Μαμά ήρθαν τα Χριστούγεννα!

Φέτος, τελεία και παύλα, πριν τελειώσει ο χρόνος, θα έκανε προσπάθεια να πλησιάσει τους μεγαλύτερους. Ένιωθε πάντα ενοχικά που δεν είχε αφιερώσει χρόνο, πάντα ήθελε μια άλλη σχέση ειδικά με την μαμά της, και συχνά της στοίχιζε όταν έβλεπε άλλες κόρες, πόσο όμορφη συντροφιά έκαναν με τις μαμάδες τους. Σκεφτόταν πως αρκετές φορές την είχε αποπάρει, της έσπαγε τα νεύρα που δεν την καταλάβαινε και μετά «μαλάκωνε» μάλωνε τον εαυτό της, που δεν είχε υπομονή. Είχε περάσει τόσα πολλά η μαμά της, δεν έζησε καλή ζωή, στερήσεις, άσχημα πεθερικά και χήρα τόσα χρόνια.

Μα κάθε προσπάθεια που έκανε «έπεφτε» στο κενό, ένιωθε έναν τοίχο να υψώνεται ανάμεσά τους, και όση φόρα και αν έπαιρνε να τον σπάσει, εκείνος έστεκε αγέρωχος ανάμεσά τους.

«Πάμε ένα θέατρο μαμά;»
«Αχ δεν ακούω καλά παιδί μου, καταλαβαίνω τα μισά!»
«Μαμά θα πάω σούπερ μάρκετ, θέλεις να σου πάρω λαχανικά και φρούτα μην πηγαίνεις λαϊκή το Σάββατο;»
«Α, που παίρνεις από το σούπερ, δεν είναι φρέσκα! Θέλω να τα αγοράσω εγώ, να τα διαλέξω!»
«Μαμά θα ψήσουμε την Κυριακή, θες να έρθεις παρέα;»
«Τρώτε αργά, δεν μπορώ τόσο αργά, μία η ώρα τρώω!»

Όσες φορές προσπάθησε να συμβαδίσει με τα ωράρια της μαμάς γύρναγε εξουθενωμένη στο σπίτι, διότι οι ώρες τους δεν συνέπεφταν. Εκείνη δούλευε μέχρι τις οχτώ και ήθελε κάπως το ΣαββατοΚύριακο να «ρίξει» τους ρυθμούς, μα αν ακολουθούσε το πρόγραμμα της μαμάς, έπεφτε στον καναπέ και δεν είχε κουράγιο ούτε να μαγειρέψει για την οικογένεια. Από την άλλη, η μαμά ακολουθούσε ευλαβικά το πρόγραμμά της, δεν παρέκκλινε. Αν το έκανε, «χάλαγε» η ροή της, όπως έλεγε, και δεν ένιωθε όμορφα σε σημείο που το σωματοποιούσε και την «έπιανε» το κεφάλι της ή «ανέβαζε» πίεση. Σταμάτησε και η Μαριέττα να της λέει, δεν ήθελε να την κάνει να νιώθει άσχημα. Μα μέσα της, την «έτρωγε» πάντα, προσπαθούσε να καταλάβει γιατί είχαν απομακρυνθεί, και ποιο ήταν το σημείο που τις πλήγωσε. Σίγουρα για την μητέρα της δεν ήταν άξια, δεν ήξερε να ράβει ούτε ένα κουμπί, δεν μεγάλωνε σωστά το παιδί της, του επέτρεπε πολλά κατά την άποψή της, κοιμόταν μέχρι αργά τα Σαββατοκύριακα και έβγαινε με τον άνδρα της συχνά, αφήνοντας το παιδί πίσω, παρόλο που το παιδί είχε κλείσει τα δεκαπέντε.

Τι να εξηγήσει στην μητέρα; Ό,τι και να έλεγε θα την πλήγωνε. Είχε στοιχίσει στην Μαριέττα ότι ήταν πάντα επικριτική τόσο με την ίδια, όσο και με την οικογένειά της. Μα πλέον δεν μπορούσε να ζήσει με την ιδέα πως η μητέρα της θα έφευγε από τον κόσμο κάποια στιγμή, και δεν θα είχαν καμία καλή στιγμή, να θυμάται.

«Ας είναι…» μονολόγησε, «Θα υποχωρήσω, θα κάνω υπομονή, θα την κάνω ν’ αλλάξει γνώμη για εμένα και την οικογένειά μου». Αμέσως την πήρε τηλέφωνο να την καλέσει τα Χριστούγεννα, θα έφτιαχνε εκτός από γαλοπούλα που δεν της άρεσε, κοτόπουλο, χοιρινό και φρικασέ. Με περισσή αγάπη διάλεξε το δώρο της, ένα ζευγάρι παντόφλες και πήρε και ένα σάλι σε περίπτωση που δεν της άρεσαν οι παντόφλες.
Αγόρασε κρασί και μπύρες, τσίπουρο και ούζο, λογής τυριά και έφτιαξε δυο τύπων χαλβά που της άρεσε. Ένα με σταφίδα και ένα απλό.

Κάθισαν στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, μεσημέρι Χριστουγέννων, σέρβιρε η Μαριέττα την γαλοπούλα.
«Παιδί μου, δεν τρώω γαλοπούλα» παραπονέθηκε η μητέρα
«Μην ανησυχείς μητέρα» την καθησύχασε η Μαριέττα και τοποθέτησε έναν μεγάλο δίσκο με κοτόπουλο ακριβώς μπροστά της.
«Μόνο αυτά έφτιαξες;» μα δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση της και στο τραπέζι ήρθε ο δίσκος με το χοιρινό.
«Και επειδή ξέρω πόσο σου αρέσει… έφτιαξα και φρικασέ»
Την κοίταξε η μητέρα με έκπληξη, δεν πίστευε πως η κόρη της, μπορούσε να μαγειρέψει τόσα φαγητά.

«Τι θα πιείς μητέρα;»
«Νερό» απάντησε εκείνη ξερά
«Μα έχω τόσα ποτά! Χριστούγεννα είναι, ας πιούμε ένα κρασί!»
«Δεν πίνω κρασί»
«Μπύρα;»
«Με φουσκώνει»
«Τσίπουρο;»
«Πολύ δυνατό»
«Ένα ουζάκι τότε;»
«Ανεβάζει την πίεση»
«Ε μια μαυροδάφνη που σου αρέσει» και χωρίς να περιμένει απάντηση, της γέμισε το ποτήρι ξέχειλο.

Και όταν ήρθε η ώρα και απόφαγαν, βγήκε και το γλυκάκι.
«Δεν θέλω γλυκό, έχω φάει πολύ» αποκρίθηκε η μητέρα. Παίνεψαν οι υπόλοιποι τον χαλβά της, κοίταζε η μητέρα σαν να λιγουρεύτηκε.
«Άντε βάλε μου λίγο να δοκιμάσω»
«Σου κράτησα μητέρα τον σκέτο, αλλά αν θες με σταφίδα έχω»
«Δεν πάει σταφίδα στον χαλβά. Ο χαλβάς είναι ωραίος με σιμιγδάλι και λεμόνι»
Δαγκώθηκε η Μαριέττα γιατί είχε βάλει πορτοκάλι, όχι λεμόνι, μα της έβγαλε ένα τίμιο κομμάτι να δει αν θα το καταλάβει. Έφαγε η μητέρα την πρώτη πιρουνιά, της άρεσε.

«Η συνταγή μου είναι αυτή;»
«Ναι μητέρα, σου αρέσει;»
«Ναι, η συνταγή μου πάντα μου αρέσει!»
Δεν είπε η Μαριέττα πως η συνταγή ήταν από το Internet, παρά στάθηκε να απολαύσει έστω και για λίγο τον καλό λόγο.

«Μητέρα σου πήρα και ένα δώρο» της είπε και έδωσε τις παντόφλες
«Α… παντόφλες» είπε ψυχρά η μητέρα
«Και ένα σάλι» της αποκρίθηκε η Μαριέττα και την τύλιξε με αυτό. «Καλά Χριστούγεννα μητέρα» την φίλησε στο μάγουλο σαν να ήταν ένα μεγάλο μωρό. «Σε συγχωρώ, μητέρα μου, ο χαλβάς μπορεί να φτιαχτεί και με πορτοκάλι, δεν έχει σημασία, και εγώ μπορώ να είμαι η κόρη σου ακόμα και αν δεν ξέρω να ράβω. Είμαι η συνέχειά σου και είσαι η αρχή μου και ας είμαστε τόσο μα τόσο διαφορετικές. Σ’ αγαπώ!».

Ελένη Ρέγγα

One response to “Μαμά ήρθαν τα Χριστούγεννα!”

  1. Μου αρέσε ιδιαίτερα γιατί το μήνυμα είναι γλυκό. Οι διαφορές με σημαντικούς ανθρώπους της ζωής μας δεν μπαίνουν πάνω από την αγάπη! Μπράβο σας!

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading