Τα μελομακάρονα

«Καλημέρα σας! Θα ήθελα ένα διπλό καπουτσίνο σκέτο παρακαλώ!»
«Φυσικά! Θέλετε κάτι άλλο;»
«Μελομακάρονα έχετε;»
«Βέβαια!»
«Θα ήθελα ένα, παρακαλώ!»

Η σερβιτόρα, αφού πήρε την παραγγελία της, της χαμογέλασε και απομακρύνθηκε από το τραπέζι. Η Βίκυ χαλάρωσε στη μεγάλη πολυθρόνα και έβγαλε από την τσάντα της ένα κόκκινο σημειωματάριο. Τράβηξε τον σελιδοδείκτη και σκάναρε αστραπιαία τη σελίδα μπροστά της. Ήταν γεμάτη σημειώσεις, αστερίσκους, υπογραμμίσεις με μαρκαδόρο και αυτοκόλλητα. Αμέτρητα χριστουγεννιάτικα αυτοκόλλητα. Όχι μόνο εκείνη η σελίδα, αλλά όλο το σημειωματάριο. Το άφησε στα πόδια της και έβγαλε από την τσάντα ένα τάμπλετ. Συνδέθηκε και άρχισε να πληκτρολογεί…

«Μια ακόμα μέρα, ένα ακόμα μελομακάρονο. Δεν έχω βρει ποιο είναι το αγαπημένο μου, και η λίστα σε λίγο τελειώνει. Σήμερα ένα μικρό συνοικιακό καφέ εδώ στην καρδιά της Αθήνας…»

Η σερβιτόρα άφησε μπροστά της μια μεγάλη κούπα, αρκετά μεγάλη κούπα για τα αθηναϊκά δεδομένα, με έναν διπλό καπουτσίνο και δίπλα ένα πιατάκι με δύο μελομακάρονα. ΔΥΟ! Ένα με επικάλυψη σοκολάτας και ένα κλασικό. Σκέτο. Μελωμένο και καρυδένιο.

«Συγγνώμη… Ένα μελομακάρονο ζήτησα!»
«Ναι ναι, το γνωρίζω. Το ένα είναι κερασμένο από έναν κύριο που μόλις έφυγε. Μας είπε να σας πούμε πως πρέπει οπωσδήποτε να φάτε το σοκολατένιο. Σίγουρα θα βρείτε αυτό που ζητάτε!»

Η Βίκυ αμέσως ανασηκώθηκε και άρχισε να ψάχνει έξω από το τζάμι μήπως και βρει εκείνον τον μυστηριώδη μελομακαρονοκεραστή, αλλά κανένας ύποπτος.

«Σας ευχαριστώ πολύ!», είπε στη σερβιτόρα και πήρε στα χέρια της το μικρό πιατάκι. Πήρε το κλασικό μελομακάρονο και το δοκίμασε. Παράλληλα άνοιξε το μικρό σημειωματάριό της και τίκαρε κάποια μικρά κουτιά που είχε ζωγραφίσει.

Ψημένο σωστά ΝΑΙ
Σιροπιασμένο σωστά *θα μπορούσε καλύτερα
Καρύδι τριμμένο ΟΧΙ *χοντροκομμένο
Τραγανό στη μέση ΝΑΙ *δυστυχώς
Κανελλάτο ΝΑΙ

Έκλεισε το σημειωματάριό της, σκούπισε το στόμα της και άφησε το πιατάκι στην άκρη. Το σοκολατένιο δεν θα το έτρωγε. Τουλάχιστον όχι εκείνη τη στιγμή. Είχε έναν στόχο και το deadline της ήταν σε δύο μέρες. Ήπιε μια γουλιά από τον εξαίσιο καφέ της και άρχισε να πληκτρολογεί στο τάμπλετ…

«Εξαιρετικός καφές! Ίσως ο καλύτερος που έχω πιεί ποτέ! Το μελομακάρονο όμως… Μπισκοτένιο! Για τους λάτρεις των τραγανών μελομακάρονων, να ξέρετε ότι βρήκατε το στέκι σας! Όσο για μένα… Θα δώσω μια ακόμη ευκαιρία… Δεν ξέρω γιατί, είμαι όμως σίγουρη πως την αξίζει! Τώρα προχωράμε στα τελευταία δύο μαγαζάκια της λίστας!»

Αφού ήπιε τον καφέ της, πλήρωσε και σηκώθηκε να φύγει, μα η σερβιτόρα τη σταμάτησε.

«Το σοκολατένιο; Δεν θα το φάτε;». Η Βίκυ την κοίταξε με απορία.
«Όχι σήμερα! Δεσμεύομαι για αύριο που θα ξανάρθω!». Χαμογέλασε και βγήκε από το μαγαζί. Θα επέστρεφε και για αυτό ήταν σίγουρη. Αυτό που δεν ήξερε ήταν το γιατί.

Το επόμενο πρωί, μπήκε ξανά σε εκείνο το μικρό συνοικιακό μαγαζάκι. Βρήκε το ίδιο τραπέζι άδειο και κατά τύχη, ήταν εκεί η ίδια σερβιτόρα που την είχε εξυπηρετήσει. Η μόνη διαφορά ήταν πως το μικρό μαγαζάκι ήταν στολισμένο. Μέσα σε μερικές ώρες είχαν καταφέρει να δώσουν οι άνθρωποι του μαγαζιού, όλο το χριστουγεννιάτικο κλίμα που χρειαζόταν.

«Ουάου!», έκανε η Βίκυ μόλις παρατήρησε όλα τα στολίδια.
«Ναι! Ναι! Το αφεντικό μας το στόλισε μες στη νύχτα. Παραξενευτήκαμε και εμείς όταν ανοίξαμε, αλλά είναι τόσο όμορφο!»
«Πράγματι!».

Μια τρομαγμένη νεαρή έκανε την εμφάνισή της και ψιθύρισε κάτι στην σερβιτόρα που εξυπηρετούσε τη Βίκυ. «Τιιιιι;;; Πάλι;;; Ανάθεμά τον! Αν έχει τίποτα έτοιμο, ας το βγάλουμε σε παρακαλώ!», της απάντησε και η τρομαγμένη κοπέλα εξαφανίστηκε από μπροστά τους.

«Είστε έτοιμη να παραγγείλετε;»
«Φυσικά! Έναν διπλό καπουτσίνο και ένα μελομακάρονο! Απλό, παρακαλώ!»
«Αχ! Θα πρέπει να κάνετε λίίίίίγη υπομονή, το αφεντικό μας, ο ζαχαροπλάστης μας εννοώ, δεν έχει ολοκληρώσει τα σημερινά μελομακάρονα. Έχει, ας πούμε, αφηνιάσει λίγο…»
«Γιατί;»
«Γιατί κάποιος είπε ότι έφαγε ένα μπισκοτένιο μελομακάρονο και ο Φίλιππος τα σιχαίνεται! Αχ, το αφεντικό μου εννοώ… Τον ζαχαροπλάστη… Σκ@τa!», είπε η σερβιτόρα πανικόβλητη.

Η Βίκυ σκοτείνιασε ξαφνικά. Εκείνη είχε φάει ένα μελομακάρονο και είχε γράψει στο μπλογκ της ότι ήταν μπισκοτένιο. Αποκλείεται ο άνθρωπος αυτός να είχε διαβάσει το σχόλιό της! Αλλά αν συνέβη αυτό… Κατέστρεψε η ίδια την ημέρα ενός ανθρώπου και αυτό ήταν κάτι που δεν ήθελε με τίποτα!

«Συγγνώμη! Πού είναι η κουζίνα;»
«Από εκεί! Απαγορεύεται όμως…»
«Άκου! Θέλω ένα μελομακάρονο. Ένα οποιοδήποτε μελομακάρονο. Μπορείς να μου φέρεις;»
«Μααααα!»
«Αχ! Σε παρακαλώ!»

Η κοπέλα εξαφανίστηκε και χώθηκε στην κουζίνα. Η Βίκυ περίμενε με ανυπομονησία το μελομακάρονό της. Από την κουζίνα ακούστηκαν διάφοροι θόρυβοι και λίγες φωνούλες, μα στο τέλος βγήκε η κοπέλα κρατώντας ένα μικρό πιατάκι στα χέρια. Το έφερε και το άφησε μπροστά στη Βίκυ. Η Βίκυ έπιασε το μικρό μελομακάρονο, το έφερε στο στόμα της και το δάγκωσε.

Έκλεισε τα μάτια και απήλαυσε τη στιγμή. Το μελομακάρονο έλιωνε στο στόμα της. Η κανέλα και το καρύδι έσκασαν σαν πυροτέχνημα στον ουρανίσκο της. Το απόλυτο μέλωμα. Η απόλυτη γεύση.

«Είστε καλά;»
«Μμμμμμμμ…»
«Καλέ, κυρία;»
«Ναι! Πάμε στην κουζίνα! Αν μπορείς σε παρακαλώ, φέρε μου τον καφέ μου μέσα και μαζί έναν καφέ για το αφεντικό σου. Τον ζαχαροπλάστη εννοώ. Από μένα!»

Και πριν προλάβει να απαντήσει η κοπέλα, η Βίκυ πετάχτηκε μέσα στην κουζίνα. Εκεί, την κοιτούσε αποσβολωμένος ένας τύπος ντυμένος με μια άσπρη ποδιά. Όμορφος. Γεροδεμένος. Τα μαλλιά του ανακατεμένα. Το βλέμμα του κενό και μπροστά του το χάος. Μπασίνες, μαρίζ, θερμόμετρα, κούπες από πορτοκάλια, καρύδια, ζάχαρη, κατσαρόλες…

Η Βίκυ κρατούσε με ευλάβεια την τελευταία μπουκιά από το μελομακάρονό της και τον κοιτούσε στα μάτια.

«Συγγνώμη… είστε; Και γιατί είστε;»
«Με λένε Βίκυ και είμαι εδώ για να σας δώσω να δοκιμάσετε αυτό!». Του έτεινε το μελομακάρονο.
«Είναι τόσο χάλια που κάνατε τον κόπο να μου το δώσετε;», της είπε εκείνος και σωριάστηκε το σκαμπό δίπλα του. Η Βίκυ σκάναρε τον χώρο.
«Εκείνα τα μελομακάρονα είναι της ίδιας φουρνιάς;»
«Ναι!»

Η σερβιτόρα μπήκε φουριόζα στην κουζίνα κρατώντας δύο κούπες. Τις ακούμπησε στον πάγκο ενώ το αφεντικό της την κοιτούσε περίεργα. Λίγο πριν φύγει, την σταμάτησε η Βίκυ.

«Συγγνώμη… Αχ αλήθεια, πώς σε λένε;»
«Μαίρη!»
«Μαίρη μου, σε παρακαλώ, κάνε μου μια χάρη. Πάρε εκείνη την πιατέλα με τα μελομακάρονα και πρόσφερέ την στον κόσμο!»
«ΜΑΙΡΗ ΜΗΝ ΤΟΛΜΗΣΕΙΣ!», της είπε εκείνος και η Βίκυ του έριξε μια απειλητική ματιά.
«Πάρ’ τα κορίτσι μου, σε παρακαλώ! Εμπιστεύσου με! Τίποτα δεν θα σου κάνει ο κύριος!»
«Φίλιππος! Αφεντικό!», της είπε εκείνος φανερά εκνευρισμένος.
«Βίκυ! Η μπλόγκερ με τα μελομακάρονα!», απάντησε χαμογελώντας.

Ο Φίλιππος πετάχτηκε από την καρέκλα και έμεινε ακίνητος να τη χαζεύει…

«Μαίρη! Πάρε την πιατέλα και σε παρακαλώ, να μην μας ενοχλήσει κανείς!».

Η Μαίρη πήρε τα μελομακάρονα και εξαφανίστηκε. Η Βίκυ κρατώντας την τελευταία μπουκιά από το μελομακάρονο ακόμα στο χέρι, πλησίασε τον Φίλιππο. Εκείνος την κοιτούσε στα χαμένα. Μόλις έφτασε σε απόσταση αναπνοής, άνοιξε το στόμα του και η Βίκυ τον τάισε το μικρό γλυκάκι. Ο Φίλιππος έκλεισε τα μάτια φοβούμενος την συνέχεια…

«Λοιπόν…», του είπε η Βίκυ, «είναι το καλύτερο μελομακάρονο που έχω φάει ποτέ! Τελείωσα την αναζήτηση και κατέληξα!»
«Με κοροϊδεύεις; Εσύ δεν ανέβασες εχτές ότι ήταν μπισκοτένιο το μελομακάρονο; Εσύ δεν επέστρεψες το σοκολατένιο;», τη ρώτησε ο Φίλιππος.
«Και εσύ πού το ξέρεις;»
«Εγώ στο έστειλα! Όχι όμως επειδή ξέρω ποια είσαι, απλά επειδή ήσουν τόσο όμορφη εχτές όπως σε χτυπούσε ο ήλιος… Άλλη ιστορία! Να ξέρεις, παρακολουθώ όλο το διαδικτυακό σου ταξίδι για να βρεις το καλύτερο μελομακάρονο της Αθήνας που πείσμωσα και προσπάθησα να βγάλω το καλύτερο μέχρι να έρθεις. Και τελικά… Μπισκοτένιο!»

«Φίλιππε, έχεις τα καλύτερα μελομακάρονα της Αθήνας. Από χθες το ήξερα, απλά ήθελα να το επιβεβαιώσω. Τέτοια γεύση δεν είχα ξαναφάει και ναι, ok το χθεσινό ήταν μπισκοτένιο. Αλλά ήταν το καλύτερο μπισκοτένιο. Και σήμερα απέδειξες ότι είχα δίκιο! Τα καλύτερα μελομακάρονα! Στο λέω εκ πείρας! Τα γύρισα όλα! Έφαγα τα πάντα! Αλήθεια σου λέω!»
«Το εννοείς;»
«Δεν θα έλεγα ποτέ ψέματα για κάτι τόσο σοβαρό!», του είπε η Βίκυ και του χαμογέλασε.
«Ωραία! Θα φας και το σοκολατένιο;», τη ρώτησε
«Θα φάω όσα θες, αρκεί να κάτσεις να πιούμε μαζί ένα καφέ!»
«Θα πιούμε όσους θες, αν μου υποσχεθείς πως θα έρχεσαι κάθε μέρα εδώ! Να σε βλέπω και να τρώμε μελομακάρονα!»
«Στο υπόσχομαι, Φίλιππε!»

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading