Η ταμπακιέρα της Μαριάνθης

Η Εύα και ο Rocky μόλις μετακόμισαν στο καινούργιο διαμέρισμα και υπήρχε αρκετή ακαταστασία ακόμη. Η Εύα ήθελε να γίνουν όλα σωστά αυτή τη φορά. Τριγύρω άδειες κούτες, δεκάδες διάσπαρτα πράγματα στο πάτωμα και στην δεξιά γωνία του σαλονιού, δίπλα από το παράθυρο, ένα φουντωτό χριστουγεννιάτικο δέντρο χωρίς στολίδια και φωτάκια. Τα Χριστούγεννα ήταν σε τρεις ημέρες και ήθελε οπωσδήποτε να στολίσει το δέντρο. Στο βάθος ακουγόταν το ραδιόφωνο που έπαιζε χριστουγεννιάτικα τραγούδια και το αναμμένο κερί επάνω στο τραπεζάκι μοσχομύριζε πορτοκάλι και κανέλα. Τα πάντα θύμιζαν Χριστούγεννα! Ακόμη και ο Rocky ταίριαζε γάντι με το εορταστικό σκηνικό φορώντας ένα κατακόκκινο πουλόβερ με λευκές χιονονιφάδες και ένα χρυσό κουδουνάκι στο λαιμό. Κάθε φορά που ο Rocky χοροπηδούσε το κουδουνάκι του ηχούσε εύθυμα και αυτό έκανε την Εύα να χαμογελάει. Έτοιμος για περιπέτειες την ακολουθούσε σε όλο το σπίτι ψάχνοντας να βρουν το κουτί με τα στολίδια. Το κουτί όμως δεν ήταν πουθενά και δεν μπορούσε να θυμηθεί αν το είχε κατεβάσει από το αυτοκίνητο. Η Εύα τότε γονάτισε και χάιδεψε τα αυτιά του Rocky λέγοντάς του: «Ματάκια μου, θα πάω μέχρι το αυτοκίνητο να δω μήπως ξέχασα εκεί το κουτί με τα χριστουγεννιάτικα. Είναι η τελευταία μας ελπίδα! Πηγαίνω τώρα και να είσαι φρόνιμος ε, σ’ αγαπώ!».
Ο Rocky γάβγισε συγκαταβατικά και η Εύα έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Καθώς κατέβαινε τις σκάλες σιγοτραγουδούσε ένα από τα πιο δημοφιλή χριστουγεννιάτικα τραγούδια και έκανε παραλληλισμό με την δική της ζωή, αποφασισμένη πως αν θα δώσει κάπου την καρδιά της φέτος, θα είναι κάπου ξεχωριστά. Η Εύα μόλις βγήκε από μία μακροχρόνια σχέση η οποία της στοίχισε πολύ. Με ομηρικούς καυγάδες, καθημερινή λεκτική βία και εντάσεις. Μέσα της όλα είχαν τελειώσει εδώ και καιρό αλλά της ήταν δύσκολο να φύγει, συνηθισμένη τόσα χρόνια να ζει μέσ’ στο κλουβί.

Κάποια στιγμή η Εύα έπρεπε να λείψει για επαγγελματικούς λόγους και ο Θάνος κλείδωσε τον Rocky στο υπόγειο για δύο ολόκληρες ημέρες, χωρίς φαγητό, χωρίς νερό. Ο έρμος έκλαιγε ασταμάτητα και ο Θάνος τον άφησε να υποφέρει! Mε το αρρωστημένο του μυαλό ήξερε πως έτσι θα έκανε την Εύα να σπάσει κι άλλο, αυτό ήταν! Η καρδιά της ράγισε που δεν μπόρεσε να τον προστατέψει. Την επόμενη μέρα έφυγαν και με την βοήθεια της οικογένειάς της βρήκε το διαμέρισμα που μόλις μετακόμισαν. Υποσχέθηκε στον Rocky πως δεν θα αφήσει κανέναν να του κάνει κακό ξανά και πως οι δύο τους θα ζήσουν ευτυχισμένοι. Μια νέα ζωή.

Για καλή της τύχη το κουτί με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια ήταν στο αυτοκίνητο και έτσι δεν άργησε να γυρίσει πίσω. Ξεκλειδώνοντας την πόρτα περίμενε να ακούσει το γάβγισμα του Rocky, μα αυτός στεκόταν σχεδόν παγωμένος να κοιτάζει προς το φωτιστικό. Μόλις έφτασε κοντά του, εκείνος περπάτησε με αργά βήματα και σκυμμένο το κεφάλι και εμφανώς φοβισμένος άρχισε να κλαίει. Τον πήρε αμέσως στην αγκαλιά της και αυτός κούρνιασε παραπονεμένα.
“Τι έγινε αγόρι μου; Όλα καλά, δεν άργησα πολύ! Εδώ είμαι!” είπε η Εύα προχωρώντας προς το σαλόνι και μια παράξενη μυρωδιά της προκάλεσε έκπληξη, ήταν ένας συνδυασμός τσιγάρου και μέντας. Με έκπληξη επίσης παρατήρησε πως το κερί επάνω στο τραπέζι του σαλονιού ήταν σβησμένο και σίγουρα δεν το είχε σβήσει πριν φύγει. Δεν έδωσε και πολύ σημασία. Σκέφτηκε πως το κερί μάλλον έσβησε από το άνοιγμα της πόρτας και οι μυρωδιές το πιο πιθανόν να ήρθαν από έξω, μιας και το παράθυρο του σαλονιού ήταν ανοιχτό. Ο Rocky ήρεμος πια αποκοιμήθηκε στο πάτωμα δίπλα από το δέντρο. Η Εύα χαρούμενη άνοιξε το κουτί με τα στολίδια και άρχισε να στολίζει το δέντρο με κόκκινες και πράσινες μπάλες, άλλες με χρυσόσκονη και άλλες ματ, με χρυσούς φιόγκους και μερικές καμπανούλες. Φτάνοντας στον πάτο του κουτιού συνειδητοποίησε πως δεν υπήρχαν φωτάκια και το μόνο στολίδι που είχε μείνει ήταν το μεγάλο αστέρι. Με μια βαθιά ανάσα ανακούφισης το τοποθέτησε απαλά στην κορυφή του δέντρου.
«Όλα καλά θα πάνε…» σκέφτηκε και πήρε τον Rocky αγκαλιά, έσβησε τα φώτα και πήγαν για ύπνο.

Στη μέση της νύχτας ένας δυνατός θόρυβος τους ξύπνησε, πετάχτηκαν από το κρεβάτι και η Εύα κοίταξε σαστισμένη το κινητό της. Ήταν μόνο 3:30 π.μ. Βγήκαν από το υπνοδωμάτιο και ο Rocky γάβγιζε όσο πιο δυνατά μπορούσε ψάχνοντας τι ήταν αυτό που τους ξύπνησε. Η Εύα κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα και έλεγξε αν είχε κλειδώσει πριν πάνε για ύπνο. Όλα κλειδωμένα. Κοίταξε από το ματάκι της πόρτας και δεν υπήρχε φως στο διάδρομο. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα και με αγωνία συνέχισε προς την κουζίνα, άναψε το φως και τα πάντα ήταν στη θέση τους. Ο Rocky φτάνοντας πρώτος στο σαλόνι γαύγιζε κοφτά, σαν κάποιος να ήταν εκεί και η Εύα άναψε αμέσως το φως. Κανείς. Έκπληκτη αντίκρισε το χριστουγεννιάτικο δέντρο πεσμένο στο πάτωμα, σαν κάποιος να το έσπρωξε και σκορπίστηκαν τριγύρω τα στολίδια. Το αστέρι; Πού πήγε το αστέρι;
Ο Rocky ανήσυχος περπατούσε πάνω κάτω στο σαλόνι και η Εύα καθισμένη στον καναπέ αναρωτιόταν τι είχε συμβεί. Δεν ήταν δυνατόν κάποιος να μπήκε στο σπίτι, να έριξε το δέντρο και απλά να εξαφανίστηκε! Και το δέντρο σίγουρα δεν έπεσε μόνο του στο πάτωμα. Για αυτό ήταν σίγουρη η Εύα, αλλά πώς βρέθηκε στο πάτωμα ολόκληρο δέντρο; Προσπαθούσε να κρατηθεί ψύχραιμη και λογική. Ο Rocky φαινόταν ταλαιπωρημένος, τον πήρε ξανά στην αγκαλιά της και κάθισαν μαζί στον καναπέ.
« Rocky μου, τι συμβαίνει; Tι είδες πριν στολίσω το δέντρο; Ε; Κάτι σε τρόμαξε, το ξέρω! Και όταν μπήκες στο σαλόνι κάτι είδες. Μακάρι να μπορούσες να μου πεις!» είπε η Εύα και ο Rocky αποκρίθηκε με ένα στιγμιαίο κλάμα χώνοντας την μουσούδα του ανάμεσα στα χέρια της.

Η ώρα ήταν περασμένη και αύριο είχε τόσα πράγματα να κάνει. Ήθελε να αγοράσει φωτάκια για το χριστουγεννιάτικο δέντρο και δώρα για τους φίλους που την είχαν προσκαλέσει στο σπίτι τους για το αυριανό ρεβεγιόν. Με αυτές τις σκέψεις αποκοιμήθηκε στον καναπέ με τον Rocky αγκαλιά.

Τα παραθυρόφυλλα του καθιστικού ήταν ανοιχτά και το πρώτο φως του ήλιου την ξύπνησε. Κοίταξε λίγο αποπροσανατολισμένη γύρω της και μετά θυμήθηκε τι συνέβη εχτές το βράδυ. Ο Rocky δεν ήταν στο σαλόνι και υπέθεσε πως ίσως κοιμάται στο κρεβάτι. Η Eύα σηκώθηκε, έβαλε το δέντρο στη θέση του, τοποθέτησε τα πεσμένα στολίδια και έψαξε ξανά για το αστέρι. Δεν μπορούσε να το βρει πουθενά. Νύσταζε τρομερά και πήγε πρώτα να ετοιμάσει καφέ στη κουζίνα και μετά μπήκε στο υπνοδωμάτιο για να τσεκάρει τον Rocky. Όντως κοιμόταν στο κρεβάτι και εκείνη κάθισε δίπλα του χαμογελώντας.
«Τι θα έκανα χωρίς εσένα… είσαι το στήριγμα και η ελπίδα μου!» είπε η Eύα και τον φίλησε απαλά. Το πρόσωπό της όμως πάγωσε μόλις σήκωσε το βλέμμα κοιτάζοντας προς το κομοδίνο. Ήταν το αστέρι του δέντρου! Πώς βρέθηκε εκεί; Σκέφτηκε πως όλο αυτό ήταν ένα χοντροκομμένο αστείο που πολύ πιθανόν να το είχε στήσει ο αδερφός της, ο οποίος ήταν και ο μόνος που είχε κλειδί από το σπίτι. Η ώρα ήταν 10:00 και έπρεπε να βγει στην αγορά όσο νωρίτερα μπορούσε. Ντύθηκε και ετοιμάστηκε βιαστικά, ήπιε δυο γουλιές καφέ ενώ ο Rocky περιφερόταν χαρούμενος από το υπνοδωμάτιο στο σαλόνι. Του έβαλε φρέσκο νερό και φαγητό, τον φίλησε και του είπε πως θα γυρίσει σύντομα. Ο Rocky γάβγισε χαρούμενος και την ακολούθησε μέχρι την εξώπορτα.

Καθώς άνοιγε την πόρτα άκουσε την πόρτα του απέναντι διαμερίσματος να ανοίγει τρίζοντας αργά και μια ηλικιωμένη κυρία βγήκε έξω χαμογελώντας διακριτικά.
«Καλημέρα κοπέλα μου! Καλωσόρισες! Συγνώμη που πήρα το θάρρος, αλλά άκουσα να ξεκλειδώνεις την πόρτα και είπα να βγω να σου ευχηθώ μέρα που είναι. Είμαι η κυρία Ευφροσύνη και μένω εδώ σχεδόν 70 χρόνια. Εσύ πρέπει να είσαι η Εύα, μου είπε για εσένα ο κύριος Αποστόλου ο σπιτονοικοκύρης σου»
«Καλημέρα κυρία Ευφροσύνη. Σας ευχαριστώ για το καλωσόρισμα και καλώς σας βρήκα! Καλά Χριστούγεννα να έχουμε με υγεία και αγάπη! Βιάζομαι και θα πρέπει να σας αφήσω»
«Καλά Χριστούγεννα κορίτσι μου! Να σου πω… εχτές άκουσα τον σκύλο σου που γαύγιζε αργά το βράδυ και κατάλαβα πως υπήρχε μια αναστάτωση στο σπίτι σας. Όλα καλά με την προσαρμογή; Με όλο το θάρρος βέβαια… μην παρεξηγηθώ, τα αγαπάω τα ζώα»
«Συγνώμη αν ο Rocky σας ενόχλησε κυρία Ευφροσύνη, συνήθως είναι πολύ ήσυχος. Όμως εχτές το βράδυ συνέβησαν διάφορα αλλόκοτα πράγματα που τον αναστάτωσαν. Υποψιάζομαι πως είναι κάποιο κακόγουστο αστείο του αδερφού μου. Πρέπει να φύγω…»
«Ααα κατάλαβα, κατάλαβα! Δεν θα σε καθυστερήσω άλλο. Αλλά να… θέλω να σε ρωτήσω κάτι ακόμη. Μήπως μύρισες καπνό μέσα στο σπίτι; Mέντα…;»
Η Εύα την κοίταξε σοκαρισμένη.

«Μα πώς είναι δυνατόν να ξέρετε μια τέτοια λεπτομέρεια; Εχθές γυρίζοντας από το αυτοκίνητο μύριζε καπνός και μέντα στο σαλόνι! Πως το γνωρίζετε αυτό;!»

«…Εύα μου… θέλω να είμαι ειλικρινής μαζί σου. Στο σπίτι που μένεις ζούσε πολύ παλιά μια κοπέλα, η Μαριάνθη, όμορφη κοπέλα, πάντα με το χαμόγελο! Ήμασταν φιλενάδες τότε το 1960, είχε μετακομίσει καλή ώρα σαν εσένα εδώ. Η Μαριάνθη είχε αφήσει τον άντρα της, ο οποίος ήταν μεγάλος πότης και σατράπης. Για αυτήν ήταν η φωλίτσα της εδώ, το καταφύγιό της! Πολύ καλές φιλενάδες ήμασταν. Η Μαριάνθη ήταν δυναμική γυναίκα, άξια, πολύ μπροστά για την εποχή εκείνη. Δούλευε σκληρά, άξια! Κάθε βράδυ μετά την δουλειά της άρεσε να καπνίζει σιγαρέτα με γεύση μέντα και για αυτό σε ρώτησα. Θυμάμαι ακόμη την τελευταία φορά που την είδα. Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων και μας χτύπησε την πόρτα για να μας ευχηθεί. Με ένα τεράστιο χαμόγελο, κόκκινο κραγιόν, μαύρο καπέλο και ασορτί γάντια. Κούκλα! Την επόμενη μέρα το πρωί πήγα να της δώσω λίγο κέικ που είχα φτιάξει για το οικογενειακό τραπέζι αλλά δεν απάντησε. Κάθε μέρα πήγαινα και χτυπούσα την πόρτα. Δεν γύρισε ποτέ. Μετά από κανένα μήνα ήρθαν τα αδέρφια της να αδειάσουν το σπίτι. Τους ρώτησα και μου είπαν ότι εξαφανίστηκε. Δεν μάθαμε τι απέγινε! Όλοι βέβαια υποπτευόμασταν το χειρότερο. Από τότε πιστεύω πως κάπως, με κάποιον τρόπο προσπαθεί να επικοινωνήσει με τους νοικάρηδες στο σπίτι. Τους άντρες δεν τους ‘θέλει’ καθόλου! Έχω ακούσει εγώ ιστορίες… βιβλίο θα μπορούσα να γράψω! Σπάνια όμως, ειδικά σε γυναίκες μόνες όπως υπήρξε η ίδια, εμφανίζεται με την μυρωδιά. Οι περισσότερες δεν αντέχουν και φεύγουν. Εσύ, φοβήθηκες…; Η καημένη η Μαριάνθη!»

«Λυπάμαι πολύ κυρία Ευφροσύνη! Δεν σας κρύβω πως έχω ταραχτεί με όσα μου είπατε, μα δεν έχω φοβηθεί! Όχι ότι δεν σας πιστεύω, αλλά δεν ένιωσα απειλή μέσα στο σπίτι. Ένιωσα πως κάποιος ήθελε να κάνει αισθητή την παρουσία του και όπως σας είπα νόμιζα πως είναι ο αδερφός μου πίσω από όλα αυτά. Συμπάσχω με την κυρία Μαριάνθη και πραγματικά λυπάμαι βαθιά για ό,τι και να της συνέβη! Σας ευχαριστώ για όλες τις πληροφορίες! Θα τις επεξεργαστώ αργότερα με ηρεμία. Έχω ήδη αργήσει πολύ. Καλά Χριστούγεννα κυρία Ευφροσύνη! Θα τα πούμε σύντομα.»
«Καλά Χριστούγεννα κορίτσι μου και ο Θεός μαζί σου! Να προσέχεις!»

Η Εύα χαμογέλασε και κατέβηκε βιαστικά τις σκάλες. Στην διαδρομή για τα ψώνια σκεφτόταν όσα συνέβησαν εχτές και όλα όσα της είπε η κυρία Ευφροσύνη. Κατέληξε πως όλα βγάζουν νόημα. Τι έπρεπε όμως να κάνει;

Αργά το απόγευμα η Εύα επέστρεψε στο σπίτι φορτωμένη με σακούλες και δώρα. Ο Rocky καθόταν ήσυχος επάνω στο χαλί του σαλονιού και κουνούσε χαρούμενα την ουρά τους μόλις την είδε. Η Εύα άφησε τα ψώνια και τον χάιδεψε στοργικά. Άναψε όλα τα φώτα του σαλονιού, τοποθέτησε τα φωτάκια στο δέντρο, έβαλε το αστέρι στη κορυφή και άφησε ένα μικρό κουτί με κόκκινο φιόγκο κάτω από το δέντρο που έγραφε ‘Για την Μαριάνθη’. Μετά από πολλές σκέψεις ένιωσε πως αυτό ήταν το σωστό. Η Μαριάνθη έπρεπε να ξέρει πως δεν ήταν μόνη, πως δεν είχε ξεχαστεί. «Εύχομαι να της αρέσει η ταμπακιέρα…» σκέφτηκε η Εύα και πήγε να ετοιμαστεί.

Η ώρα ήταν 21:00 και είχε ήδη αργήσει. Φίλησε τον Rocky βιαστικά και έφυγε. Φτάνοντας έξω από την πολυκατοικία θυμήθηκε πως δεν είχε βάλει τα φωτάκια στην πρίζα! «Κρίμα!» σκέφτηκε πηγαίνοντας προς το αυτοκίνητο. Η Εύα είχε παρκάρει ακριβώς απέναντι από την πολυκατοικία και από εκεί μπορούσε να δει το παράθυρο του σαλονιού. Στρέφοντας το βλέμμα της προς τα εκεί είδε τα φωτάκια του δέντρου να τρεμόπαιζαν παιχνιδιάρικα και ένα τεράστιο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο της «Καλά Χριστούγεννα και σε σένα Μαριάνθη!».

Αγάπη Κοντοπούλου

One response to “Η ταμπακιέρα της Μαριάνθης”

  1. Ασυνήθιστη και όμορφη ιστορία. Μπράβο σας!

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading