«Κατάρα!» αναφώνησε. «Πρέπει να βγω έξω! Και είναι και Πέμπτη…». Δεν υπήρχε χειρότερο για εκείνη από το να βγει έξω! Εκεί έξω ήταν ο κόσμος που την πλήγωσε, ο κόσμος που δεν την καταλάβαινε, που την θεωρούσε φρικιό! Όχι, δεν ήθελε άλλο από τον κόσμο τους!
Είχε καταφέρει τα τελευταία χρόνια να συρρικνώσει την ζωή της στο μικρό διαμέρισμα των Αμπελοκήπων. Όλα βρίσκονταν εκεί, το pc που δούλευε αυστηρά από το σπίτι, ο δικός της χώρος, όπως εκείνη τον ήθελε, πότε τακτοποιημένος, πότε όχι, δεν την ένοιαζε και πολύ, άλλωστε δεν δεχόταν επισκέψεις. Δεν είχε φίλους, δεν γνώριζε τους συναδέλφους της, ούτε κάμερα δεν άνοιγε στις διαδικτυακές συναντήσεις. Συγγενείς και αδέλφια δεν ζούσαν στην Αθήνα, άλλωστε ποτέ δεν απαντούσε στις κλήσεις τους να μάθει νέα τους. Μόνο μηνύματα με δικαιολογίες έστελνε, να τους αποφύγει. Στις συνελεύσεις της πολυκατοικίας δεν εμφανιζόταν ποτέ, ούτε στην γειτονιά. Ό,τι χρειαζόταν το αγόραζε από το internet με παράδοση στον χώρο της. Όλοι είχαν αποδεχτεί την μυστήρια ύπαρξή της.
Ζωντανή την κρατούσε το μπαλκόνι, που είχε διαμορφώσει σε έναν όμορφο κήπο, και ένας τολμηρός γάτος που την «υιοθέτησε» με το ζόρι. Παρόλο την μοναχικότητά της, ήταν πάντα ενημερωμένη με τις ειδήσεις της επικαιρότητας και θαύμαζε πολλούς διάσημους από την ασφάλεια που της παρείχαν τα social media. Φανταζόταν κάποια στιγμή πως τους συναντούσε. Τι φόραγε, πώς ήταν, τι έλεγαν και πάντα στην φαντασία της, την έβρισκαν όμορφη και γοητευτική. Το αντίθετο από αυτό που ένιωθε!
Εκείνο το πρωί άνοιξε αγχωμένη την ντουλάπα, βρήκε ένα T- shirt και ένα παντελόνι πιτζάμας, τα φόρεσε βιαστικά, άρπαξε την κάρτα και τα κλειδιά και βγήκε. Την είχε πιάσει αλλεργία, δεν το είχε πάρει είδηση ότι της τέλειωσαν τα φάρμακα και ένιωθε το κορμί της να φουντώνει σαν ένα πελώριο σπυρί που ήταν έτοιμο να σπάσει και να πετάξει όλο το πύο, στον ήδη πυώδη κόσμο!
Άνοιξε το κινητό γρήγορα και googlαρε το κοντινότερο φαρμακείο. Για καλή της τύχη, υπήρχε ένα δίπλα στην είσοδο της πολυκατοικίας της. «Πότε άνοιξε φαρμακείο εδώ;» αναρωτήθηκε, μα μετά θυμήθηκε πως είχε να βγει σχεδόν δυο χρόνια από το διαμέρισμά της. Φαγούρα την έπιασε αναπάντεχα και μπήκε στο φαρμακείο αλαφιασμένη, εκλιπαρώντας για βοήθεια. Ο φαρμακοποιός, ένας σοβαρός μεγαλύτερης ηλικίας κύριος, αφού είδε λεπτομερώς τα σπυράκια στα χέρια, της έδωσε ένα αντισταμινικό και της συνέστησε να πάει στο γιατρό. «Αδύνατον!» του απάντησε. «Δεν βγαίνω από το σπίτι!». Κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι, και την πληροφόρησε πως στην πολυκατοικία με αριθμό 14, ακριβώς δίπλα από το φαρμακείο του, υπήρχαν δυο γιατροί και μάλιστα δερματολόγοι και οι δυο.
«Στο 14 μένω…» πόσα είχε χάσει ξανασκέφτηκε.
«Αλήθεια; Και εγώ! Δεν έτυχε να συναντηθούμε!» αποκρίθηκε ευγενικά ο φαρμακοποιός που αμέσως κατάλαβε πως είναι η «περίεργη» της πολυκατοικίας που όλοι αναφέρουν στις συνελεύσεις. «Μα είναι κρίμα να μην πάτε, είναι στον 4ο όροφο. Μισό λεπτό να καλέσω τον πρώτο να σας δεχτεί, γιατί χωρίς ραντεβού θα δυσκολευτείτε. Πρέπει οπωσδήποτε να πάτε, ίσως χρειαστείτε κάτι παραπάνω από αντισταμινικά, μα δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω χωρίς συνταγή γιατρού…».
Να πάρει, σκέφτηκε. Έμπλεξε. Και αυτά τα σπυριά πόσο την ενοχλούσαν! Δεν είχε άλλη επιλογή, έπρεπε να πάει στον γιατρό.
«Ναι, ναι. Είναι εδώ στο φαρμακείο. Πώς λέγεστε παρακαλώ με ρωτάει ο γιατρός;»
«Αναστασοπούλου» απάντησε απρόθυμα
«Ναι γιατρέ μου, ευχαριστώ. Θα το μεταφέρω» τον άκουσε να λέει, κλείνοντας το τηλέφωνο. «Σας περιμένει» απάντησε ο ευγενικός φαρμακοποιός, «στον 4ο, Παπαχρήστου λέγεται».
Δεν είναι καλά. Ζαλίζεται. Παπαχρήστου; Μα απ’ όλους τους ανθρώπους αυτόν;
«Παπαχρήστου Φώτης;» ρωτάει ξέπνοα.
«Ναι! Παπαχρήστου Φώτης» απαντά ο φαρμακοποιός και πριν προλάβει να ολοκληρώσει την φράση του εκείνη «ταβλιάζεται» στον πάτωμα.
——————————
Στο γυμνάσιο ντυνόταν πάντα στα μαύρα, με στενά τζιν και μπλουζάκια heavy metal συγκροτημάτων. Βαφόταν σε αποχρώσεις μαύρο, γκρι και μωβ και τα μαλλιά της ήταν μονίμως στερεωμένα σαν καρφιά με μπόλικη λακ και ζελέ. Είχε μόνο μια φίλη την Ελένη, και της ήταν αρκετό. Ήταν το φρικιό, το είχε αποδεχτεί, είχε συνηθίσει να το ακούει, δεν είχε καμία επαφή με τα υπόλοιπα παιδιά και αν δεν ήταν καλή μαθήτρια θα είχε σίγουρα αποβληθεί από την εξωτερική εμφάνισή της.
Ο Φώτης είχε πρόσφατα μετακομίσει, και πρώτος τις πλησίασε να κάνουν παρέα. Και είχε πλάκα! Πολλή πλάκα! Τι όμορφα που πέρναγαν οι τρεις τους, έκαναν ωραία παρέα και επιτέλους έβρισκε νόημα σε αυτή την χωρίς τέλος εφηβεία της! Συνήθως απέφευγε να κοιτά στα μάτια τους συμμαθητές της, όταν περνούσε από το προαύλιο, ήταν σίγουρο ότι θα ψιθύριζαν κάτι για την εμφάνισή της. Μα εκείνη την Πέμπτη, και από τότε μίσησε τις Πέμπτες, ο Φώτης ήταν στο προαύλιο μαζί με μια παρέα αγοριών, τον είδε, χαμογέλασε και πήγε να του μιλήσει. Ήταν ο Φώτης, δεν είχε κανένα κίνδυνο να χλευαστεί! …Η εφηβεία, σκεφτόταν χρόνια μετά, είναι μια χαζή ηλικία που προσπαθούμε να αποδείξουμε σ’ όλους πόσο «γαμάtoi» είμαστε. Πόσο απεγνωσμένα αποδεχτοί θέλουμε να νιώθουμε. Πόσο τραγικά ανόητοι μπορούμε να γίνουμε! «Το φύγε» δεν την πλήγωσε. Το ειρωνικό γέλιο του όμως την έσχισε στα δυο… ήθελε απλά ν’ ανοίξει η γη να την καταπιεί. Ήθελε να εξαφανιστεί από προσώπου γης, να χωθεί σε μια τρύπα και να βγει όταν θα τελείωνε το γυμνάσιο… δεν ήθελε να ζει, δεν ήθελε να βλέπει τον Φώτη να την κοροϊδεύει μαζί με τους υπόλοιπους, που επέλεξε να κάνει παρέα.
Εφηβεία! Ανόητη ηλικία! Ειδικά αν οι γονείς σου δεν σε καταλαβαίνουν. Έφυγε από το σχολείο εκείνη την Πέμπτη, κλείστηκε στο δωμάτιό της και μέχρι την Παρασκευή το βράδυ, κανείς δεν την αναζήτησε. Οι γονείς της δεν αναρωτήθηκαν. Είχαν άλλωστε τα δικά τους θέματα. Πάντα τα δικά τους θέματα, εκείνη δεν υπήρχε! Είχε γεμίσει με σπυριά το θυμάται ακόμα, και έκλαιγε συνεχώς, σφίγγοντας το μαξιλάρι πάνω της. Οι σκιές και το κραγιόν είχαν μουτζουρώσει τα μάτια και το πρόσωπο, και όταν είδε το είδωλό της στον καθρέπτη πέταξε με θυμό το μαξιλάρι φωνάζοντας «Φύγε φρικιό!». Αν δεν ήταν τόσο δειλή, θα έβαζε τέλος στην ζωή της. Εύθραυστη εφηβεία, μια αναποδιά και θέλεις να «φύγεις», μια αρνητική σκέψη που σε στοιχειώνει για πάντα, και σπυριά, πολλά σπυριά.
Πέμπτη, και ο Φώτης εμφανίστηκε ξανά! Και τα σπυριά μαζί του…
«Όχι, όχι ανόητη μην κλαις! Δεν στο επιτρέπω! ΜΗΝ ΚΛΑΙΣ!» φώναξε στον εαυτό της χτυπώντας με θυμό την πόρτα στο διαμέρισμά της. «ΣΕ ΜΙΣΩ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ! ΜΕ ΑΚΟΥΣ; ΣΕ ΜΙΣΩ!» φώναξε από το μπαλκόνι με την ελπίδα να την ακούσει στον κάτω όροφο. Και μετά ηρέμησε κάπως. «Και τι με νοιάζει ο Παπαχρήστου; Εγώ τα κατάφερα και έκανα τόσα, σπούδασα και δουλεύω και έχω αρκετά χρήματα. Είμαι εδώ και είμαι καλά! Είμαι καλά… Αυτή η τρύπα μόνο με ενοχλεί, με ακολουθεί παντού και κάθε φορά γίνεται μεγαλύτερη, όταν δεν με καταλαβαίνουν, όταν με απαξιώνουν. Ανόητη! Έδωσες αξία σε έναν έφηβο! Σύνελθε. Τώρα θα πάω κάτω να του τα πω!» και με θυμό βγήκε από το διαμέρισμα, δεύτερη φορά σήμερα!
Περίμενε στο μεγάλο καναπέ την σειρά της και όταν επιτέλους μπήκε, ξεκίνησε να φωνάζει! Τα είπε όλα, του τα έχωσε για τα καλά! Το ευχαριστήθηκε! Σήκωσε το βλέμμα να λάβει ευχαρίστηση, μα αντί αυτού αντίκρυσε έναν άνδρα που είχε την ηλικία του πατέρα της. Ήταν πιθανότητα συνωνυμία… Πόσο ντράπηκε! Ο κατάπληκτος γιατρός στάθηκε για λίγο, και όταν παρατήρησε τα σπυριά, ξεκίνησε την εξέταση.
Άγχος, η διάγνωση! Ο γιατρός, συνταγογράφησε ένα σωρό χάπια και κρέμες, εξήγησε στην ασθενή και όρισε νέα ημερομηνία επανεξέτασης, σχεδόν ξεχνώντας την έκρηξη λεκτικού θυμού με την οποία του «όρμησε» η παράξενη ασθενής. Προείχε η υγεία της και δυστυχώς αυτή η κοπέλα δεν ήταν καθόλου καλά, είχε σωματοποιήσει την ψυχική της κατάσταση, τα σπυράκια ήταν η προειδοποίηση πως το σώμα δεν άντεχε άλλο. Προσπάθησε διακριτικά να το συζητήσει μαζί της, μα εκείνη είχε ντραπεί από την συμπεριφορά της, υπέθεσε ο γιατρός, και είχε «κλειδώσει» εντελώς.
«Κυρία Αναστασοπούλου, υποθέστε πως αυτός ο Φώτης δεν είναι συνωνυμία, πως είμαι εγώ και αφήστε το να «φύγει». Πετάξτε το από πάνω σας. Αρκετά σας έχει καταβάλει, τι λέτε;»
«Ναι… ναι με συγχωρείτε και πάλι» αποκρίθηκε κουνώντας το κεφάλι και έφυγε διστακτικά κλείνοντας την πόρτα του ιατρείου.
Ο γιατρός έβγαλε το κινητό από την τσέπη της λευκής ποδιάς και πήρε τηλέφωνο.
«Φώτη; Ο Μάνος είμαι, ο γείτονας γιατρός. Αναστασοπούλου, σου λέει κάτι; Μπέρδεψε τα ιατρεία και ήρθε σε εμένα. Με έβρισε με τον χείριστο τρόπο μα δεν έδωσα σημασία. Με πέρασε για εσένα. Κοίτα να έχεις τον νου σου, ναι;» τον προειδοποίησε και έκλεισε την γραμμή. «Αυτά παθαίνεις όταν έχεις διπλανά ιατρεία» μονολόγησε και άνοιξε την πόρτα να δεχτεί τον επόμενο ασθενή.
Όσο για την Αναστασοπούλου, τα είπε και τα έβγαλε από μέσα της! Πήγε σπίτι και πήρε αγκαλιά τον γάτο της. «Φώτη θα σε φωνάζω» του είπε και έλαβε ένα αμυδρό «Νιάου» σαν απάντηση. Στην άλλη άκρη του δωματίου χτυπούσε το κινητό σαν τρελό. Την καλούσαν από την δουλειά για το καθιερωμένο meeting της Πέμπτης. Είδε τον αριθμό και αποφάσισε να ανοίξει κάμερα. Πρώτη φορά που θα έβλεπε και θα την έβλεπαν οι συνάδελφοι και ίσως αύριο να έβγαινε και μια βόλτα στην γειτονιά, δεν της φάνηκαν τόσο τραγικοί οι άνθρωποι, αντιθέτως την βοήθησαν! Ας τους έδινε μια ευκαιρία ακόμα, τι και αν κάποτε τι θεωρούσαν φρικιό;
Ελένη Ρέγγα
