, αλλά ο Ράινχελ, έπειτα από παρότρυνση των Κάρτερ και Μαρτίν, του είπε όχι. Ο Κάρτερ είχε πει νωρίτερα στον πανύψηλο Ολλανδό ότι ο Σέκερες, αν και ήταν ικανός και πεισματάρης στρατιωτικός, ωστόσο θα τους ωφελούσε περισσότερο αν έμενε εκτός, να βοηθάει τον Χόπε κατά τη συνεννόηση με τους Ούγγρους. «Κι επίσης, δεν ξέρω αν θα αντέξει κι άλλη αναμέτρηση με τα τέρατα» είχε προσθέσει ο Κάρτερ. «Όχι τόσο άμεση, δηλαδή. Και ειδικά μέσα σε εκείνο το κάστρο, όπου θα προχωράμε στα τυφλά και δεν θα ξέρουμε από πού θα μας επιτεθούν». Ο Μαρτίν το είχε σκεφτεί και συμφώνησε, οπότε είπε στον Ράινχελ τι να κάνει. Ο Σέκερες απογοητεύτηκε, ζήτησε από τον επιλοχία της Αντικατασκοπείας να το ξανασκεφτεί, αλλά, όταν κατάλαβε ότι δεν θα του άλλαζε γνώμη, έφυγε από το σπίτι των Τσομπάνου.

Ο Χενκ Χόπε δεν ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος που δεν θα ακολουθούσε τους φίλους του στην αποστολή τους, αλλά, έπειτα από τη συζήτηση που είχε με τον Μαρτίν (και ειδικά αφού έβλεπε το αλλόκοτο ζευγάρι Μπόντεμαν-Φρίντα να ανταλλάσσει παθιασμένα φιλιά ενώ όλοι γύρω τους ήταν στο τρέξιμο), καταλάβαινε γιατί είχε επιλεγεί να μείνει στα μετόπισθεν, οπότε δε διαμαρτυρήθηκε πολύ.

Ο Μαρτίν, όμως, ήξερε ότι ο Χόπε δεν ήθελε πραγματικά να μείνει εκτός με τόσους αρματωμένους ξένους γύρω του και κανέναν γνωστό ή έστω κάποιον που να τον αντιμετωπίζει σαν σύμμαχο και όχι σαν πιθανό εχθρό –ούτε ο Σέκερες ήταν πολύ χαρούμενος για την επερχόμενη συνεργασία τους. Για αυτό και πήγαν σε ένα άλλο δωμάτιο, όπου έπιασε από τους ώμους τον Χόπε και του είπε «Θα έχεις δύσκολο έργο, φίλε μου. Μη νομίζεις ότι μόνο εμείς θα κινδυνεύσουμε. Όσοι φρουρήσετε τον περιβάλλοντα χώρο γύρω από το κάστρο θα πρέπει να έχετε κατά νου μην σας επιτεθεί κάποιο βαμπίρ. Θα υπάρξει εκνευρισμός, Χενκ. Ήδη υπάρχει, δηλαδή, αλλά όσο περνάει η ώρα και, ειδικά από τη στιγμή που θα μπούμε στο κάστρο και μέχρι να βγούμε νικητές, όσοι είστε έξω θα έχετε μεγάλη αγωνία. Τα άλογα τα είδες και τα άκουσες, όπως όλοι μας. Ακόμα και αυτά είναι αναστατωμένα. Θα πρέπει να έχεις υπομονή, φίλε μου. Για όλα και για όλους. Οι στρατιωτικοί μπορεί να σκεφτούν να κάνουν πολλά, αλλά εσύ θα κληθείς να τους συνετίσεις και να τους συμβουλεύσεις. Θα πρέπει να περιφέρεσαι ανά στιγμές σε όλη την έκταση του λόφου που θα καλύψετε. Θα πρέπει να κοιτάς παντού. Και… ναι, θα έχεις δίπλα σου έναν δεκανέα που οριακά μας ανέχεται. Αυτός ο Σέκερες θέλει να τα καταφέρουν οι δικοί του, οι ντόπιοι στρατιωτικοί. Το καταλαβαίνω, δεν τον κατηγορώ απαραίτητα. Αν μη τι άλλο, είμαστε στα εδάφη δικαιοδοσίας τους. Όμως…»
«Όμως, θεωρείς ότι δείχνει υπερβάλλοντα ζήλο στις δικές τους δυνάμεις και ελάχιστο σεβασμό σε εμάς» συμπλήρωσε τη φράση ο Χόπε.
«Ακριβώς. Μπορεί να προσπαθήσει να σε επηρεάσει ή να επηρεάσει τους άλλους, τον μοίραρχο κυρίως, που έχει τον υψηλότερο βαθμό στην ιεραρχία τούτης της μονάδας. Απ’ ό,τι μου είπε ο Μαξ, ο Σέκερες προσπάθησε να κάνει κάτι παρεμφερές πριν έρθουμε εμείς. Προσπάθησε να εμποδίσει τον Μαξ ώστε οι άλλοι, οι στρατιωτικοί, να επιτεθούν στο κάστρο, παρότι ήξερε με τι τέρατα είχαν να κάνουν και πως κανείς τους δεν είναι αρκετά έμπειρος σε τέτοιες αποστολές. Δεν λέω ότι εμείς είμαστε οι καλύτεροι, αλλά έχουμε παραπάνω εμπειρία από κάστρα και από υπερφυσικά τέρατα, απ’ ό,τι έχουν εκείνοι».
«Κατάλαβα. Ήταν πολύ επιπόλαιο από μέρους του».
«Πράγματι. Για αυτό θα πρέπει να προσέχεις και αυτόν, αν και αμφιβάλλω ότι θα κάνει κάτι μεμπτό. Από τη στιγμή που ο Τζόνας ανέλαβε την ευθύνη της αποστολής, όλοι οι άλλοι στρατιωτικοί έχουν κάνει πίσω και περιμένουν τι θα τους πει». Ο Μαρτίν είχε αναστενάξει εδώ. «Ίσως ο Φάμπιαν να έκανε κάποια λάθη, κάποια σημαντικά λάθη, αλλά σίγουρα ήξερε να διαλέγει τους κατάλληλους συνεργάτες και φίλους».

Ο Χόπε ύψωσε τα φρύδια του και σκούντηξε τον πολύ ψηλότερο και πιο ογκώδη Χόουνεχ. «Μην εκθειάζεις τόσο πολύ τον εαυτό σου, Μαρτίν. Άκου, “Ο Φάμπιαν ήξερε να διαλέγει τους κατάλληλους φίλους του”. Δείξε λίγη ταπεινότητα, φίλε μου».

Ο Μαρτίν χαμογέλασε κι αυτός.
Τότε ήταν που είχε μπει στο δωμάτιο ο Μπόντεμαν και είπε «Τι χασκογελάτε σαν ηλίθιοι εσείς; Οι άλλοι περιμένουν μέσα, κι είναι τόσο εκνευρισμένοι, που και χασμουρητό να ακούσουν θα αρχίσουν να πυροβολούν. Ελάτε, γιατί εγώ και η Φρίντα πλήττουμε οικτρά».

Ο Χόπε δεν απάντησε στον Μπόντεμαν, παρά συνέχισε να τον κοιτάζει. Όμως, απευθύνθηκε στον Μαρτίν: «Κι είσαι σίγουρος ότι θες τούτον μέσα στο κάστρο μαζί σου, αλλά όχι εμένα;»
«Ναι» ψιθύρισε ο Μαρτίν, κοιτώντας κι αυτός τον Μπόντεμαν.
«Τι με κοιτάτε έτσι, μου λέτε; Την ομορφιά μου ζηλεύετε;»

Ο Χόπε χτύπησε στον ώμο τον Μαρτίν. «Καλή τύχη, σου είπα; Αν δεν στο είπα, στο λέω τώρα. Κι αν στο είπα, όμως, στο ξαναλέω». Και όλοι μαζί επέστρεψαν στο χώρο όπου ήταν ο μοίραρχος, ο Άπροντ, ο Ράινχελ, ο Σέκερες και η Φρίντα.

Αναφορικά με τον ανθυπασπιστή, αποφασίστηκε να είναι αυτός που θα ερχόταν ως επικεφαλής του ουλαμού του Δέκατου Πέμπτου που θα συνόδευε τους ξένους μέσα στο κάστρο, καθότι αφενός βοήθησε τον Ράινχελ να διαλέξουν τους τριάντα άντρες, αλλά αφετέρου είχε δεχτεί την άποψη του επιλοχία ότι είναι πολύ πιθανό να έχουν να κάνουν με ανθρωπόμορφα τέρατα του Διαβόλου και όχι με κοινούς ανθρώπους. Ο Τσανάντ Άπροντ, έχοντας μεγαλώσει κι αυτός με συνεχείς αναφορές (από την μητέρα του κυρίως) σε υπερφυσικά επικίνδυνα όντα, αλλά και έχοντας ακούσει τις φήμες για το Μπραν και νιώθοντας εξ αρχής που πάτησε το πόδι του εδώ ότι κάτι περίεργο συμβαίνει και ότι θα μπορούσε να τους επιτεθεί κάτι, δεν άργησε να νεύσει προς τον Ράινχελ και να του πει ότι δεν αμφέβαλλε πως μπορεί να είχαν να αντιμετωπίσουν τέτοια φρικιά. «Και» ψιθύρισε προς τον επιλοχία «καταλαβαίνω γιατί ο κύριος Χόουνεχ δεν είπε κάτι πιο… πιο συγκεκριμένο. Ο κύριος μοίραρχος δεν θα το δεχόταν. Ήταν καλή η σκέψη του». «Ήταν αναγκαία, Άπροντ» συμφώνησε ο Ράινχελ και συνέχισε «Χαίρομαι που θα σε έχουμε μαζί μας».

Κάτι που έκανε τους Ολλανδούς να απορήσουν ήταν η απόφαση του μοιράρχου να μείνουν τα κανόνια στο Μπραν. «Εφόσον δεν έχουμε σκοπό να το ρίξουμε» είπε με φανερή απογοήτευση «ας μην τα σέρνουμε ως τον λόφο. Και οι στρατιώτες θα κουραστούν να τα πάνε και να τα φέρουν, και δεν θα το πυρπολήσουμε. Θα μας είναι περιττά, συν ότι πρέπει κάποιοι να τα φυλάνε, κι εκεί πάνω όλοι πρέπει να έχουμε τον νου μας στο κάστρο και τους εχθρούς που ίσως βγουν. Είναι προτιμότερο να μείνουν εδώ, όπου έτσι κι αλλιώς θα αφήσουμε κάποιους άντρες να προστατεύουν το χωριό».
«Δεν είμαι σίγουρος αν είναι καλή ιδέα αυτό» είπε ο Μαρτίν. «Προτιμώ να τα έχουμε εύκαιρα, αν τυχόν κριθεί αναγκαία η χρήση τους».
«Πώς; Αφού θα πρέπει να περιμένουμε να βρείτε τον ταγματάρχη. Κι αυτό είναι αβέβαιο, αν θα συμβεί και ποτέ, δηλαδή. Δεν ξέρουμε με βεβαιότητα πού τον έχουν. Δεν ξέρουμε καν αν ζει. Θα μπορούσαν να τον έχουν σκοτώσει και να πέταξαν το σώμα του σε κάνα γκρεμό. Μπορεί να τον έχουν φάει οι λύκοι. Ή, αν ισχύει η άποψη του κυρίου Χόουνεχ, μπορεί αυτοί οι άθλιοι εισβολείς να έχουν φάει οι ίδιοι…»
«Μοίραρχε» παρενέβη ο Ράινχελ «οφείλουμε να θεωρήσουμε ότι ο ταγματάρχης Άσπελ είναι ζωντανός. Θα πάμε εκεί μέσα, θα βρούμε τα τέρατα και θα τα σκοτώσουμε όλα, εκτός από μερικά που θα τα ανακρίνουμε πρώτα και μετά θα τα σκοτώσουμε. Ό,τι και να γίνει, όμως, όση ώρα κι αν χρειαστεί, κάποτε θα βγούμε από το κάστρο, με ή… ή χωρίς τον ταγματάρχη». Ο Ράινχελ προσπάθησε πολύ, για να μη σπάσει η φωνή του στην πιθανότητα να είναι νεκρός ο Φάμπιαν ή να μην τον βρουν ποτέ.
«Θεωρώ, κύριε μοίραρχε» έσπευσε να βοηθήσει ο Χόπε «ότι πρέπει να έχουμε μαζί μας τα κανόνια. Για παν ενδεχόμενο. Δεν ξέρουμε τι θα γίνει. Δεν θα ήταν καλύτερα να είμαστε προετοιμασμένοι;…»
«Τα κανόνια θα μείνουν εδώ» είπε αποφασιστικά ο μοίραρχος. «Έχω κάνει πίσω σε πολλά, σε όλα, εδώ που τα λέμε, αλλά ως προς αυτό όχι. Με όλο το σεβασμό, επιλοχία Ράινχελ, αλλά οι άντρες μου είναι ήδη αναστατωμένοι και οποιαδήποτε περιττή κούραση θα τους εξαντλήσει. Όταν τελειώσουμε με τους εχθρούς και βγείτε από το κάστρο, τότε θα αποφασίσουμε αν θέλουμε όντως να το ρίξουμε. Ίσως, όμως, χρειαστεί να ρωτήσουμε τα ανώτερα κλιμάκια πρώτα. Το έχετε σκεφτεί αυτό; Ο Θεός ο ίδιος ξέρει πόσο πολύ θέλω να το κατεδαφίσω και να το κάνω σκόνη, αλλά μπορεί να μην με αφήσουν. Μπορεί να μην κριθεί αναγκαία η χρήση των κανονιών τελικά. Οπότε όλο αυτό το κουβάλημα από εδώ ως το κάστρο και πάλι πίσω θα είναι ξεκάθαρο χάσιμο χρόνου και δυνάμεων. Άρα, θα τα αφήσουμε εδώ, με φύλαξη, και αργότερα βλέπουμε αν θα τα χρησιμοποιήσουμε». Ανασήκωσε τους ώμους του και μόρφασε. Και όταν συνέχισε να μιλάει, ήταν ολοφάνερη η ειρωνεία στον λόγο του. «Άλλωστε, είναι και το άλλο: αν τους ξεπαστρέψουμε, όταν τους ξεπαστρέψουμε δηλαδή, μπορούμε να αδειάσουμε τους χώρους του κάστρου από τα πτώματά τους και να το εκμεταλλευτεί η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Έτσι δεν είναι; Γιατί να πάει χαμένο ολόκληρο κάστρο; Ας το έχουμε να το θυμόμαστε».

Οι Ολλανδοί, ο Κάρτερ και ο Ράινχελ αλληλοκοιτάχτηκαν. Ο δε, Χόπε θυμήθηκε τα λόγια του Μαρτίν (Ήδη υπάρχει εκνευρισμός). Εντέλει, δέχτηκαν την απόφαση του μοιράρχου και προχώρησαν στον σχεδιασμό της περικύκλωσης του κάστρου. Κάποια στιγμή, ενώ είχαν ολοκληρώσει αυτό το θέμα, ο Ράινχελ είπε στον μοίραρχο «Αν δε βγούμε εντός μιάμισης ώρας ή αν κάποιος από εμάς δεν εμφανιστεί εγκαίρως να σας ειδοποιήσει, φέρτε τα κανόνια και ρίξτε το. Αν οι εχθροί μας αρχίσουν να βγαίνουν από αυτό, μην τους λυπηθείτε καθόλου, μοίραρχε».
«Εντάξει, επιλοχία».
«Ως προς αυτό» είπε ο Μαρτίν, καθαρίζοντας τον λαιμό του. «Θα πρέπει να σας προετοιμάσω για κάτι που θυμήθηκα προ ολίγου και που ίσως συμβεί. Είναι πολύ δυσάρεστο και μάλλον θα δυσκολευτείτε να το δεχτείτε, μα θα πρέπει να το έχετε υπόψη σας, κύριε μοίραρχε. Ο Χενκ το ξέρει και θα σας βοηθήσει, αλλά καλό είναι να το πείτε και στους άλλους στρατιώτες».

Ο μοίραρχος ρώτησε «Τι μπορεί να συμβεί, δηλαδή;»
«Υπάρχει περίπτωση οι εχθροί μας να έχουν κάποιο… κάποιο δηλητήριο, το οποίο να επηρεάζει το μυαλό όποιου το πιει. Μπορεί να σε τρελάνει και να σε κάνει να… εναντιωθείς ακόμα και στους πιο πιστούς σου φίλους. Είναι ένα μείγμα από λουλούδια που φυτρώνουν…»
«Δεν με νοιάζουν οι λεπτομέρειες, κύριε» πετάχτηκε ο μοίραρχος. «Τι θέλετε να μου πείτε, δηλαδή; Ότι μπορεί να δώσουν σε κάποιον από εσάς αυτό το δηλητήριο και… τι;»
«Μπορεί αυτός να εμφανιστεί σε εσάς και να σας επιτεθεί. Θα είναι χλομός, μάλλον, ξέρετε, με πολύ λευκό, πολύ αρρωστημένο δέρμα, και τα μάτια του θα έχουν μαυρίσει από το δηλητήριο. Μπορεί και να έχει χάσει την όρασή του μερικώς, να μη βλέπει καλά… Άρα, θα δυσκολευτεί να σας αναγνωρίσει ως δικούς του. Ή μπορεί να παραστήσει τον φίλο, μέχρι να σας πλησιάσει αρκετά και να σας βλάψει, ειδικά άμα δει ότι είστε καχύποπτοι απέναντί του. Όμως, στα σίγουρα θα θέλει να σας κάνει κακό, πιθανώς με τα χέρια του και όχι με κάποιο όπλο. Είναι και το ότι δεν θα μπορεί να σκεφτεί καθαρά, γιατί θα έχουν επηρεαστεί τα νεύρα του…»

Ο Χόπε και ο Μπόντεμαν κοίταξαν ο ένας τον άλλο για μια στιγμή. Ο Γιούρις ήταν έτοιμος να σκάσει στα γέλια από τα όσα μηχανευόταν ο Μαρτίν, για να πείσει τους στρατιωτικούς, χωρίς να τους πει την (πλήρη) αλήθεια.

Ο μοίραρχος κοίταξε μια τον Μαρτίν και μια τον Ράινχελ, ο οποίος προσπαθούσε να φανεί σοβαρός, ενώ την ίδια στιγμή προσπαθούσε και ο ίδιος να παρακολουθήσει το σκεπτικό του Ολλανδού. «Κι εμείς τι πρέπει να κάνουμε αν δούμε κάποιον από εσάς που έχει αρρωστήσει, όπως λέτε;» ρώτησε ο μοίραρχος.
«Αυτό είναι το δύσκολο σημείο της υπόθεσης, μοίραρχε. Θα πρέπει να σκοτώσετε όποιον δείτε να έχει αυτά τα χαρακτηριστικά: χλομό δέρμα, κατάμαυρα μάτια, πιθανώς άοπλος. Αν έχετε αμφιβολίες, συλλάβετέ τον και φέρτε τον Χενκ να του μιλήσει. Θα καταλάβει αν είναι όντως δηλητηριασμένος και άρα επικίνδυνος». Πριν μιλήσει ο μοίραρχος, ο Μαρτίν πρόσθεσε: «Μην το ξεχάσω: αν πιάσετε κάποιον που σας φανεί να μιλάει ή και να κινείται ύποπτα, όπως σας περιέγραψα δηλαδή, τότε δείξτε του ένα σταυρό και, μέχρι να έρθει ο Χενκ (αν δεν είναι ήδη εκεί), μην πάρετε τον σταυρό από το πρόσωπό του. Το δηλητήριο για το οποίο σας μιλάω έχει μια περίεργη επίδραση όσον αφορά τον φόβο του Θεού». Ο Μαρτίν αναστέναξε και έσφιξε τα χείλη του. Ούτε ο ίδιος δεν πίστευε τι αναγκαζόταν να πει.
«Μάλιστα» έκανε ο μοίραρχος και έξυσε το κεφάλι του. «Πόσο περίεργη θα γίνει πια αυτή η υπόθεση;» αναρωτήθηκε. Έπειτα, γύρισε προς τον Ράινχελ και του ζήτησε να του μιλήσει ιδιαιτέρως. Απομακρύνθηκαν λίγο από τους άλλους και ο μοίραρχος ρώτησε τον επιλοχία «Είστε σίγουρος ότι αυτοί που μας φέρατε είναι οι σωστοί άνθρωποι; Είστε σίγουρος ότι αυτός είναι ο Μαρτίν που σας ζήτησε ο κύριος ταγματάρχης να βρείτε; Γιατί, με όλο το σεβασμό, εμένα μου φαίνονται τρελοί όλοι τους. Εκτός από τον κύριο ταγματάρχη, φυσικά».

Ο Ράινχελ αναγκάστηκε να πνίξει το χαμόγελό του. «Ναι, αυτός είναι ο Μαρτίν που ζήτησε ο κύριος ταγματάρχης να βρω» απάντησε. «Είναι οι σωστοί άνθρωποι για αυτή τη δουλειά. Άλλωστε, τούτη η υπόθεση είναι περίεργη, όπως είπες κι εσύ, μοίραρχε. Οι εχθροί μας φέρονται… αλλόκοτα, έτσι δεν είναι;»
«Ναι, αλλά…» Ο μοίραρχος κοίταξε φευγαλέα τους Ολλανδούς. «Μοιάζουν… ω, δεν ξέρω, επιλοχία. Απλά, κοίτα τους. Πώς είναι έτσι ντυμένοι; Τι είναι αυτά που λένε για στριγκόι και δηλητήρια; Και αυτή η γυναίκα… Χριστέ μου, είναι πανέμορφη, αλλά έχει κάτι που με φοβίζει».

Ο Ράινχελ ένευσε και έπιασε τον μοίραρχο από τον ώμο. «Καταλαβαίνω, μοίραρχε. Πίστεψέ με, ξέρω πώς νιώθεις. Κι εγώ απόρησα όταν τους γνώρισα. Αλλά έχε μου εμπιστοσύνη. Ο ταγματάρχης, ο Φάμπιαν, ήταν πολύ καλός μου φίλος και εμπιστεύομαι το ένστικτό του. Αφού ήθελε να συμμετέχουν και αυτοί οι άνθρωποι στην αποστολή μας, τότε κάτι θα ήξερε. Όπως βλέπεις, μας βοηθάνε στον συντονισμό και μας παρέχουν τις συμβουλές τους. Είναι πρόθυμοι να μπουν στο κάστρο, ρισκάροντας την ζωή τους. Ένας από αυτούς θα μείνει μαζί με εσένα και τους άλλους φαντάρους, για να ξέρετε τι έχετε να αντιμετωπίσετε. Έχε πίστη, μοίραρχε. Θα νικήσουμε αυτούς τους γαμημένους που ρήμαξαν τούτο τον τόπο. Δεν μας γλιτώνουν, όχι πια».
«Εντάξει, επιλοχία. Εντάξει».
Επέστρεψαν στην υπόλοιπη ομάδα και ολοκλήρωσαν τη σύσκεψη μία ώρα αργότερα και βγήκαν από το σπίτι στις δέκα παρά είκοσι.

Ο μοίραρχος έδωσε εντολή στον Σέκερες να φέρει στον Ράινχελ ένα σπαθί, ένα Μάνλιντσερ και πυρομαχικά. Βρήκαν σφαίρες και για τα όπλα του Φάμπιαν που θα χρησιμοποιούσε ο Κάρτερ, αλλά οι Ολλανδοί αρνήθηκαν να πάρουν άλλα, καθότι είχαν τα δικά τους –κάτι που ο μοίραρχος το άφησε ασχολίαστο. Στη συνέχεια, ο ανώτερος αξιωματικός των στρατιωτικών είπε στον Σέκερες ότι θα έπρεπε να μαζέψει όλους τους άντρες (πλην όσων περιπολούσαν), γιατί έπρεπε να τους μιλήσουν εκείνος και ο επιλοχίας Ράινχελ. Ο Σέκερες το έκανε και μέσα στα επόμενα είκοσι λεπτά όσοι στρατιώτες και υπαξιωματικοί του Δέκατου Πέμπτου Συντάγματος είχαν σταλεί στο Μπραν βρίσκονταν παραταγμένοι, με όπλα στους ώμους και με πρόσωπο στραμμένο προς τον ανώτερό τους και την μικρή ομάδα συναδέλφων τους και ξένων συμμάχων που θα εισέβαλλαν στο κάστρο. Ακόμα και αυτοί που ήταν στους άλλους δρόμους του χωριού και δεν είχαν άμεση οπτική επαφή προς την κεντρική είσοδο του κατεστραμμένου σπιτιού, κοιτούσαν προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά πάνω απ’ όλα είχαν τα αυτιά τους ανοιχτά για όσα θα άκουγαν. Οι άντρες που περιπολούσαν, εννιά στο σύνολο (τρεις για τον κάθε ένα από τους κάθετους δρόμους) ήταν οι μόνοι που κρατούσαν τα Μάνλιντσερ στα χέρια τους. Είχαν προσωρινά σταματήσει να περιφέρονται, καθότι ήταν δύσκολο να διασχίσουν την περιοχή που είχαν αναλάβει, λόγω των άλλων στρατιωτών που παρατάχτηκαν. Οπότε οι τρεις εξ αυτών στέκονταν στο δρόμο με τα μαντριά και τους στάβλους, όπου η οσμή του θανάτου των ζωντανών που είχαν σφαχτεί ήταν ακόμα αισθητή, ενώ οι υπόλοιποι έξι παρέμεναν στο βόρειο δρόμο του Μπραν. Όλοι οι στρατιώτες ήταν σε επιφυλακή και έριχναν συνεχείς ματιές τριγύρω, ειδικά προς τις κατασκότεινες δασικές εκτάσεις, γιατί νωρίτερα είχαν προειδοποιηθεί από τον Αυστριακό επιλοχία ότι μπορεί οι εχθροί να έστελναν κατασκόπους. Προς το παρόν, όμως, κανένας από τους άντρες της φρουράς του Μπραν δεν είχε δει κάτι ύποπτο ή κάποιον που να περιφέρεται στις σκιές, προσπαθώντας να είναι κοντά σε όσα λέγονται και γίνονται.

Όλοι οι ένστολοι Ούγγροι ήταν αγχωμένοι, αν και προσπαθούσαν να δείχνουν πως δε φοβούνται. Ήξεραν τι είχε συμβεί σε τούτο το χωριό, πόσοι δικοί τους είχαν χαθεί και κυκλοφορούσαν πολύ δυσοίωνες φήμες για το πώς είχαν σκοτωθεί. Έβλεπαν και μύριζαν τον θάνατο και την καταστροφή που κυριαρχούσε στο Μπραν. Αυτά, όμως, που τους αποσπούσαν πολύ την προσοχή ήταν τα άλογα. Χλιμίντριζαν και ποδοπατούσαν το χώμα και δεν έτρωγαν πολύ. Γενικά, φαίνονταν αναστατωμένα, κάτι που αύξανε τον εκνευρισμό των αντρών. Οι ανώτεροί τους προσπαθούσαν να τους καθησυχάσουν, φυσικά, αλλά κι αυτοί έμοιαζαν τρομαγμένοι ώρες-ώρες. Όσο πιο σύντομα τελείωναν με αυτή την υπόθεση, τόσο το καλύτερο, αυτό σκέφτονταν όλοι.

Όταν ο Άπροντ του επιβεβαίωσε ότι όλο το στράτευμα είχε παραταχτεί, γύρω στις δέκα, ο μοίραρχος ρώτησε τον Ράινχελ «Μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι εχθροί μας ξέρουν ότι είμαστε εδώ, σωστά, επιλοχία;»
«Σωστά» είπε ο Ράινχελ.
«Άρα, μπορώ να απευθυνθώ στους στρατιώτες μου φωναχτά».
«Επιβάλλεται να τους μιλήσετε φωναχτά, μοίραρχε. Όσο πιο δυνατά μπορείτε. Να ακουστείτε σε όλη την περιοχή, σε όλα τα Εδάφη του Στέμματος του Σαιντ Στεφάν, αν γίνεται». Έδειξε με το κεφάλι του προς το κάστρο. «Θέλουμε να μας ακούσουν, να ξέρουν ότι θα πάμε για αυτούς. Θέλουμε να ξέρουν ότι ο θάνατος έρχεται για αυτούς».
«Ωραία». Ο μοίραρχος έσαξε το κράνος στο κεφάλι του και έκανε ένα βήμα μπροστά και φώναξε «ΑΝΤΡΕΣ! ΠΡΟΣΟΧΗ!»

Το έδαφος του Μπραν δονήθηκε από το βήμα των στρατιωτών.
«ΑΚΟΥΣΤΕ ΜΕ ΚΑΛΑ, ΚΥΡΙΟΙ» συνέχισε ο μοίραρχος. «ΠΡΙΝ ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ, ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΥΠΕΣΤΗ ΜΙΑ ΑΠΑΝΘΡΩΠΗ ΚΑΙ ΥΠΟΥΛΗ ΕΙΣΒΟΛΗ. ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΑΠΛΑ ΖΟΥΣΑΝ ΕΔΩ ΒΙΩΣΑΝ ΤΟΝ ΕΦΙΑΛΤΗ, ΧΑΝΟΝΤΑΣ ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥΣ. ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΗΚΑΝ. ΚΙ ΑΠΟ ΠΟΙΟΥΣ;» Ο μοίραρχος μόρφασε με αηδία. «ΑΠΟ ΖΩΑ! ΑΠΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΥΣ ΠΟΥ ΖΟΥΝ ΣΑΝ ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ, ΑΠΟ ΒΕΒΗΛΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕ ΣΕΒΑΣΤΗΚΑΝ ΟΥΤΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΩΞΟΥΜΕ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΠΟΥ ΤΟΛΜΗΣΑΝ ΝΑ ΕΙΣΒΑΛΛΟΥΝ ΣΤΑ ΕΔΑΦΗ ΜΑΣ. ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΟΥΜΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΚΑΙ ΠΟΥ ΑΝΑΓΚΑΣΑΝ ΑΘΩΟΥΣ ΧΩΡΙΚΟΥΣ ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ ΑΠΟ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΟΥΣ. ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ, ΕΜΕΙΣ, ΤΟ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΟΡΕΙΝΟΥ ΠΥΡΟΒΟΛΙΚΟΥ, ΕΜΕΙΣ, Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΡΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΞΟΥΜΕ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΘΛΙΟΥΣ ΠΟΣΟ ΜΕΓΑΛΟ ΛΑΘΟΣ ΕΚΑΝΑΝ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΗΡΥΞΑΝ ΠΟΛΕΜΟ. Ε ΛΟΙΠΟΝ, ΘΑ ΠΑΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΕΜΕΙΣ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ!» Τώρα άρχισε να ουρλιάζει. «ΑΝΤΡΕΣ, ΕΠΑΝΑΛΑΒΕΤΕ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ! ΔΕΝ ΘΑ ΦΥΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΡΑΝ ΑΝ ΔΕΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΟΥΜΕ ΟΡΙΣΤΙΚΑ!»
«ΔΕΝ ΘΑ ΦΥΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΡΑΝ ΑΝ ΔΕΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΟΥΜΕ ΟΡΙΣΤΙΚΑ!» ακούστηκαν οι φωνές εκατοντάδων στρατιωτών σε ολάκερη την πλάση.
«ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΟΧΩΡΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑ ΛΟΓΟ!» συνέχισε ο μοίραρχος.
«ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΟΧΩΡΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑ ΛΟΓΟ!»
«ΔΕΝ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ ΓΑΜΗΜΕΝΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΜΑΣ!»
«ΔΕΝ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ ΓΑΜΗΜΕΝΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΜΑΣ!»

Οι Ολλανδοί αλληλοκοιτάχτηκαν. Ο Μπόντεμαν χαμογέλασε και σχολίασε χαμηλόφωνα «Θα τα γαμήσουμε τα βαμπίρ!» Στράφηκε προς το κάστρο. «Τ’ ακούτε; Ή έχετε κρυφτεί στις τρύπες σας; Είτε κάνετε το ένα, είτε το άλλο, εμείς θα σας περιλάβουμε κατάλληλα!»
«ΔΕΝ ΘΑ ΚΡΑΤΗΣΟΥΜΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟ!» ούρλιαξε ο μοίραρχος.
«ΔΕΝ ΘΑ ΚΡΑΤΗΣΟΥΜΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟ!» απάντησαν οι στρατιώτες.
«Ή ΘΑ ΤΟΥΣ ΣΚΟΤΩΣΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ Ή ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ ΤΟ!»
«Ή ΘΑ ΤΟΥΣ ΣΚΟΤΩΣΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ Ή ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ ΤΟ!»
«ΤΟ ΜΠΡΑΝ ΘΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙ! ΑΠΟ ΕΜΑΣ! ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΡΑΤΟ ΤΟΥ!»
«ΤΟ ΜΠΡΑΝ ΘΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙ! ΑΠΟ ΕΜΑΣ! ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΡΑΤΟ ΤΟΥ!»

Ο μοίραρχος έβγαλε το σπαθί από την θήκη του. «ΖΗΤΩ Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ!»
«ΖΗΤΩ Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ!»
«ΖΗΤΩ Ο ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΡΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ!»
«ΖΗΤΩ Ο ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΡΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ!»
«ΖΗΤΩ ΤΟ ΟΡΕΙΝΟ ΠΥΡΟΒΟΛΙΚΟ!»
«ΖΗΤΩ ΤΟ ΟΡΕΙΝΟ ΠΥΡΟΒΟΛΙΚΟ!»
«ΖΗΤΩ ΤΟ ΜΠΡΑΝ!»
«ΖΗΤΩ ΤΟ ΜΠΡΑΝ!» ούρλιαξαν οι στρατιώτες.
«ΖΗΤΩ ΤΟ ΜΠΡΑΝ!» ούρλιαξαν ο Ράινχελ, οι Ολλανδοί και ο Κάρτερ, αφού έβγαλαν και αυτοί τα σπαθιά τους.

Τότε ο μοίραρχος γύρισε προς τους άλλους και είπε στον επιλοχία «Είμαστε έτοιμοι, κύριε».
Ο Ράινχελ κοίταξε τον πανύψηλο Ολλανδό. «Μαρτίν;»
«Θέλω να πω και εγώ κάποια πράγματα στους στρατιώτες, Τζόνας».
Ο Ράινχελ το μετέφερε στον μοίραρχο. Εκείνος δεν είχε αντίρρηση και ο επιλοχίας υποσχέθηκε να μεταφράζει τα λόγια του Μαρτίν.

Ο Ολλανδός έκανε δύο βήματα μπροστά και ατένισε με αποφασιστικό βλέμμα τους ένστολους. Φώναξε «ΓΕΝΝΑΙΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΡΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ. ΕΓΩ, Ο ΟΛΛΑΝΔΟΣ ΜΑΡΤΙΝ ΧΟΟΥΝΕΧ, ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΕΚΟΜΑΙ ΕΝΩΠΙΟΝ ΣΑΣ, ΣΕ ΤΟΥΤΟ ΤΟΝ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΤΟΠΟ ΠΟΥ ΒΙΩΣΕ ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ ΠΟΝΟ, ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΑΓΩΝΙΑΣ. ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΤΕΡΑΤΑ ΗΡΘΑΝ ΣΤΑ ΜΟΥΛΩΧΤΑ ΚΑΙ ΦΕΡΘΗΚΑΝ ΒΙΑΙΑ ΣΕ ΧΩΡΙΚΟΥΣ ΠΟΥ ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑΝ ΗΤΑΝ ΝΑ ΖΟΥΝ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΝΟΧΛΟΥΝ ΚΑΝΕΝΑΝ. ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΙ, ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΠΑΙΔΙΑ, ΑΝΤΡΕΣ… ΜΟΝΟ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΩ ΜΠΟΡΩ ΤΙ ΤΡΟΜΕΡΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΕΒΗΣΑΝ, ΤΙ ΑΝΑΓΚΑΣΤΗΚΑΝ ΝΑ ΔΟΥΝ, ΝΑ ΑΚΟΥΣΟΥΝ, ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΘΟΥΝ, ΚΑΘΩΣ ΔΙΚΟΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΕΘΑΙΝΑΝ ΛΙΓΟ ΠΙΟ ΠΕΡΑ, ΜΕΣΑ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟ ΣΠΙΤΙ Ή ΕΞΩ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ».

Σταμάτησε για μια στιγμή και έδειξε το χωριό γύρω του. Είδε τους στρατιώτες να παρακολουθούν μια αυτόν και μια τον Ράινχελ, καθώς οι φωνές τους, οι τόσο διαφορετικές διάλεκτοι που μιλούσαν, συνόδευαν η μία την άλλη, ενώνονταν και παραλληλίζονταν, δίνοντας επιπλέον νόημα στα λόγια που άκουγαν. Τώρα ακολουθούσαν τα χέρια του ξένου ομιλητή, βλέποντας το αβυσσαλέο ρημαγμένο τοπίο που τους περιέβαλε, φέρνοντας με τη δύναμη της φαντασίας τους εικόνες αποτρόπαιων εγκλημάτων που είχαν λάβει χώρα εδώ, στο Μπραν.

Ο Μαρτίν συνέχισε «ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΕΘΑΝΑΝ Ή ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΗΚΑΝ. ΑΛΛΟΙ, ΟΣΟΙ ΕΠΙΒΙΩΣΑΝ, ΕΦΥΓΑΝ, ΞΕΣΠΙΤΩΘΗΚΑΝ ΜΕ ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΔΥΝΑΤΟ ΤΡΟΠΟ, ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΟΥΝ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΖΩΝΤΑΝΟ ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ. ΑΦΗΣΑΝ ΠΙΣΩ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΤΟΥΣ, ΤΑ ΖΩΑ ΤΟΥΣ, ΤΙΣ ΟΙΚΙΕΣ ΤΟΥΣ. ΕΙΜΑΙ ΣΙΓΟΥΡΟΣ ΟΤΙ ΘΑ ΕΚΛΑΙΓΑΝ, ΟΤΙ ΘΑ ΚΟΙΤΟΥΣΑΝ ΠΙΣΩ ΚΑΘΩΣ ΕΦΕΥΓΑΝ. ΠΟΛΛΟΙ ΕΞ ΑΥΤΩΝ, ΙΣΩΣ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ, ΜΑΛΛΟΝ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΦΥΓΕΙ ΠΟΤΕ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΡΑΝ. Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΕ ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ… ΗΤΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΣΟΥΝ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥΣ, ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ Ή ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΤΟΥΣ». Ο Μαρτίν σταμάτησε ξανά, κοιτώντας για μια στιγμή τον Ράινχελ, τους άλλους Ολλανδούς, τη Φρίντα, τον μοίραρχο, τον Σέκερες, τον Άπροντ, ώσπου η ματιά του στάθηκε πάλι στους στρατιώτες. «ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΦΙΛΟΙ. ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΣΥΜΜΑΧΟΙ. ΕΤΣΙ ΘΑ ΣΑΣ ΑΠΟΚΑΛΩ ΚΙ ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΜΕ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕΤΕ ΑΝΑΛΟΓΩΣ. ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΣΑΝ ΕΣΑΣ, ΠΑΡΑ ΕΝΑΣ ΞΕΝΟΣ ΠΟΥ ΗΡΘΕ ΕΔΩ, ΜΑΖΙ ΜΕ ΛΙΓΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ, ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΝΔΡΑΜΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΣΑΣ. ΞΕΡΩ ΟΤΙ ΑΝΗΣΥΧΕΙΤΕ. ΙΣΩΣ ΕΡΘΟΥΝ ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΑΜΦΙΒΑΛΛΕΤΕ ΓΙΑ ΟΣΑ ΑΚΟΥΤΕ Ή ΒΛΕΠΕΤΕ Ή ΓΙΑ ΟΣΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ. ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ ΝΑ ΠΑΡΕΤΕ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ, ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΑΡΩΤΗΘΕΙΤΕ ΤΗΝ ΠΙΟ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΣΤΙΓΜΗ ΑΝ ΘΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕΤΕ».

Άλλη μια παύση.
Κι έπειτα: «ΣΑΣ ΛΕΩ, ΛΟΙΠΟΝ, ΤΑ ΕΞΗΣ: ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΕΣΑΣ, ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ ΟΣΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΗΜΕΡΑ ΕΔΩ, ΜΕΡΙΚΟΙ ΧΩΡΙΚΟΙ ΚΛΗΘΗΚΑΝ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΝ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΑΜΦΙΒΟΛΙΕΣ. ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΘΥΣΙΑΣΤΙΚΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΟΥΝ ΑΛΛΟΙ. ΚΙ ΗΤΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΑΠΛΟΙ, ΧΩΡΙΣ ΓΝΩΣΕΙΣ, ΧΩΡΙΣ ΕΠΑΡΚΗ ΟΠΛΙΣΜΟ. ΟΜΩΣ, ΑΓΩΝΙΣΤΗΚΑΝ. ΠΑΛΕΨΑΝ. ΟΣΟ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ, ΑΛΛΑ ΠΑΛΕΨΑΝ. ΚΑΙ ΜΕΤΑ, ΗΡΘΑΝ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΙ ΣΑΣ. ΛΙΓΟΙ. ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΠΑΛΕΨΑΝ, ΚΑΙ ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ ΣΟΒΑΡΑ ΠΛΗΓΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ. ΙΣΩΣ ΑΝ ΗΤΑΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ, ΝΑ ΕΙΧΑΝ ΚΑΤΑΦΕΡΕΙ ΝΑ ΞΕΠΑΣΤΡΕΨΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΚΑΙ ΝΑ ΗΤΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΖΩΝΤΑΝΟΙ, ΕΝΔΟΞΟΙ, ΤΙΜΗΜΕΝΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ».

Ο Κάρτερ έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια του. Αυτή η σκέψη τον είχε ταλανίσει κι εκείνον.
«ΤΩΡΑ, ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΦΙΛΟΙ, ΣΑΣ ΖΗΤΑΩ ΝΑ ΑΝΑΛΑΒΕΤΕ ΕΣΕΙΣ ΑΥΤΟΝ ΤΟ ΡΟΛΟ. ΝΑ ΓΙΝΕΤΕ ΕΣΕΙΣ ΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ, ΤΙΜΩΝΤΑΣ ΟΣΟΥΣ ΧΑΘΗΚΑΝ ΑΔΙΚΑ ΚΑΙ ΟΣΟΥΣ ΖΟΥΝ ΕΛΠΙΖΟΝΤΑΣ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΝ ΣΤΟΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΠΛΕΟΝ ΤΟΠΟ ΤΟΥΣ».
Ο Μαρτίν πήρε μια ανάσα. Έβγαλε το σπαθί του ξανά. Και ούρλιαξε «ΤΟ ΜΠΡΑΝ ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ, ΑΛΛΑ ΕΝΔΟΞΟ! ΘΑ ΤΙΜΗΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΚΑΙ ΘΑ ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ! ΔΕΝ ΘΑ ΦΥΓΟΥΜΕ, ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΑΝ ΑΠΟΔΩΣΟΥΜΕ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ! ΚΑΝΕΝΑ ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΟ ΤΕΡΑΣ ΔΕΝ ΘΑ ΜΑΣ ΦΟΒΙΣΕΙ! ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΤΟΥΣ ΦΟΒΙΣΟΥΜΕ! ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΤΟΥΣ ΕΞΑΦΑΝΙΣΟΥΜΕ!»
Ο Μαρτίν ύψωσε το σπαθί, με την αιχμή του να στοχεύει το κάστρο. «ΕΦΕΡΑΝ ΤΟΝ ΤΡΟΜΟ ΣΤΟ ΜΠΡΑΝ; Ε, ΛΟΙΠΟΝ, ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΠΑΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΜΟ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ! ΑΥΡΙΟ ΤΟ ΜΠΡΑΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟ!»
Οι στρατιώτες, σαν να είχαν πάρει εντολή, φώναξαν όλοι μαζί «ΑΥΡΙΟ ΤΟ ΜΠΡΑΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟ!»

«ΤΟ ΜΠΡΑΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟ!» επανέλαβε ο Μαρτίν.
«ΤΟ ΜΠΡΑΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟ!» επανέλαβαν οι άλλοι.
«ΤΟ ΜΠΡΑΝ! ΕΛΕΥΘΕΡΟ!»
«ΤΟ ΜΠΡΑΝ! ΕΛΕΥΘΕΡΟ!»
«ΖΗΤΩ Ο ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΡΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ!»
«ΖΗΤΩ Ο ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΡΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ!»
«ΖΗΤΩ ΤΟ ΟΡΕΙΝΟ ΠΥΡΟΒΟΛΙΚΟ!»
«ΖΗΤΩ ΤΟ ΟΡΕΙΝΟ ΠΥΡΟΒΟΛΙΚΟ!»
«ΖΗΤΩ ΤΟ ΜΠΡΑΝ!»
«ΖΗΤΩ ΤΟ ΜΠΡΑΝ!» ούρλιαξαν οι στρατιώτες και όλοι οι άλλοι. Ύστερα, ακολούθησαν χειροκροτήματα και όπλα που υψώνονταν θριαμβευτικά.

Ο Μαρτίν σταμάτησε και θηκάρωσε ξανά το σπαθί του. Εισέπραξε τα συγχαρητήρια από τους άλλους, και απευθύνθηκε στον Ράινχελ. «Πριν φύγουμε, θα ήθελα να μιλήσουμε στους άντρες που θα μας συνοδεύσουν μέσα στο κάστρο». Γύρισε με τη σειρά του προς τον Χόπε και του μίλησε στα γαλλικά. «Χενκ, όσο εγώ και ο Τζόνας θα μιλάμε σε αυτούς, εσύ, ο μοίραρχος και ο δεκανέας Σέκερες μιλήστε στους άλλους στρατιώτες. Εξηγήστε τους το σχέδιο, για να έχουν μια εικόνα του πώς και πού θα παραταχτούν και τι να περιμένουν. Ξέρεις τι πρέπει να τους πεις. Συστήσου ξανά, όμως. Φρόντισε να κερδίσεις την εμπιστοσύνη τους, Χενκ. Αν δεν σε ξέρουν και αν δεν νιώθουν ότι ξέρεις τι κάνεις, δεν θα σε ακούσουν. Αλλά αν σε εμπιστευτούν, θα σε ακολουθήσουν μέχρι τον αναθεματισμένο τον Άδη».
«Εντάξει, Μαρτίν».

Ο Χόουνεχ εξήγησε στον Ράινχελ.
«Μοίραρχε» είπε ο Ράινχελ μετά «ο φίλος του κυρίου Χόουνεχ, ο Χενκ Χόπε, εσείς και ο δεκανέας Σέκερες θα μιλήσετε στους άντρες που θα φυλάξουν εκτός του κάστρου, αλλά και σε όσους θα μείνουν πίσω, όσο ο ίδιος ο κύριος Χόουνεχ, μαζί με τον ανθυπασπιστή και τον Άγγλο καθηγητή θα μιλήσουν στους στρατιώτες που θα τους συνοδεύσουν στο εσωτερικό του φρουρίου».
«Εντάξει, επιλοχία». Ο μοίραρχος στράφηκε προς τον Χενκ. «Κύριε Χόπε, ακολουθήστε με, σας παρακαλώ».

Ο Σέκερες μετέφρασε τα ουγγρικά και ο Χόπε με τους άλλους δύο πήγαν προς το κυρίως στράτευμα.

Ο Μαρτίν, ο Μπόντεμαν, η Φρίντα, ο Κάρτερ και ο ανθυπασπιστής Άπροντ πλεύρισαν τους λιγότερους ένστολους Ούγγρους.

Για την επόμενη μισή ώρα, οι δύο πλευρές συνεννοούνταν για το τι θα έκαναν.

Από την πλευρά όσων θα έμεναν εκτός κάστρου, οι διαταγές και οι ερωταποκρίσεις κράτησαν περισσότερο, αλλά χωρίς να παραξενεύεται κανένας στρατιώτης ή υπαξιωματικός από τα όσα άκουσαν από τον Χόπε, με εξαίρεση όσα τους είπε για το δηλητήριο που ίσως έδιναν οι εχθροί σε κάποιον Ούγγρο ή στους Ολλανδούς και τον καθηγητή, με αποτέλεσμα αυτός να γίνει εχθρός και να επιτεθεί σε παλιούς συναδέλφους ή συμμάχους του –και οπότε θα έπρεπε οι άλλοι να τον συλλάβουν, για να τον εξετάσει ο Χόπε, ή, αν δεν μπορούσαν, τότε θα τον σκότωναν. Όμως, και πάλι, λόγω της άγνωστης ταυτότητας των εχθρών και των όπλων που είχαν στη διάθεσή τους, δέχτηκαν όσα τους είπε ο Χόπε, ενώ οι υπόλοιπες εντολές για τον αποκλεισμό του κάστρου (και την ενδεχόμενη καταστροφή του), αλλά και όσα άκουσαν αυτοί που θα έμεναν στο Μπραν για να φυλάνε τα κανόνια και το χωριό δεν προκάλεσαν καμία αντίδραση στους φαντάρους.

Από την άλλη πλευρά, όμως, ο Μαρτίν και ο Ράινχελ (που μετέφραζε, κυρίως, όσα έλεγε ο Ολλανδός) είχαν πολύ πιο δύσκολο έργο στο να πείσουν τους άντρες που θα τους ακολουθούσαν μέσα στο κάστρο, κι αυτό γιατί ο Μαρτίν έπρεπε να ρισκάρει να τους μιλήσει εκτενέστερα για το ποιόν των εχθρών τους. Ξεκίνησε ρωτώντας τους ένστολους αν πίστευαν στην ύπαρξη τεράτων, βρικολάκων ή άλλων παρεμφερών. Πριν του απαντήσουν, τους ρώτησε αν είχαν ακούσει σχετικές διαδόσεις από παππούδες ή την γιαγιά ή κάποιον άλλον συγχωριανό τους. Όλοι απάντησαν θετικά, αν και εκεί ο Μαρτίν αντίκρισε τα πρώτα δύσπιστα βλέμματα, κάτι που περίμενε όμως –με τα χρόνια, είχε διαπιστώσει ότι ακόμα και οι πιο εύπιστοι μπορούν να δυσκολευτούν να δεχτούν ότι συμβαίνει κάτι υπερφυσικό κοντά τους. Έπειτα, τους ρώτησε αν είχαν εμπιστοσύνη σε αυτούς τους ανθρώπους που τους είχαν μιλήσει για τέτοια όντα –απάντησαν θετικά και εδώ. Τους ρώτησε αν εμπιστεύονται τον ανθυπασπιστή Άπροντ και τον επιλοχία Ράινχελ, που υπηρετούσαν στον ίδιο ενιαίο στρατό με εκείνους –απάντησαν ναι. Έπειτα, στράφηκε προς αυτούς τους δύο στρατιωτικούς και τους είπε να αναγγείλουν στους φαντάρους με τι όντα είχαν να παλέψουν. Ο Ράινχελ και ο Άπροντ τούς είπαν, χωρίς να διστάσουν: «Έχουμε να αντιμετωπίσουμε βρικόλακες, κύριοι». Ο Ράινχελ συνέχισε «Αν έχετε οποιαδήποτε απορία περί αυτών, ευχαρίστως να σας τη λύσει ο κύριος Χόουνεχ. Θυμηθείτε, όμως, ότι δεν πρέπει να πείτε κάτι στους συναδέλφους σας που θα μείνουν εκτός του κάστρου. Εσείς επιλεγήκατε γιατί έχετε ακούσει ξανά για αυτά τα τέρατα ή για παρόμοια, και επίσης είστε αρκετά δυνατοί για να τα σφάξετε. Οι συνάδελφοί σας θα απορρίψουν την ιδέα, και αυτό θα μας καθυστερήσει και ίσως να προκαλέσει και άλλα προβλήματα». Ο Άπροντ άδραξε την ευκαιρία και τόνισε «Οπότε, κύριοι, διατάζεστε να μην πείτε τίποτα σχετικό σε οποιονδήποτε άλλο. Ό,τι κάνουμε είναι για το καλό της Αυτοκρατορίας μας. Κάποιες αποφάσεις είναι δύσκολες και ίσως φανούν άδικες, αλλά τις εφαρμόζουμε κατ’ ανάγκη. Είναι κατανοητό;» Οι στρατιώτες απάντησαν θετικά. «Απορίες;» Υπήρξαν, αλλά απαντήθηκαν εύκολα, κυρίως από τον Μαρτίν. Πριν ολοκληρωθεί η ενημέρωση, πετάχτηκε ο Μπόντεμαν και είπε «Θα τους γαμήσουμε όλους τους, άντρες! Μαζί! Και μετά, θα τα πιούμε! Θα σας κεράσω εγώ, μην μου ανησυχείτε». Όλοι χαμογέλασαν και φώναξαν. Ο Μαρτίν ρώτησε τον Μπόντεμαν «Γιούρις, έχεις εσύ λεφτά για να κεράσεις όλους αυτούς;» Ο Μπόντεμαν κοίταξε τους άλλους και ανασήκωσε τους ώμους του. «Θα μου δανείσεις εσύ, Μαρτίν. Για να κεράσω τους μισούς, τους άλλους τους αναλαμβάνεις εσύ». «Και ποιος σου είπε ότι εγώ μπορώ να κεράσω δεκαπέντε άντρες, Γιούρις; Μην ξεχνάς ότι τα τελευταία χρόνια ήμουν σε φρενοκομείο». Σκούντηξε τον άλλο, χαμογελώντας. «Αλλά τόσο τρελός όσο εσύ δεν είμαι». «Ούτε τόσο όμορφος» απάντησε ο Γιούρις, αγκαλιάζοντας τη Φρίντα.
Στις έντεκα, οι ενημερώσεις είχαν ολοκληρωθεί.

Και τότε, σαν να τους τραβούσε μια αόρατη δύναμη, όλοι στράφηκαν προς το κάστρο. Το κάστρο. Έστεκε στο λόφο, πάνω από το κεφάλι τους. Το καβούκι μιας τεράστιας χελώνας από την Κόλαση που είχε ριζώσει εδώ και εκατονταετίες σε αυτόν το βράχο. Οι πέτρες του εξωτερικού τοιχώματος είχαν φθαρεί, είχαν σκουρύνει από τις βροχές ή και από καμιά φωτιά, ενώ υπήρχαν και κάθετες ρωγμές σε διάφορα σημεία. Τα κεραμίδια στην κορυφή είχαν ακόμα κάποια από την παλιότερη πορφυρή ομορφιά τους. Έτσι το είχε συλλογιστεί κάποτε η Κορνέλια Βλαντιμιρέσκου, καθώς πήγαινε με τον γιο της τον Σάντου στο Μπρασώφ, για να παραδώσουν στις Αρχές τα γράμματα του πατρός Στεφάν Οσμοκέσκου. Αυτό το μέρος είχε ξεβράσει από τα σπλάχνα του ένα Κακό που τυραννούσε και σκότωνε χωρικούς και ένστολους άντρες της Αυτοκρατορίας.
Όσοι στρατιωτικοί θα έμεναν στο Μπραν, εύχονταν να συνοδεύσουν τους άλλους. Όσοι θα έμεναν εκτός του κάστρου, ήθελαν να βγουν όσο περισσότεροι εχθροί για να τους σκοτώσουν. Και όσοι θα έμπαιναν από την είσοδό του, αναρωτιούνταν τι τους περίμενε. Ο Χόπε ακόμα προβληματιζόταν που θα έπρεπε να μείνει εκτός, ενώ ο Μπόντεμαν δεν έβλεπε την ώρα να αρχίσει να ξεκληρίζει βαμπίρ. Ο Μαρτίν, ο Κάρτερ και ο Ράινχελ σκέφτονταν μόνο τον Φάμπιαν. Περίμενέ μας, έλεγαν μέσα τους. Ερχόμαστε να σε σώσουμε, μια φράση που στον Κάρτερ και στον επιλοχία έδινε ελπίδα, αλλά για τον Μαρτίν είχε διαφορετική σημασία. Ο θεόρατος Ολλανδός είχε άλλη γνώμη για την μοίρα του φίλου του. Υπήρχε ελπίδα μέσα του, αλλά για διαφορετική κατάληξη από αυτή που σκέφτονταν οι άλλοι δύο.
«Νομίζω πως είναι ώρα να πηγαίνουμε» είπε εντέλει ο Ράινχελ και την επόμενη στιγμή ο μοίραρχος έδωσε εντολή να ξεκινήσουν. Έτσι, τα άλογα άρχισαν να περπατούν, ξεφυσώντας, το ένα πίσω από το άλλο, διασχίζοντας τους δρόμους του Μπραν προς την είσοδο-έξοδο του δρόμου που οδηγούσε στο Μπρασώφ.

*

Σαράντα λεπτά πριν την Εισβολή στο Κάστρο του Μπραν

*

Κάστρο του Μπραν

*

Φωνές διέτρεχαν το δάσος και έφταναν ως τα αυτιά των τέκνων της Κόμισσας. Πολλά θηράματα έκρωζαν σαν ετοιμοθάνατα πουλιά που αναζητούν βοήθεια, καλώντας τα όμοιά τους. Ούρλιαζαν, λες και είχαν μεθύσει και πενθούσαν με τους δικούς τους παράξενους τρόπους για τον επερχόμενο αφανισμό τους. Έψελναν δήθεν ηρωικά, προσπαθώντας να αποκτήσουν μια στάλα δύναμης στην ψυχή τους. Δεν είχαν καμιά ελπίδα να βγουν ζωντανοί και το ήξεραν, αλλά πάλευαν όπως-όπως να νιώσουν καλύτερα. Ίσως να ήθελαν να προκαλέσουν ταραχή στα τέκνα της εξαίρετης Κόμισσας, αλλά και μόνο η σκέψη διασκέδαζε τη Ρεβέκκα. Τα θηράματα να φοβερίσουν τους κυνηγούς τους; Τι αστείο!

Όπως είχαν πράξει και τα ξημερώματα, έτσι και τώρα η Ρεβέκκα και οι άλλοι από τους ανώτερους βρικόλακες στέκονταν σε ένα από τα μπαλκόνια του κάστρου και κοιτούσαν προς το Μπραν, φορώντας μόνο τους λεπτούς μαύρους μανδύες τους. Ο Νικολάι ήταν αυτός που είχε μείνει πιο πίσω από τους άλλους, μιας και ήταν ο μόνος που είχε αμφιβολίες ακόμα. Μέχρι και η Έλενα, η οποία ομοίαζε πιότερο με τους κατώτερους, τους άβουλους, έδειχνε τα δόντια της προς το χωριό και τους ανθρώπους που είχαν μαζευτεί εκεί. Τους πάρα πολλούς οπλισμένους ανθρώπους, τόνιζε συνέχεια ο Νικολάι στους άλλους και στον εαυτό του. Είχαμε απώλειες με λίγους. Με όλους αυτούς που έχουν έρθει τώρα… τι θα μας συμβεί; Ενδόμυχα, ήξερε, ή έστω φοβόταν ποια θα ήταν η κατάληξη -κακή για τους ίδιους- και γνώριζε τι έπρεπε να κάνει για να σωθεί -να φύγει πριν έρθουν οι στρατιώτες-, ωστόσο, όπως όλα τα τέκνα της Κόμισσας, έτσι κι αυτός αδυνατούσε να πάει ενάντια στην θέλησή της. Και η Κόμισσα τους ήθελε όλους τους εδώ, στο κάστρο, για να δώσουν την πιο καίρια μάχη που επρόκειτο να συμβεί. Δε χρειάστηκε η επέμβαση της Ρεβέκκα ή κάποιο από τα οράματα στα οποία συναντούσε την αφέντρα τους. Η ίδια η Κόμισσα τούς είχε κυριεύσει όταν τους έκανε βαμπίρ. Αν εκείνη αποφάσιζε κάτι, οι άλλοι δεν θα μπορούσαν να της αντισταθούν. Ο Νικολάι ήθελε να φύγει, όμως είχε νιώσει την αρπάγη της Κόμισσας, τη φωνή και το βλέμμα της, τον θυμό της, μέσα του, και είχε τρομάξει από την αδυναμία του να ξεφύγει από τον έλεγχό της. Του είχε επιβληθεί σαν να ήταν μωρό που εξαρτάται από την μητέρα του. Τον είχε κάνει να πιστέψει πως, αν τολμούσε να της εναντιωθεί, θα προκαλούσε τον οριστικό θάνατό του, ακόμα και αν βρισκόταν σε άλλη χώρα. Αν δοκίμαζε να πετάξει ή να τρέξει μακριά, η Κόμισσα θα σταματούσε την καρδιά του με κάποιον τρόπο –άλλωστε, οι δυνάμεις της ήταν άγνωστο πού τελείωναν. Ή θα έστελνε μια αγέλη λύκων ή ένα σμήνος από πτωματοφάγα πουλιά να τον κατασπαράξουν. Το κάστρο είχε πάψει να είναι το σπίτι του Νικολάι και είχε μετατραπεί σε φυλακή. Η μορφή της Κόμισσας είχε έρθει στον ύπνο του και τον στοίχειωσε τόσο πολύ, που, όταν αφυπνίστηκε μαζί με τους άλλους, έβλεπε την Κόμισσα σε κάθε χώρο, να στέκεται, να τους παρακολουθεί αποστασιοποιημένα, κρίνοντάς τους, λες και περίμενε το επόμενο σφάλμα τους, για να τους τιμωρήσει. Ο Νικολάι είχε παρατηρήσει τους άλλους ομοίους του, περιμένοντας να δει αν ήταν κι εκείνοι φοβισμένοι κι αν κοιτούσαν κι εκείνοι προς ορισμένα σημεία του εκάστοτε χώρου, όπου θα έβλεπαν την αόρατη παρουσία της Κόμισσας. Προς απογοήτευσή του, είχε διαπιστώσει από νωρίς ότι μάλλον ήταν ο μόνος που τιμωρούνταν, το οποίο σήμαινε ότι η Κόμισσα είχε διαβάσει τις σκέψεις του και αποφάσισε να έρθει νοητά μονάχα για αυτόν. Οι άλλοι δεν ήθελαν να φύγουν, αλλά είχαν σκοπό να αντιμετωπίσουν τους θνητούς, όσοι κι αν ήταν, ό,τι όπλα κι αν έφερναν μαζί τους. Είχαν την σιγουριά ότι εδώ μέσα θα επικρατούσαν και θα άλλαζαν πολλούς ανθρώπους, σκοτώνοντας όλους τους άλλους. Αυτός ο καινούριος όμοιός τους είχε μερικές ιδέες για το πώς θα τα κατάφερναν, μία εκ των οποίων ήταν η στενή παρακολούθηση των θηραμάτων –μια αποστολή που είχε αναλάβει ο ίδιος. Επίσης, ήταν και ο ερχομός της Κόμισσας που τους ενθάρρυνε ακόμα πιο πολύ. Θεωρούσαν ότι με την αφέντρα τους παρούσα οι άνθρωποι που θα έρχονταν δεν θα τους κατάφερναν καμιά σοβαρή απώλεια. Οι όμοιοι του Νικολάι πίστευαν ότι είχαν ήδη νικήσει και πως θα διασκέδαζαν να τρομοκρατήσουν κι άλλους θνητούς, προτού τους αφαιμάξουν ή πριν τους αλλάξουν σε βαμπίρ. Ο Νικολάι είχε διαφορετική άποψη, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι για αυτό πλέον. Ήλπιζε να τα καταφέρουν ή έστω να έχουν ένα γρήγορο θάνατο.

Η Ραλούκα είχε αγκαλιάσει το αριστερό μπράτσο της Ρεβέκκα, η οποία χαμογελούσε. «Ακούστε τους» είπε. «Ακούστε πόσο γελοία παριστάνουν ότι είναι δυνατοί. Αν ήμουν σαν αυτούς, θα τους λυπόμουν. Προσπαθούν τόσο πολύ να γίνουν κάτι που δεν είναι. Αδυνατούν να δεχτούν την μοίρα τους. Είναι όλο φανφάρες. Το μόνο που τους έχει μείνει η φωνή τους κι αυτή τη σπαταλούν. Την ζωτική τους δύναμη την πετάνε από μέσα τους, κάνοντας το έργο μας πιο εύκολο». Κούνησε το κεφάλι της. «Τα πρόβατα, όσο δυνατά και να βελάξουν, δεν θα ανησυχήσουν την αγέλη των λύκων που τα έχει περικυκλώσει. Ούτε ένας λύκος δεν θα βλεφαρίσει, παρά θα γίνει πιο μεγάλη η πείνα του».
Οι φωνές από το Μπραν σταμάτησαν.

Μικρά σημάδια φωτός άρχισαν να διασχίζουν το δρόμο προς το κάστρο.
Η Ρεβέκκα φίλησε τη Ραλούκα στην κορυφή του κεφαλιού. «Έρχονται να θυσιαστούν. Ας είναι, λοιπόν».
Κοίταξε τον κατάσκοπό τους. «Πήγαινε στο χωριό και κάνε ό,τι πρέπει, για να εξαλείψουμε κάθε ελπίδα τους».
Εκείνος ένευσε, χαμογελώντας, και χάθηκε πετώντας στο σκοτάδι.

*

Τρανσυλβανία

*

Όσο οι στρατιωτικοί και οι σύμμαχοί τους προετοίμαζαν την επίθεση στο κάστρο και την άμυνά τους στο Μπραν, και ενώ μια νυχτερίδα πετούσε από το κάστρο μέχρι το χωριό, για να παρακολουθήσει και να διαφθείρει όσους έμειναν εκεί, ένας λύκος διέτρεξε μια τεράστια απόσταση των Εδαφών του Στέμματος του Σαιντ Στεφάν. Ακολουθούσε διάφορες διαδρομές, τις βασικές οδικές αρτηρίες, βουνά, πλαγιές, δάση, πέρασε μέσα από πόλεις και μικρότερες κατοικημένες περιοχές, με σκοπό να φτάσει στο κάστρο του χωριού που τον τελευταίο καιρό τρομοκρατούνταν από τις επιθέσεις αιμοβόρων τεράτων.

Ο θηλυκός λύκος είχε μάτια που ήταν τόσο μαύρα, σαν να είχαν κλέψει λίγο από το σκοτάδι που επικρατούσε στην Τρανσυλβανία. Είχε το στόμα με τα τεράστια, αιχμηρά δόντια του, κλειστό, και το άνοιγε μόνο όταν ήθελε, μόνο όταν έβρισκε ατυχή θηράματα στο διάβα του. Δεν ούρλιαζε, γιατί ήξερε πως οι θάνατοι που προκαλούσε θα ήταν οι πιο ηχηρές βροντές. Επιτιθόταν σε ανθρώπους κάθε ηλικίας, άντρες, γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένους… Δεν έκανε καμιά διάκριση, απλά ορμούσε και ξέσχιζε τον λαιμό του εκάστοτε θύματος ή την κοιλιά, αφήνοντας τα εσωτερικά όργανα να ξεχυθούν ζεστά στον κρύο αέρα. Στόχευε και άλλα ζώα, οικόσιτα, όμως μόνο για να τραβήξει την προσοχή των ιδιοκτητών τους και εκείνοι να βγουν από την ασφάλεια του σπιτιού που έμενε έκαστος. Παρ’ όλ’ αυτά, ούτε τα ανυπεράσπιστα ζωντανά είχαν καλύτερη μοίρα από τους ανθρώπους που τα φρόντιζαν.
Τα πόδια του λύκου γρατσούνιζαν τους λιθόστρωτους δρόμους και φτυάριζαν τους χωματόδρομους. Πηδούσε πάνω από τις λάσπες που είχαν σχηματίσει λιμνούλες και ξεσήκωνε το χιόνι όπου δεν είχε λιώσει. Γκρέμισε σαθρά φτιαγμένους φράχτες και περιηγήθηκε με άνεση σε χαμηλοτάβανα σπιτάκια ζώων. Πέρασε κάτω από κολόνες που φωταγωγούσαν τις πόλεις και κατέστρεψε αυλές πλουσίων. Οσμίστηκε αδιάφορα καπνούς από τζάκια και φαγητά που ετοιμάζονταν. Άκουσε τραγούδια που δεν σήμαιναν τίποτα, παρότι είχαν γραφτεί από ανθρώπους που κάτι ήθελαν να πουν.

Άφησε αιματηρά ίχνη όπου πέρασε. Ξέσχισε ρούχα και δέρμα, σχεδόν αφαίρεσε όλο το αίμα, πέταξε όπλα που υψώθηκαν εναντίον του, έριξε κάθε αντίσταση που προέβαλλαν μερικά από τα θύματά του. Κανένας θνητός δεν κατάφερε ούτε να τραυματίσει τον λύκο. Ακόμα και αυτοί που ήταν σε ομάδες όταν τους συνάντησε, ακόμα και όσοι είχαν πυροβόλα ανά χείρας, ακόμα και όποιοι πρόλαβαν να δουν έναν δικό τους να σφάζεται και είχαν το χρόνο να σηκώσουν το όπλο τους, δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν το φόβο τους και την παγωμάρα που κυρίευε την ψυχή τους στην θέα του κτήνους που εφορμούσε με τέτοια αγριάδα, κινούμενο με αδιανόητη ταχύτητα.

Σε τρεις διαφορετικές περιοχές, ο λύκος έκλεψε πέντε μωρά από τις μανάδες τους που είχαν αποφασίσει να μετακινηθούν από το σπίτι τους σε κάποιο άλλο ή που μία τους αναγκάστηκε να βγει για να φέρει λίγα ξύλα ή που μια άλλη περίμενε τον σύζυγό της (τον οποίο είχε ήδη σκοτώσει ο λύκος), κρατώντας στην αγκαλιά της το δύο μηνών τέκνο της. Μια μάνα και το μωρό της τους σκότωσε ρίχνοντάς τους κάτω και τους δύο και δαγκώνοντας μία τον ένα και μία τον άλλο, σαν να έτρωγε νόστιμα φαγητά από δύο διαφορετικά πιάτα.

Πάνω από πενήντα νεαροί άνδρες, πολίτες ή χωρικοί, που για διάφορους λόγους είχαν αναγκαστεί να ξεπορτίσουν βραδιάτικα, ήρθαν αντιμέτωποι με τον τρόμο και τελικά τον θάνατο. Κάποιοι από αυτούς άκουσαν κάτι να σέρνει τα πόδια του σε κάποια απόμερη, σκιώδη γωνιά της γειτονιάς τους, πριν δουν να πέφτει πάνω τους ένα αγριεμένο σκυλίσιο τέρας, τα δόντια του οποίου ξεπρόβαλλαν σε ένα σαρδόνιο χαμόγελο. Άλλοι είχαν πεταχτεί μέχρι τους στάβλους και τα μαντριά τους, για να δουν για ποιο λόγο τα ζώα τους από εκεί που βέλαζαν ή μούγκριζαν μανιασμένα ξαφνικά σταματούσαν. Βρήκαν σφαγμένα όλα τα ζώα τους και δύο τρεις αναρωτήθηκαν ποιοι εγκληματίες είχαν διαπράξει ένα τόσο φοβερό μακελειό. Έπειτα, άκουσαν το γρύλισμα του λύκου. Και μετά, δεν είχαν αυτιά για να ακούσουν ή μάτια για να δουν ή πνεύμονες για να ανασάνουν ή καδιά για να νιώσουν χαρά, λύπη, θυμό, αγάπη. Δύο άντρες ήταν μαζί και γυρνούσαν από ένα καφενείο, έχοντας πιει μεγάλες ποσότητες βότκας. Τραγουδούσαν όταν άκουσαν τις δρασκελιές κάποιου που τους πλησίαζε γοργά. Ο ένας έπεσε δίπλα στον άλλο και σύντομα δεν είχε κεφάλι. Ο άλλος δυσκολεύτηκε να καταλάβει τι είχε γίνει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και μετά από δυο τρεις στιγμές δεν νοιαζόταν για τίποτα πια, καθώς ξεψύχησε στο βρόμικο δρόμο.

Τουλάχιστον σε δύο χωριά και τρεις πόλεις, βρήκε νεαρά ή μεσήλικα ζευγάρια να σμίγουν κρυφά σε κάποια αποθήκη ή (όσο περίεργο κι αν φαινόταν) σε κάποιο σοκάκι. Ο λύκος κατακρεούργησε τα σώματά τους, είτε ενώ συνουσιάζονταν (αυτά που ήταν εκτός κάποιου κλειστού χώρου), είτε αργότερα, που τελείωσαν και βγήκαν (αυτά που είχαν βρει καταφύγιο και έκαναν το μοιραίο λάθος να το εγκαταλείψουν πρόωρα). Δύο γυναίκες και πέντε άντρες είχαν παρατήσει τους συντρόφους τους καθώς πέθαιναν, μόνο και μόνο για να τους ξαναβρεί ο λύκος κάπου παρακάτω και να τους σκοτώσει κι αυτούς.

Κάποιοι γονείς έχασαν τα πολύ μικρά παιδιά τους, όταν αυτά σιγουρεύτηκαν πως οι μεγάλοι κοιμούνταν, οπότε και ξεπόρτισαν όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν, για να συναντήσουν κάποιον φίλο ή κάποια φίλη τους, και μαζί να παίξουν. Μερικά από αυτά είχαν αποφασίσει να παραστήσουν ότι ήταν στρατιώτες και έψαχναν τα τέρατα που λεγόταν από τους μεγάλους ότι λυμαίνονταν το Μπραν. Κάποια είχαν «δανειστεί» μέχρι και το κυνηγετικό πυροβόλο ή το μαχαίρι που είχαν οι πατεράδες τους. Ήξεραν ότι δεν έπρεπε να βγουν, γιατί η πολιτοφυλακή ή κάποια άλλη στρατιωτική μονάδα περιπολούσε, αλλά η φαντασία και η περιέργειά τους είχαν υπερισχύσει. Τα περισσότερα από τα παιδιά αυτά δεν απομακρύνθηκαν από τις γειτονιές τους, αλλά αυτό εντέλει είχε μικρή σημασία. Ο κακός λύκος τα βρήκε και δεν τα λυπήθηκε.

Ηλικιωμένοι άντρες και ηλικιωμένες γυναίκες είχαν επίσης την ατυχία να μένουν σε κάποια πόλη ή σε κάποιο χωριό της Τρανσυλβανίας, και μάλιστα αποφάσισαν να κυκλοφορήσουν αυτό το συγκεκριμένο βράδυ εκτός του σπιτιού τους ή κάποιου άλλου στεγασμένου μέρους. Μερικοί εξ αυτών, είχαν κουραστεί από την απαγόρευση της κυκλοφορίας, ενώ άλλοι είχαν κανονίσει να βρεθούν με φίλους και φίλες, για να πιουν και να χαρτοπαίξουν. Άλλωστε, σκέφτηκαν, τίποτα δεν είχε συμβεί στον τόπο τους και το Μπραν ήταν μακριά. Ό,τι και να συνέβαινε εκεί πέρα, εκείνους δεν θα τους άγγιζε. Δε φαντάζονταν, όμως, πως το Κακό θα ερχόταν σε αυτούς από αλλού και θα τους ατίμαζε, μετατρέποντάς τους σε άψυχα κουρέλια.

Στρατιώτες και πολιτοφύλακες που περιπολούσαν έπεσαν κι αυτοί θύματα του λύκου. Ανά δύο ή ανά τρεις, καθώς περπατούσαν ή ίππευαν ή αφού άκουσαν πολίτες να φωνάζουν. Έσπευδαν όπου πίστευαν ότι συνέβαινε κάτι. Το θάρρος τους, όμως, γρήγορα μετατρεπόταν σε τρόμο όταν έβρισκαν τον λύκο να σκοτώνει κάποιον άλλο ή όταν εμφανιζόταν ξαφνικά από τον επόμενο κάθετο δρόμο. Μερικοί ένστολοι προλάβαιναν και σήκωναν τα όπλα τους. Κάποιοι έριχναν κιόλας. Αλλά ο λύκος ήταν ένας ασταμάτητος εφιάλτης.
Άνθρωποι σε όλη την Τρανσυλβανία άκουσαν τα ουρλιαχτά, αλλά προτίμησαν να μην αφήσουν τα σπίτια και τους δικούς τους, για να δουν τι συνέβαινε. Κάποιοι ξύπνησαν, άλλους τους ανάγκασαν τα παιδιά ή οι σύζυγοί τους να ανοίξουν τα μάτια τους, αφού κάτι τρομερό γινόταν εκεί κοντά που έμεναν. Άλλοι έμειναν κρυμμένοι στην εξωτερική τουαλέτα που ήταν. Όλοι όσοι ήταν στα σπίτια τους μάζεψαν τα μέλη των οικογενειών τους σε ένα δωμάτιο, σφράγισαν τις πόρτες και πήραν τα όπλα παραμάσχαλα, και περίμεναν να τελειώσει το Κακό. Και άλλοι ήταν μαζεμένοι σε καφενεία ή μπαρ, και έμειναν να βλέπουν σοκαρισμένοι τους συμπολίτες ή τους συγχωριανούς τους ή τους ένστολους να γίνονται βορά του λύκου, ενώ μέσα στο μαγαζί έπαιζε χαρούμενη μουσική και τα γέλια έδιναν κι έπαιρναν.

Υπήρξαν και μάρτυρες που είδαν από κοντά όσα έκανε ο λύκος και έζησαν. Οι πιο πολλοί έχασαν τις αισθήσεις τους μπροστά στις φρικαλεότητες που διεπράχθησαν, ενώ οι υπόλοιποι έκλαιγαν και φώναζαν. Σε όλους εντυπώθηκαν οι εικόνες των ανθρώπων που σφαγιάζονταν από το άγριο ζώο. Ελάχιστοι θα αναρωτιούνταν αργότερα, τις επόμενες ημέρες γιατί ο λύκος δεν τους είχε σκοτώσει κι αυτούς –πιο πολύ θα ευχαριστούσαν τον Θεό που «ελέησε» ώστε να σωθούν. Δεν συνειδητοποίησαν πως το θηρίο τούς ήθελε ζωντανούς, για να διαδώσουν τη φήμη και την ωμότητα των πράξεών του.

Από την Οραντέα ως την Κλουζ-Ναπόκα, από το Τίργκου Μούρες ως την Σιγκισοάρα και από εκεί ως το Σιμπίου και το Σφίντου Γκεόργκε, κανείς δε βρέθηκε να εμποδίσει την επέλαση του λύκου. Κι έτσι αυτός συνέχιζε χωρίς να έχει κουραστεί, αφού σε κάθε πόλη ή χωριό που σταματούσε, τρεφόταν και ανανέωνε τη δύναμή του. Διάσπειρε τον τρόμο με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο (αφανίζοντας ανθρώπινες ζωές) και επιβεβαίωσε τις ήδη υπάρχουσες δεισιδαιμονίες.
Σύντομα, θα έφτανε στο Μπρασώφ.

Και μετά, η Κόμισσα θα ήταν ξανά στο κάστρο της, μαζί με τα τέκνα της, ανανεώνοντας τον στρατό νεκροζώντανων που είχαν.

*

Μισή ώρα πριν την Εισβολή στο Κάστρο του Μπραν

*

Δρόμος προς το Κάστρο του Μπραν – Κάστρο του Μπραν

*

Από τους ένστολους άντρες που είχαν κατακλύσει το χωριό, οι είκοσι πέντε που είχε φέρει μαζί του ο Άπροντ, καθώς και άλλοι είκοσι πέντε από τους τριακόσιους που έφερε ο μοίραρχος, έμειναν στο Μπραν, για να προστατεύουν τον τόπο, τα κανόνια και τις στρατιωτικές άμαξες, ενώ θα έπαιρναν όποιο γράμμα τυχόν έφτανε από τη διοίκηση του Evidenzbureau, του Δέκατου Πέμπτου ή της πολιτοφυλακής. Τρεις υπαξιωματικοί έμειναν να διατάζουν και να ελέγχουν την κατάσταση. Οι περιπολίες συνεχίζονταν κανονικά, με εννιά άντρες να πηγαινοέρχονται στο Μπραν, έχοντας υπόψη τους όσα τους είχαν υπενθυμίσει οι υπαξιωματικοί τους για πολλοστή φορά μέσα σε λίγες ώρες, δηλαδή να προσέχουν για οποιαδήποτε ύποπτη παρουσία και να μην επιδιώξουν να αντιμετωπίσουν μόνοι τον οποιονδήποτε πιθανό εχθρό, αλλά να φωνάξουν και να ρίξουν στον αέρα με τα όπλα τους. Την ίδια στιγμή, δεκαπέντε από τους άντρες θα έμεναν κρυμμένοι ανά τρεις σε πέντε σπίτια απ’ άκρη σ’ άκρη στο χωριό, έχοντας σαφή εντολή να μην αποκαλύψουν την παρουσία τους, παρά μόνο αν παρουσιαζόταν ανάγκη –δηλαδή, αν το Μπραν υφίστατο επίθεση.

Οι υπόλοιποι διακόσιοι εβδομήντα πέντε φαντάροι, με επικεφαλής τον μοίραρχο και τον επιλοχία Ράινχελ, ακολουθούμενοι από τους τρεις Ολλανδούς, τη Φρίντα και τον Κάρτερ, προήλαυναν ως το κάστρο με σταθερό ρυθμό. Οι ξένοι και ο επιλοχίας είχαν δανειστεί άλογα από τους φαντάρους που έμειναν στο Μπραν. Δέκα άντρες είχαν ανάψει τα φανάρια που έφεραν. Πιο μπροστά από το κυρίως πολεμικό σώμα πήγαιναν ο ανθυπασπιστής Άπροντ και στις άκρες του δρόμου δύο έφιπποι στρατιώτες-ιχνηλάτες με τα όπλα τους έτοιμα. Ακολουθούσαν ο Ράινχελ και ο μοίραρχος δίπλα-δίπλα, με τους Κάρτερ, Χόπε και Μαρτίν να είναι πίσω τους, ενώ ο Μπόντεμαν και η Φρίντα (που ίππευαν το ίδιο άλογο) έμεναν λίγα βήματα παραπίσω. Τέλος, έρχονταν οι υπόλοιποι στρατιώτες, με τους τελευταίους τέσσερις να εναλλάσσονταν ποιος θα ελέγχει μήπως επιτιθόταν κανείς στο στράτευμα. Όσοι στρατιώτες βρίσκονταν στις άκρες της παράταξης είχαν τα Μάνλιντσερ στα χέρια τους και κοιτούσαν συχνά δεξιά ή αριστερά τους (ανάλογα ποια πλευρά ήταν ακάλυπτη).
Το δάσος απλωνόταν γύρω τους, όπως και το σκοτάδι και το κρύο της Τρανσυλβανίας. Οι ανάσες των αντρών άχνιζαν, τη στιγμή που το δέρμα τους μυρμήγκιαζε από την γνώση ότι θα ήταν ευάλωτοι σε μια αναπάντεχη επίθεση από τις σκιές. Οτιδήποτε μπορούσε να βγει από δίπλα τους και να τους ρημάξει ή έστω να προκαλέσει μερικές απώλειες. Όσοι ίππευαν κεντρικά της μονάδας ανησυχούσαν λιγότερο, αλλά και πάλι ένιωθαν κι αυτοί στο πετσί τους την απειλή που ίσως ενέδρευε γύρω τους. Πολλοί έτριβαν το στήθος τους, όπου είχαν τον σταυρό τους, και παρακαλούσαν τον Ύψιστο να τους βοηθήσει. Στο μεταξύ, οι αναμνήσεις από τα περίεργα λόγια του ξένου, του πανύψηλου Ολλανδού, μα και οι διαβόητες φήμες που κυκλοφορούσαν για το Μπραν και τους διαβάτες που περπατούσαν αυτό το δρόμο -εξιστορήσεις για παντοδύναμα νεκροζώντανα τέρατα που έπιναν το αίμα όποιου άτυχου έβρισκαν να περιφέρεται την νύχτα- τους προκαλούσαν επιπλέον ανατριχίλα.

Αλλά συνέχιζαν. Δεν θα έκαναν πίσω. Όχι πριν αποτελειώσουν τους εχθρούς τους. Όχι πριν ελευθερωθεί το Μπραν. Το είχαν ορκιστεί. Το είχαν ουρλιάξει. Οι φωνές τους αντιλάλησαν σε όλη την πλάση. ΤΟ ΜΠΡΑΝ ΘΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙ! είχαν βροντοφωνάξει. ΤΟ ΜΠΡΑΝ ΘΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙ! ΑΠΟ ΕΜΑΣ! ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΡΑΤΟ ΤΟΥ! Το είχαν πει και το εννοούσαν. Δεν ήταν απλά διαταγές του μοιράρχου τους, που εκείνοι είχαν επαναλάβει. ΑΥΡΙΟ ΤΟ ΜΠΡΑΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟ! είχε πει τόσο ωραία αυτός ο ξένος φίλος τους, κι εκείνοι είχαν συμφωνήσει μαζί του, ενώνοντας τη φωνή τους με τη δική του. Γιατί κάθε λέξη πήγαζε από μέσα τους. Ήταν οι σκέψεις τους και η ψυχή τους, εκφρασμένες σε ιαχές πολέμου.

Ο στρατός του Μπραν. Αυτό ήταν. Κι είχαν ένα σκοπό: να εξαλείψουν την απειλή που είχε εγκατασταθεί κοντά του. Ήταν αποφασισμένοι, θα τα κατάφερναν. Μπορεί τώρα να ένιωθαν φόβο για τον άγνωστο εχθρό, όμως πίστευαν ότι μέχρι το επόμενο πρωί θα είχαν φέρει εις πέρας την αποστολή τους. Θα γυρνούσαν νικητές, ό,τι και να έβρισκαν να τους περιμένει στο κάστρο. Ήταν πολλοί, ήταν εξοπλισμένοι κατάλληλα και είχαν όλο το θάρρος που χρειάζονταν. Πάνω απ’ όλα, είχαν το δίκιο με το μέρος τους, και ο Θεός είναι υπέρμαχος του δικαίου. Δεν γινόταν να χάσουν. Πάση θυσία, έπρεπε να ελευθερώσουν το Μπραν, ακόμα και αν στο τέλος έμενε μόνο ένας τους για να ανακοινώσει τα χαρμόσυνα νέα. Κι αυτό θα συνέβαινε, θα τα κατάφερναν. Η πεποίθησή τους είχε ριζώσει στο μυαλό και την καρδιά τους, κι αυτό ήταν παραπάνω από αρκετό για να συνεχίσουν το δρόμο τους.

Κάποιες στιγμές, ο Ράινχελ και ο Μαρτίν γυρνούσαν προς τα πίσω, για να δουν πώς τα πάνε οι άλλοι. Έμεναν ευχαριστημένοι, βλέποντας τους φαντάρους να ακολουθούν με σοβαρό, αποφασιστικό βλέμμα. Αυτό που δεν μπόρεσε να διαφύγει της προσοχής τους ήταν το ότι ο Μπόντεμαν ήταν κι αυτός όσο σοβαρός έπρεπε. Η Φρίντα καθόταν πίσω του, έχοντας τα χέρια της περασμένα στην μέση του, αλλά ο Μπόντεμαν κοιτούσε μπροστά, δεξιά, αριστερά και προς τον ουρανό. Με το ένα χέρι κρατούσε τα γκέμια, ενώ το άλλο έσφιγγε την λαβή του ιαπωνικού σπαθιού του. Όταν χρειαστεί, (ο Γιούρις) θα κάνει αυτό που πρέπει, είχε πει ο Μαρτίν στον Ράινχελ καθώς διέσχιζαν την Τρανσυλβανία για να φτάσουν στο Μπραν, και τώρα ο επιλοχίας άρχισε να το πιστεύει.

Οι συνομιλίες ήταν ελάχιστες, καθότι όλοι (και ειδικά οι στρατιωτικοί) ανησυχούσαν μην τυχόν και υφίσταντο κάποια ξαφνική επίθεση. Το τελευταίο που ήθελαν ήταν να πέσουν σε παγίδα, ενώ μιλούσαν. Εκτός από τα σποραδικά ρεύματα αέρα που ανακάτωναν τα κλαδιά των δέντρων, και τις οπλές και τα χλιμιντρίσματα των αλόγων, δεν ακουγόταν κάτι άλλο. Αν άρχιζαν να κουβεντιάζουν, θα έδιναν στους εχθρούς την ευκαιρία να τους ριχτούν πριν φτάσουν στο κάστρο. Συν ότι θα απασχολούσαν το μυαλό τους με ό,τι θα έλεγαν με τον διπλανό τους και έτσι δεν θα ήταν όσο συγκεντρωμένοι έπρεπε να είναι. Οπότε, για την ώρα, οι στρατιωτικοί προτίμησαν να μην πουν λέξη.
Αυτό, όμως, δεν ίσχυε για τον Κάρτερ και τον Μπόντεμαν. Ο μεν Αμερικάνος άκουσε κάποια στιγμή τον άλλο να λέει κάτι σε μια άγνωστη διάλεκτο. Γύρισε και τον είδε να ψάχνει τις τσέπες του με το ελεύθερο χέρι του. Προφανώς δε βρήκε ό,τι γύρευε, γιατί παράτησε την προσπάθεια, λέγοντας κάτι ακόμα που, κι ας μην ήξερε τι είναι, ο Κάρτερ κατάλαβε ότι ήταν βρισιά. Έδωσε εντολή στο άλογό του να μειώσει το ρυθμό βαδίσματος, ούτως ώστε να τον φτάσουν ο Μπόντεμαν και η Φρίντα, οπότε και τον ρώτησε «Τι ψάχνεις;»
Ο Γιούρις τον κοίταξε. «Μια εκκλησία να παντρευτώ την καλή μου» απάντησε με ειρωνεία. «Ξέρεις καμία εδώ κοντά που ο παπάς να δέχεται να παντρέψει έναν τύπο σαν εμένα με ένα δαίμονα Σουκούμπους;»

Ο Κάρτερ ένευσε. Έμεινε για λίγο σιωπηλός. Προσπαθούσε να αποφασίσει αν είχε νόημα να τσακωθεί πάλι με τον Μπόντεμαν. Ο λεπτοκαμωμένος Ολλανδός του είχε πει Στο μπουρδέλο που δουλεύω, είχε έρθει ένας σαν εσένα, με αυτή την προφορά και αυτά τα ρούχα, και άρχισε να φωνάζει και να βρίζει. Οι άλλοι πελάτες τον φοβήθηκαν, οπότε τον ξαπόστειλα. Έλεγα μήπως ήσουν εσύ, Κάρτερ. Αν είσαι, φίλε μου, τότε τσακίσου από δω, γιατί με χαμένους δε δουλεύω και θα μας είσαι βάρος. Ο Κάρτερ είχε απαντήσει και παραλίγο να ξεφύγει η κατάσταση, αν δεν παρενέβαιναν οι άλλοι. Όμως, ο Μπόντεμαν παρέμενε χολωμένος. Όχι ότι ο ίδιος ο Κάρτερ είχε καλύτερη διάθεση, βέβαια… Αλλά κατέληξε σύντομα ότι δεν θα έβγαινε κανείς κερδισμένος από την αντιπαράθεση. Είχαν μια δουλειά να κάνουν και δε χωρούσαν προστριβές ανάμεσά τους, αν ήθελαν να έχουν ελπίδες να κερδίσουν αυτόν τον πόλεμο. Οπότε άλλαξε ρότα, σε μια ένδειξη συμφιλίωσης. Είπε «Έλεγα μήπως έψαχνες για τσιγάρο». Έβγαλε από την τσέπη του μερικά. «Αν θες κανένα, μου περισσεύουν αυτά τα λίγα».
«Δεν μου αρέσουν τα αμερικάνικα τσιγάρα, Κάρτερ».
«Αλήθεια;»
«Ναι, αλήθεια. Πήρα από εκείνους τους Αμερικάνους που πλάκωσα στο ξύλο. Δεν μου άρεσαν καθόλου. Πώς τα καπνίζετε, δεν ξέρω».
«Τα έχουμε συνηθίσει, υποθέτω». Ο Κάρτερ άναψε ένα τσιγάρο και άφησε να περάσουν μερικές στιγμές και ρώτησε τον Γιούρις «Πάντως, δεν νομίζω να τους έλειψαν τα τσιγάρα που τους πήρες». Όταν ο Ολλανδός τον κοίταξε με απορία, ο Κάρτερ είπε «Μετά από τόσο ξύλο, αμφιβάλλω αν θα ενδιαφέρονταν για τσιγάρο. Ή για φαγητό, εδώ που τα λέμε».
«Αυτό είναι το μόνο σίγουρο».
«Μάλιστα. Τι καπνίζεις, συνήθως;»
«Ναργιλέ. Έχεις δοκιμάσει;»
«Όχι. Δεν είμαι σίγουρος καν τι είναι».

Ο Μπόντεμαν χασκογέλασε. «Κακομοίρη, δεν ξέρεις τι χάνεις».
«Ίσως δοκιμάσω κάποια μέρα». Ο Κάρτερ ρώτησε «Είδα ότι έχεις ένα παράξενο σπαθί. Τι είναι;»
Ο Μπόντεμαν ξεθηκάρωσε το κατάνα και το περιέφερε στον αέρα. «Είναι ιαπωνικό. Το πήρα από το μαγαζί του Χόπε».
Ο Κάρτερ άπλωσε το ελεύθερο χέρι του. «Μπορώ;»
Ο Μπόντεμαν τον κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. «Δεν πιστεύω να το κλέψεις;»
«Συνήθως, πιάνω τους κλέφτες, Μπόντεμαν, δεν τους μιμούμαι».
«Ναι, ξέχασα ότι είσαι ο φοβερός πιστολέρο». Ο Μπόντεμαν έδωσε το σπαθί στον Κάρτερ.

Εκείνος το στριφογύρισε με προσοχή. Η καμπυλωτή λεπίδα φαινόταν πολύ κοφτερή και αιχμηρή. Του άρεσε όπως ένιωθε το βάρος του στο χέρι του. Ήταν τόσο περίεργο το σχήμα του, που φάνταζε πολύ ξεχωριστό.

Ο Μπόντεμαν είπε «Λέγεται πως αυτοί που φτιάχνουν τα συγκεκριμένα σπαθιά, όσο τα δημιουργούν, δεν τρώνε ζώα, δεν πίνουν κρασί ή μπίρα ή ό,τι άλλο έχουν εκεί πέρα. Και δεν απολαμβάνουν τα χάδια καμιάς γυναίκας. Είναι ιερό για τους Ιάπωνες και μόνο οι εκλεχτοί στρατιώτες τους, οι σαμουράι, μπορούν να έχουν ένα κατάνα».
«Αλήθεια;» Ο Κάρτερ χαμογέλασε και του το έδωσε πίσω. «Εσύ δεν πληροίς κανένα από αυτά τα στοιχεία. Κι όμως, έχεις ένα ιερό σπαθί».
«Μερικοί είναι πιο τυχεροί από άλλους, πιστολέρο». Γύρισε το κεφάλι και η Φρίντα τον φίλησε στο στόμα. Έπειτα, ο Γιούρις είπε στον Κάρτερ «Έχεις καμιά γυναίκα να σε περιμένει στην Αμερική;»
«Όχι».
«Δεν είσαι λίγο μεγάλος για να μην έχεις γυναίκα, Κάρτερ;»
«Ποτέ δεν είναι αργά».
«Δικαιολογίες. Η άσχημη μούρη σου φταίει. Απορώ πώς έγινες πιστολέρο».
Ο Κάρτερ γέλασε. «Δεν ξέρω» είπε. «Όπως το βλέπω, αν παντρευτώ, θα πρέπει να μείνω σε μια πόλη, να έχω ένα σπίτι. Πάνε πολλά χρόνια από τότε που έμενα κάπου μόνιμα. Πλέον, έχω συνηθίσει να διασχίζω όλη την Αμερική, να πηγαίνω όπου με χρειάζονται, να μένω για λίγες μέρες και μετά να φεύγω. Μια τέτοια δουλειά…» Αναστέναξε. «Δεν ξέρω, δεν νομίζω ότι θα μου ταίριαζε να μένω σε ένα μέρος και να κάνω κάτι άλλο, για να βγάζω τα προς το ζην».
«Δεν μπορείς να γίνεις σερίφης ή κάτι τέτοιο;» ρώτησε ο Μπόντεμαν.

Ο Κάρτερ το σκέφτηκε. «Ναι, θέλω να πω, θα μπορούσα… Αλλά για να γίνεις σερίφης, πρέπει να σε ξέρουν στην πόλη, να σε εμπιστεύονται και έτσι να σε εκλέξουν».
«Και τι μ’ αυτό; Πουθενά δεν σε ξέρουν εσένα; Δεν έχεις κάνει γνωριμίες; Δεν σου χρωστάνε σε καμιά μικρή πόλη;»
Από το μυαλό του Κάρτερ πέρασε η Silent Desert. Η περιπέτεια που είχε ζήσει εκεί πέρα είχε δημιουργήσει ένα δεσμό ανάμεσα σε αυτόν και τους κατοίκους. Και για λίγο, είχε τρόπον τινά το ρόλο του σερίφη, μέχρι να αναλάβει η Πολιτεία. Είπε «Χμμ… Ίσως και να υπάρχει κάποια πόλη, όπως λες». Αλλά και πάλι… Ακόμα αμφέβαλλε. Προσπαθούσε να φανταστεί τον εαυτό του να φοράει κάθε μέρα την ίδια στολή και το σήμα του -αυτό το έκανε και τώρα, βέβαια-, να ξυπνάει σε ένα μικρό σπίτι, να καλημερίζει την γυναίκα του, να παίζει με τα παιδιά όσο παίρνουν πρωινό, έπειτα να διασχίζει την πόλη ως το τμήμα, να χαιρετάει τους ίδιους ανθρώπους κάθε μέρα… Οι εικόνες άλλαζαν στο μυαλό του, φτιάχνοντας ένα μεγάλο οικογενειακό πορτραίτο, που του ήταν… ναι, του ήταν προσφιλές. Δεν θα το απέκλειε. «Ίσως» είπε ξανά.

Ο Μπόντεμαν ξεφύσησε αγανακτισμένος. Είπε «Μου φαίνεται, θες λίγη βοήθεια από τον παλιόφιλο, τον Γιούρις. Αλλιώς μοναχός σου θα μείνεις και θα περιφέρεσαι όπου σε σέρνουν».
Ο Κάρτερ τον κοίταξε. «Είμαστε φίλοι τώρα, Γιούρις;»
«Θα το σκεφτώ. Αλλά τώρα άσε τις πολλές κουβέντες… εχμ… Πώς είπαμε ότι σε λένε;»
«Μαξ Κάρτερ, είπαμε ότι με λένε».
«Φέρε ένα τσιγάρο. Και φωτιά. Και θα δούμε αν θα γίνουμε φίλοι, Μαξ».

Ο Κάρτερ ένευσε. Και έπειτα, ακουμπώντας το γείσο του καπέλου του, χαιρέτισε τη Φρίντα «Κυρία μου. Να με συμπαθάτε που δεν σας μίλησα νωρίτερα, αλλά, όπως βλέπετε, όλοι είμαστε λίγο έως πολύ νευρικοί».
«Δε χρειάζεται να απολογείσαι, γενναίε πιστολέρο» του είπε εκείνη, χαμογελώντας.
«Ε!» πετάχτηκε ο Μπόντεμαν προς τον Κάρτερ. «Αυτή είναι η δική μου γυναίκα, Αμερικάνε. Για σένα, θα βρούμε άλλη».

Λίγο πιο μπροστά τους, ο μοίραρχος προσπέρασε τον Αυστριακό επιλοχία του Evidenzbureau και έτσι ο Μαρτίν πλησίασε με το άλογό του τον Ράινχελ –ο Χόπε δεν ακολούθησε το φίλο του. «Κοντεύουμε» είπε στον Τζόνας. Ένα μονοπάτι λίγο πιο μπροστά και στα αριστερά τους ανηφόριζε ανάμεσα στα δέντρα. Μέχρι να ξεκινήσουν να το διασχίζουν, δεν θα έβλεπαν καθαρά το κάστρο –το είχαν χάσει από το οπτικό τους πεδίο προ ολίγου. «Σύντομα θα φτάσουμε και θα σταθούμε κοντά του, κρυμμένοι, μέχρι να χωριστούμε και εμείς, οι λιγότεροι, να εισβάλλουμε μέσα του».
«Ναι, το ξέρω, Μαρτίν. Το ξέρω. Δε βλέπω την ώρα να μπούμε και να αντιμετωπίσουμε τους…» Ο Ράινχελ σταμάτησε για μια στιγμή και είπε χαμηλόφωνα «… τους βρικόλακες».
«Αλήθεια λες;»

Ο Ράινχελ χαμογέλασε. «Όχι. Η αλήθεια είναι πως φοβάμαι τι θα βρούμε εκεί μέσα. Δεν ξέρω πώς θα καταφέρουμε να βγούμε ζωντανοί και νικητές. Αλλά πάνω απ’ όλα, ανησυχώ για τον Φάμπιαν».
«Κι εγώ ανησυχώ για τον Φάμπιαν, Τζόνας. Όσον αφορά τα βαμπίρ…»
«Όχι, το εννοώ, Μαρτίν». Ο Ράινχελ τον κοίταξε κατάματα. «Το εννοώ. Ο Φάμπιαν με απασχολεί πιο πολύ από όλη αυτή την αποστολή. Ξέρω τι δυσκολίες έχει κληθεί να διαχειριστεί. Ειδικά με την κόρη του, την Ορέλια… Το καημένο το κορίτσι αρρωσταίνει συχνά. Περιμένει τον μπαμπά της, όπως και η σύζυγός του, η Έμιλυ, περιμένει τον άντρα της. Σώο. Ζωντανό, Μαρτίν».
«Το ξέρω». Ο Μαρτίν δεν σχολίασε κάτι άλλο για τον Φάμπιαν. Όσο πλησίαζαν το κάστρο, τόσο επιβεβαιωνόταν στο μυαλό του η πεποίθησή του ότι ο φίλος του δεν ζούσε –κι αυτό δεν ήταν καν το χειρότερο ενδεχόμενο. Τώρα που είχε έρθει και είχε δει τι συνέβη στο Μπραν, αλλά και στο Μπρασώφ, ήξερε ότι τα τέρατα απλά έπαιζαν μαζί τους. Εκμεταλλεύονταν τον πόνο τους, την αγωνία τους για τον άνθρωπό τους, κι έτσι τους τραβούσαν στο λημέρι τους, όπου θεωρούσαν ότι οι κοινοί θνητοί θα αποτελούσαν εύκολη λεία. Κι ίσως να μην έκαναν εντελώς λάθος, αλλά ο Μαρτίν και οι υπόλοιποι μαχητές θα φρόντιζαν να τιμωρήσουν την αυθάδεια των φρικιών. Θα ξερίζωναν τους σπόρους του Διαβόλου από το Μπραν και θα τους έκαιγαν με υγρό πυρ, και τις στάχτες θα τις έκλειναν σε ένα σεντούκι που θα το καταχώνιαζαν βαθιά στο έδαφος κάποιου αχαρτογράφητου νησιού.
«Ο Μπόντεμαν μάλλον δεν αντιπαθεί πλέον τον Μαξ» είπε ο Ράινχελ, χαμογελώντας.

Ο Μαρτίν κοίταξε πίσω του. Ο Γιούρις μιλούσε με τον Κάρτερ. Χαμογέλασε κι αυτός. «Καλά φαίνονται, αλλά με τον Γιούρις δεν μπορείς να είσαι σίγουρος σε αυτά τα θέματα. Αργότερα, μπορεί πάλι να εκνευριστεί με τον Μαξ».
«Φαντάζομαι. Ελπίζω μόνο να μην τσακωθούν όσο διαρκεί η αποστολή μας».
«Αυτό το ελπίζω κι εγώ».

Ο Ράινχελ ρώτησε «Ήθελες να μου πεις κάτι νωρίτερα, Μαρτίν;»
«Ναι, κάτι θέλω να συζητήσουμε».
«Πες μου».
«Θα το πούμε και στους άλλους που θα μας ακολουθήσουν μέσα στο κάστρο. Θα είναι δύσκολο να το εφαρμόσουμε, αλλά, αν ξεφύγουν τα πράγματα, θα αναγκαστούμε να το κάνουμε».

Ο Ράινχελ σοβάρεψε. «Σε τι αναφέρεσαι, Μαρτίν;»
«Τζόνας, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας ότι κάποιοι, αν όχι όλοι, δεν θα βγούμε ζωντανοί από αυτή την ιστορία. Κάποιοι θα πεθάνουμε από τα τραύματά μας, μπορεί και ακαριαία. Οι βρικόλακες είναι πολύ δυνατά όντα, και επίμονα. Δε σκοτώνονται εύκολα, οπότε θα γυρίσουν να επιτεθούν ξανά και ξανά. Κάποιοι από εμάς θα διστάσουν, κυρίως από φόβο μπροστά στην θέα των νεκροζώντανων, κι έτσι θα χαθούν».

Ο Ράινχελ κατένευσε, χωρίς να μιλήσει.
«Άλλοι, όμως… Δεν θα σταθούν τόσο τυχεροί, Τζόνας. Θα πέσουν στα δόντια των βρικολάκων και θα δηλητηριαστούν, και θα γίνουν σαν αυτούς. Και τότε οι άλλοι θα πρέπει να τους σκοτώσουν. Ό,τι είπαμε νωρίτερα, δηλαδή, πριν ξεκινήσουμε για το κάστρο. Μόνο που τώρα το ξαναλέω, και θα το ξαναπώ μετά. Αν ο διπλανός μας ή ο μπροστινός μας ή οποιοσδήποτε δικός μας δαγκωθεί από βρικόλακα, θα πρέπει να σκοτώσουμε και τους δύο. Αμέσως. Χωρίς κανένα δισταγμό. Χωρίς δεύτερες σκέψεις περί φιλίας και συναδελφοσύνης. Μια μαχαιριά στην καρδιά και αποκεφαλισμό, και για τους δύο».
Το απόσπασμα άρχισε να ανεβαίνει το μονοπάτι που θα τους έβγαζε στο κάστρο. Κι όπως το περίμεναν, είδαν το φρούριο να στέκει σκοτεινό, σαν τεράστια μαύρη κουκίδα ζωγραφισμένη στο χάρτη.
Καμιά ύποπτη κίνηση από το λημέρι των εχθρών –τουλάχιστον, απ’ όσο μπορούσαν να δουν.

«Καταλαβαίνω, Μαρτίν» είπε ο Ράινχελ. «Θα μας είναι δύσκολο, αλλά θα κάνουμε ό,τι πρέπει».
«Τζόνας, άκουσέ με» τον άρπαξε ο Μαρτίν από το χέρι. «Αν συμβεί το μοιραίο και σε εμένα, μην σταματήσεις για κανένα λόγο. Σκότωσέ με. Δεν θέλω να γίνω σαν αυτά τα τέρατα. Δώσε αυτή την υπόσχεση, όπως σου δίνω εγώ τώρα τη δική μου: δεν θα επιτρέψω να γίνεις βρικόλακας. Υποσχέσου το, Τζόνας».
«Φοβάσαι, Μαρτίν;» ρώτησε ο Ράινχελ.
«Αν δε φοβόμουν έστω και λίγο, θα ήμουν ηλίθιος, Τζόνας. Θυμάσαι τι σου είπα όταν ερχόμασταν προς το Μπραν; Κάθε φορά που μπλέκω σε μια υπόθεση με υπερφυσικά όντα, εύχομαι να μην υπάρχουν. Ο φόβος δεν είναι απαραίτητα εχθρός μας. Πολλές φορές, μας προφυλάσσει από αναπάντεχες επικίνδυνες καταστάσεις. Το ζήτημα είναι να μην τον αφήσεις να κυριαρχήσει, γιατί τότε θα σε καταπιεί και θα έχεις χάσει πριν κάνεις το οτιδήποτε».
«Κατάλαβα».
Ο μοίραρχος έδωσε εντολή στους φαντάρους να ετοιμαστούν.
«Εντάξει, το υπόσχομαι, Μαρτίν» είπε ο Ράινχελ. «Αν σε δαγκώσει βρικόλακας, θα σε σκοτώσω».

«Ήρθαν, λοιπόν» είπε ο Νικολάι, κι έμοιαζε σχεδόν ανακουφισμένος που τελείωσε η αναμονή τους. Αντίθετα από τους άλλους ομοίους του, αυτός στεκόταν μέσα από το κλειστό παράθυρο και παρακολουθούσε την ανοιχτή δασώδη έκταση, με ανυπομονησία. Κοίταξε προς τους άλλους, χωρίς να περιμένει να καταλάβουν τι περνούσε από το μυαλό του. Μόνο η Κόμισσα ήξερε, και αμφέβαλλε αν εκείνη θα έλεγε το παραμικρό, φοβούμενη μην τυχόν παρασυρθεί κανείς άλλος από την ηττοπάθεια του Νικολάι και μαζί φύγουν από το κάστρο.

Η Ρεβέκκα τον είχε περιγελάσει για αυτή του τη στάση, και το ίδιο έκανε και τώρα. «Σκέφτεσαι να πας να τους καλωσορίσεις, Νικολάι; Μήπως να τους παραδόσεις και την ζωή σου, για να έχεις έναν γρήγορο θάνατο;» Σηκώθηκε από την καρέκλα της στην κορυφή της μεγάλης βρόμικης τραπεζαρίας. Έδειξε τα σκυλίσια δόντια της προς τον άλλο. «Ή θα έρθεις με εμάς, που θα τους σφάξουμε, που τόλμησαν να έρθουν στο σπίτι μας;» τον ρώτησε, γλείφοντας τα χείλη της.
Λες κι έχω άλλη επιλογή; αναρωτήθηκε ο Νικολάι και ακολούθησε τους ομοίους του.

*

Τάκης Κομνηνός

Συνεχίζεται…

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

One response to “Η Εντολή της Κόμισσας – Μέρος Τρίτο – 3.ΙΙ”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading