Προπαραμονή Χριστουγέννων και οι νοσοκόμες που είχαν νυχτερινή βάρδια, σκόπευαν να μην αφήσουν ήσυχους τους ασθενείς. Με τριγωνάκι στο χέρι η μία, η άλλη με φυσαρμόνικα στα χείλη, χωρίς όμως να έχει ιδέα πώς παίζεται και η τρίτη με ντέφι, έκαναν σαματά.
“Χιόνια στο καμπαναριό που Χριστούγεννα σημαίνει, χιόνια στο καμπαναριό, ξύπνησε όλο το χωριό! Ντιν νταν ντον! Έλα, δεν κοιμόμαστε απόψε, τραγουδάμε απόψε, έρχονται Χριστούγεννα!”.
Στον θάλαμο, οι δύο πια φίλοι, που ήξεραν την καρδιολογική πτέρυγα σαν την παλάμη τους, με τα μπες βγες εκεί μέσα τόσο συχνά, χαμογέλασαν και συμπαραστάθηκαν τραγουδώντας.
“Ωωωωω έλατο, ωωωω έλατο, τα φύλλα σου κοιτάζω! Ψυχές χιλιάδες φαίνονται, ψυχές που δεν μαραίνονται. Ωωωω έλατο, ωωω έλατο, τα φύλλα σου κοιτάζω!”.
Η Νόρα, ενθουσιάστηκε κι άλλαξε ρυθμό. Ακούμπησε την φυσαρμόνικα στο στόμα, μετακινούσε τα χέρια της δεξιά αριστερά κι έβγαζε ήχους που καμία σχέση δεν είχαν φυσικά με τη μελωδία του τραγουδιού.
Η Λυδία, χτυπούσε το ντέφι στο γοφό της, στην παλάμη της, στο γόνατο, όπου έβρισκε.
– Λυδία μου, μπουζούκι την επόμενη φορά, ναι; Καλά, η Νόρα, άλλο επίπεδο με τη φυσαρμόνικα!, αστειεύτηκε ο Χρήστος.
– Έγινε κάποια αναφορά στο όργανό μου; Η πάντα κεφάτη και ευφάνταστη Νόρα, έπαιζε μανιωδώς την φυσαρμόνικα κι ανάγκασε τις συναδέλφους της και τους δύο γνώριμους άντρες να κλείσουν τα αυτιά τους, γελώντας.
Οι άλλοι δύο ασθενείς, που πρώτη φορά βρίσκονταν εκεί μέσα, κοιτούσαν σαστισμένοι.
– Καλά, εμείς σε ξέρουμε, οι δύο νέοι τι γνώμη θα σχηματίσουν;, συμπλήρωσε ο Χαράλαμπος μη μπορώντας να σταματήσει να γελάει.
Ο Χρήστος και ο Χαράλαμπος, με καρδιακή ανεπάρκεια και οι δύο. Τα δύο “Χ” της καρδιάς τους, όπως έλεγαν χαριτολογώντας τα κορίτσια.
Ο Χρήστος, σαράντα τρία χρονών, με ένα αγοράκι οχτώ χρονών. Πριν τρία χρόνια, προπαραμονή, σαν τη σημερινή, τον εγκατέλειψε η γυναίκα του για έναν πολύ μεγαλύτερό του με γεμάτη τσέπη. Δεν του είπε πολλά όταν μάζευε τα ρούχα της. Το υποτιμητικό βλέμμα της, τα έλεγε όλα. “Δεν αντέχω άλλο, με τρεις κι εξήντα! Θα έπρεπε να βρεις τρόπο να φέρνεις λεφτά στο σπίτι!”. Την κοιτούσε και δεν μπορούσε να καταλάβει πότε έγινε τόσο κενή η γυναίκα που αγάπησε. “Δεν μετριούνται όλα με τα λεφτά”, μπόρεσε να της πει μόνο, παίρνοντας για απάντηση ένα δυνατό, σχεδόν σατανικό γέλιο και μια ματιά γεμάτη ειρωνία. Λίγες μέρες μετά, με ένα έμφραγμα του μυοκαρδίου, υποβλήθηκε σε εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς, έμεινε 3 μέρες στην μονάδα εντατικής θεραπείας και όταν βγήκε, δεν ήταν η γυναίκα του εκεί να του κρατάει το χέρι. Έπρεπε να σταθεί στα πόδια του. Δεν θα εγκατέλειπε κι αυτός τον γιο του. Ήταν όλος του ο κόσμος. Ελεγχόταν συχνά για να αποφύγει την επιδεινούμενη πορεία. Αυτές οι γιορτινές για όλο το κόσμο μέρες, για ‘κείνον ήταν μαχαιριά στην ήδη πληγωμένη του καρδιά. Θυμόταν εκείνη που επέλεξε να φύγει, κάνοντας το δικό του μονοπάτι κακοτράχαλο, γεμάτο αγκάθια. Η Νόρα και η Λυδία ήξεραν την ιστορία. Τρία χρόνια τον είχαν συχνό “πελάτη” και σήμερα αποφάσισαν να κάνουν τη μέρα του γλυκιά και όμορφη, σαν την ψυχούλα του. Επιστράτευσαν και την Άννα που ήταν νέα στην πτέρυγά τους. Τους ήρθε από την Αθήνα, με απόσπαση, το καλοκαίρι, όταν πήρε την απόφαση να φύγει από ένα τοξικό γάμο, που δεχόταν προσβολές, ζήλεια και λεκτική βία από τον σύζυγό της και να επιστρέψει στην πατρίδα της, τον Βόλο. Όλο αυτό το καιρό, τα δύο κορίτσια και ο Χαράλαμπος, συνωμοτικά μεν, διακριτικά δε, έσπρωχναν την νέα συνάδελφο, προς τον Χρήστο. Και οι τρεις πίστευαν πως ταιριάζουν.
Ο Χαράλαμπος, σαράντα εφτά χρονών, μπαινοέβγαινε στο νοσοκομείο του Βόλου την τελευταία εφταετία, αφού οι γιατροί εξάντλησαν φαρμακευτικές αγωγές και ηλεκτρικές θεραπείες, ήταν πια με μηχανική υποστήριξη του κυκλοφορικού, με μια αντλία καρδιάς, την συσκευή υποβοήθησης κοιλίας, που διοχέτευε με αίμα όλο το σώμα. Ήξερε ότι δεν ειναι υποκατάστατο καρδιάς, υποβοηθούσαν έτσι την κανονική λειτουργία της, βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής, στην προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια. Ήξερε ότι χρησιμοποιείται ως γέφυρα για μεταμόσχευση, τον βοηθούσε να επιβιώσει ως ότου βρεθεί διαθέσιμη καρδιά για μεταμόσχευση. Σε αντίθεση με τον Χρήστο, η γυναίκα του, η Μαρία, ο βράχος της ζωής του, δεν έφυγε λεπτό από δίπλα του όλα αυτά τα χρόνια που έκαναν το νοσοκομείο δεύτερο σπίτι τους. Έκανε αγώνες για την δωρεά οργάνων, για την σημασία της σε ανθρώπους σαν τον άντρα της και τόσους ακόμα, που η μεταμόσχευση ήταν ο μόνος δρόμος. Μέσα από την περιπέτεια του Χαράλαμπου, ευαισθητοποιήθηκε και έτρεχε όπου υπήρχε ανάγκη, ενημέρωνε κόσμο, έβγαινε σε εκπομπές στην τηλεόραση, νοιαζόταν να βρεθεί μόσχευμα για όλους όσους ήξερε ότι επιβαλλόταν. Δεν έχανε την πίστη και την ελπίδα της, ότι όλα θα πάνε καλά κι ας ήταν το νοσοκομείο πια μέρος της καθημερινότητάς τους. Η στάση της παρέσυρε και τον ίδιο τον Χαράλαμπο που ήταν πάντα χαμογελαστός και αισιόδοξος.
Προπαραμονή της γέννησης του Χριστού και οι γονείς του Αλέξη στην Κατερίνη, έπρεπε να πάρουν μια απόφαση. Την ημέρα των γενεθλίων του, τρεις μέρες πριν, είκοσι Δεκεμβρίου, ήπιε πολύ, δεν άκουσε κανέναν, πήρε το αυτοκίνητο. Ανέπτυξε ταχύτητα, ο δρόμος ήταν βρεγμένος, έριχνε κι ένα χιονόνερο, έχασε τον έλεγχο, έπεσε πάνω στα προστατευτικά κιγκλιδώματα, το αμάξι έκανε δύο τούμπες και προσγειώθηκε ανάποδα. Οι γιατροί έκαναν το ανθρώπινο δυνατό. Με μηχανική υποστήριξη, εγκεφαλικά νεκρός, οι γονείς ήταν μπροστά στο μεγαλύτερο δίλημμα της ζωής τους. Δεν έφτανε ο πόνος και το ξερίζωμα της δικής τους καρδιάς, έπρεπε να αποφασίσουν αν δωρίσουν τα όργανα του παιδιού τους, που ο ίδιος το ανέφερε συχνά όσο ζούσε ή αν παράβλεπαν την επιθυμία του και τον έθαβαν “ολόκληρο”, όπως έλεγε η Χρύσα, η μαμά του. Ώρες πλάι του, έπιανε το χέρι του, χάιδευε το παραμορφωμένο από τα χτυπήματα πρόσωπό του και προσπαθούσε να του μεταγγίσει ζωή, την δική της ζωή και να φύγει εκείνη. Αυτή ήταν η σωστή σειρά, οι γονείς να φεύγουν πρώτοι. Κι αυτή ήταν αντιμέτωπη με τον χειρότερο εφιάλτη μιας μάνας. Καμία μάνα να μη βρεθεί ποτέ στη θέση της, αυτό παρακαλούσε μέσα στα αναφιλητά, τα δάκρυα, τον πόνο. Έπρεπε να “τεμαχίσει” τον γιο της, έτσι ένιωθε. Από τη μια η επιθυμία του παιδιού της, σα να το ήξερε όλη του τη ζωή ότι αυτό θα γίνει. Σα να το προκάλεσε και αυτό την θύμωνε, την διέλυε. Από την άλλη, οι γιατροί και οι νοσοκόμες που περίμεναν την απόφασή τους. Μα πώς να αποφασίσει; Κι αν “ξυπνούσε”; Κι αν η αγάπη της και οι προσευχές της τον επανέφεραν στη ζωή; Πάλευε να συμφιλιωθεί με την ιδέα, μα ήταν τόσο άδικο! Ήταν μόνο σαράντα πέντε χρονών και παντρεύτηκε πριν δύο χρόνια περίπου. Της είπαν ότι θα χαρίσει ζωή σε ανθρώπους. Εκείνη ήθελε πίσω το σπλάχνο της, δεν την ενδιέφερε να σώσει τον κόσμο. Ταλαντεύτηκε πολύ. Άλλαζε γνώμη κάθε λεπτό, παρακαλούσε για ένα σημάδι, να πάρει την σωστή απόφαση, μέχρι που δέχτηκε. Θα έθαβε το παιδί της χωρίς την καρδούλα του, την χρυσή του καρδιά, που όποιος την έβαζε μέσα του, θα ήταν πολύ τυχερός.
Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Ο χρόνος είναι πολύτιμος σε αυτές τις καταστάσεις. Το μόσχευμα κρίθηκε κατάλληλο. Ο Χαράλαμπος και η Μαρία για πρώτη φορά ένιωθαν την τύχη να τους χαμογελά. Τι ειρωνεία! Η τύχη κάποιου σημαίνει τον θάνατο κάποιου άλλου. Η χαρά τους και τα δάκρυα ευγνωμοσύνης σήμαιναν τον αβάσταχτο πόνο δύο γονιών.
Το χειρουργείο κράτησε πολλές ώρες. Η Μαρία όργωσε τους διαδρόμους πάνω κάτω. Πόση αγωνία μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος! Όλα πήγαν καλά. Ο Χαράλαμπος μπήκε στην μονάδα εντατικής θεραπείας κι έμεινε εκεί πέντε μέρες. Δύο μέρες πριν το νέο έτος κι έφτασε η στιγμή, να μπει σε ατομικό δωμάτιο παρακολούθησης. Η Μαρία δεν τον άφηνε λεπτό μόνο. Στην αλλαγή του χρόνου, το ζευγάρι, με τα χέρια τους μπλεγμένα σε γροθιά, άφηναν ευχαριστίες και ευχές να ταξιδέψουν στον ουρανό, να είναι η ψυχή του δότη τους αναπαυμένη στο φως κι έδιναν υπόσχεση πως όταν έβγαιναν θα έψαχναν τους συγγενείς του.
Πρώτη του χρόνου και το δωμάτιο του Χαράλαμπου στο νοσοκομείο γέμισε χαμόγελα και αγκαλιές. Οι αγαπημένες του νοσηλεύτριες, η Νόρα και η Λυδία και ο συνοδοιπόρος και φίλος του ο Χρήστος, φόρεσαν τα χριστουγεννιάτικα πουλόβερ τους, το πιο φωτεινό τους χαμόγελο και ήταν εκεί μαζί του, να ανταλλάξουν ευχές.
– Α, ήρθαν τα καλικατζαράκια του Αϊ Βασίλη!, είπε συγκινημένος ο Χαράλαμπος.
– Εγώ είμαι το πιο όμορφο!, είπε ο Χρήστος δείχνοντας το πουλόβερ με τον Ρούντολφ.
– Εεε, ψέματα, εγώ είμαι!, γκρίνιαξε η Νόρα που φορούσε έναν τάρανδο με καμπανάκια στα κέρατα.
– Χωρίς φυσαρμόνικα; την πείραξε η Μαρία.
Ευλογία οι φίλοι, οι άνθρωποι που νοιάζονται, που κάνουν το πρόβλημά σου δικό τους, που χαίρονται με την ευτυχία σου, που δεν περιορίζονται στα δικά τους προβλήματα μην έχοντας χώρο για τα δικά σου.
Γέλασαν με την ψυχή τους. Το γέλιο χαρίζει ζωή λένε. Και οι άνθρωποι το ίδιο. Κι ας σημαίνει το τέλος για κάποιους. Για κάποιους άλλους, που περιμένουν χρόνια, δηλώνει την επανεκκίνηση.
Ο χρόνος κύλησε ομαλά για τον Χαράλαμπο, αν και υπήρχε πάντα ο φόβος απόρριψης του μοσχεύματος. Το νοσοκομείο δε σταμάτησε να είναι το δεύτερο σπίτι του. Έπρεπε να πηγαίνει για έλεγχο, μα ήταν αισιόδοξος πια πως η ζωή του θα άλλαζε προς το καλύτερο. Και τώρα, χέρι χέρι με την Μαρία του, ήταν έτοιμοι να χτυπήσουν την πόρτα των σωτήρων του.
Προπαραμονή Χριστουγέννων, ακριβώς ένα χρόνο μετά κι ενώ η ζωή είχε παίξει την πιο σκληρή παρτίδα για τους γονείς του Αλέξη, θα συναντούσαν τον άνθρωπο που φιλοξενούσε στο σώμα του την καρδιά του γιου τους. Όταν λίγες μέρες πριν δέχτηκε το τηλεφώνημα από τον Χαράλαμπο, τα ‘χασε. Δεν είχε σκοπό ποτέ να συναντήσει αυτούς τους ανθρώπους. Δεν έβγαινε μιλιά από το στόμα της. Όταν πήρε το τηλέφωνο η Μαρία, οι κουβέντες γυναίκας προς γυναίκα, μάνας προς μάνα, την έπεισαν. Δέχτηκε να τους επισκεφτούν, να γνωριστούν, μα δεν είπε τίποτα στο τηλέφωνο πέρα από ένα ξερό “εντάξει, ελάτε”. Ίσως και να το μετάνιωσε το επόμενο λεπτό, μα δεν άλλαξε την απόφασή της.
Άνοιξε την πόρτα η Χρύσα, μαυροφορεμένη, με κάτασπρα μαλλιά, τα μέχρι πριν ένα χρόνο κατάμαυρα μαλλιά της, κι ας ήταν εξήντα εφτά χρονών, με μια σκληράδα στο πρόσωπο, ανέκφραστη, σχεδόν ψυχρή. Ο Χαράλαμπος κόμπιασε. Η Μαρία του έσφιξε το χέρι, τον έσπρωξε μαλακά προς τα μέσα. Ο μπαμπάς του Αλέξη, πιο συγκαταβατικός, έτεινε το χέρι του για χειραψία στο ζευγάρι.
– Είμαι ο Γιώργος κι από δω η Χρύσα, καλώς ήρθατε.
– Κύριε Γιώργο, είμαι ο Χαράλαμπος κι από δω η γυναίκα μου, η Μαρία.
Η Χρύσα δεν έκανε καμία κίνηση. Στεκόταν αμήχανη. Πέρασαν μέσα, έκατσαν. Τον λόγο πήρε η Μαρία. “Ίσως φέρνουμε αναστάτωση, το κατανοούμε”.
Έψαχνε σημάδια αντίδρασης στο βλέμμα, στην κίνηση της γυναίκας απέναντί της, μα τίποτα, θαρρείς και δεν είχε επαφή με το περιβάλλον, με το βλέμμα καρφωμένο στο χαλί. Πήρε μια βαθιά αναπνοή και συνέχισε. “Θέλαμε και οι δύο, ο άντρας μου κι εγώ να σας ευχαριστήσουμε για το δώρο ζωής που μας κάνατε. Καταλαβαίνουμε πόσο δύσκολο ήταν. Είχατε να διαχειριστείτε μια τεράστια απώλεια και μια απόφαση. Είμαστε γονείς, μπορούμε να αισθανθούμε τον πόνο σας. Σε κανένα γονιό να μη συμβεί να χάσει το παιδί του. Δεν έχουμε λόγια παρήγορα, μακάρι να υπήρχαν. Αυτό που μπορούμε όμως και έχουμε ανάγκη να πούμε είναι ένα ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μας. Μας δώσατε πίσω την ζωή, το χαμόγελο, την ελπίδα. Χρόνια τυραννιόμασταν με νοσοκομεία, εξετάσεις, την αντλία που μας κρατούσε στη ζωή, την αναμονή για μόσχευμα. Κι από όλα αυτά, μας γλυτώσατε εσείς”.
Σηκώθηκε από τη θέση της, γονάτισε μπροστά στην Χρύσα και κοιτώντας κι αυτή στο χαλί, με το κεφάλι χαμηλωμένο, συνέχισε. “Ξέρω πως τίποτα δεν μπορεί να απαλύνει τον πόνο που σχίζει τα σωθικά σου. Μα σε παρακαλώ, δώσε μια ευκαιρία στον άντρα μου να σε πλησιάσει. Μέσα στο στήθος του χτυπάει η καρδιά του παιδιού σου”. Ο πληθυντικός της απόστασης, που παραμερίστηκε, η οικειότητα του ενικού, ο λυγμός στην φωνή της Μαρίας, επέφεραν νεκρική σιγή για λίγα λεπτά. Οι δύο άντρες αντάλλαξαν βλέμματα αγωνίας. Η Μαρία, δεν μπορούσε να μιλήσει άλλο, την έπνιγαν τα δάκρυα. Η Χρύσα, άπλωσε το χέρι, ακούμπησε τον ώμο της γυναίκας και σήκωσε το βλέμμα της προς τον Χαράλαμπο.
– Μπορώ να σε αγγίξω; είπε ξεψυχισμένα.
– Με μεγάλη μου χαρά.
Σηκώθηκε, πήγε προς το μέρος της, απαλά, έβαλε το χέρι της ανάμεσα στα δικά του και το ακούμπησε στο στήθος του, στο μέρος της καρδιάς. Τέσσερις άνθρωποι, τέσσερις αναπνοές, ρυθμικά, ακουγόταν σαν μία. Η Χρύσα έτρεμε ολόκληρη. Έμεινε εκεί, με το χέρι στην καρδιά του γιού της, μέσα σε ένα ξένο σώμα, τα δάκρυα ολάκεροι ωκεανοί, ψέλλισε “παιδί μου” κι έκλεισε τα μάτια. Δεν μίλησε κανείς, δεν τόλμησε κανείς να διαταράξει αυτήν την επαφή. Της έδωσαν χρόνο να κλάψει, να φέρει στο νου της τον γιο της, να αισθανθεί τους χτύπους της καρδιάς του. Όταν άνοιξε τα μάτια, η έκφρασή της είχε αλλάξει. Δεν ήταν η παγωμένη γυναίκα που λίγη ώρα πριν τους άνοιξε. Ήταν μια πονεμένη μάνα, που είχε ανάγκη από ζεστασιά. Τελικά, της έκανε καλό αυτή η επίσκεψη. Δεν έπαιρνε το χέρι της πάνω από το στήθος του Χαράλαμπου.
– Μπορώ να ακουμπήσω το μάγουλό σου;
– Φυσικά, ότι θέλεις.
Ανατρίχιασε ολόκληρη. Γύρισε πίσω στον χρόνο, τότε που ο Αλέξης της ήταν μικρούλης και τρύπωνε στην αγκαλιά του, ακουμπούσε το κεφάλι της πλάγια στην καρδούλα του, άκουγε τους χτύπους της και του έλεγε, “η καρδούλα σου κάνει τικ τακ τικ τακ”.
– Έκανα μούσκεμα το πουκάμισό σου…, απολογήθηκε, σκουπίζοντας τα δάκρυά της άτσαλα καθώς τραβούσε το κεφάλι της.
– Θα είμαι εδώ όποτε θελήσεις, να μουσκέψεις όσα πουκάμισα χρειαστεί!, απάντησε ο Χαράλαμπος και της έσφιξε ξανά το χέρι.
Ένας ακόμα χρόνος σε λίγες ώρες θα έφευγε. Για άλλους Χριστούγεννα είναι τα κουλουράκια στο φούρνο που μοσχομυρίζει όλο το σπίτι, για άλλους ψώνια και δώρα, για άλλους χριστουγεννιάτικο δέντρο και λαμπάκια, για άλλους ταξίδια και χειμερινοί προορισμοί, για άλλους ένας δυνατός έρωτας, για κάποιους είναι προσμονή σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου, για το μόσχευμα που θα τους χαρίσει ζωή και για κάποιους άλλους, η απώλεια του παιδιού τους που συνεχίζει να ζει μέσα από άλλα σώματα.
Η Μαρία, είχε ετοιμάσει το πιο όμορφο ρεβεγιόν. Είχαν χρόνια να χαρούν τις γιορτές, τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά. Το σπιτικό τους είχε γεμίσει κόσμο. Η Νόρα με την γνωστή φυσαρμόνικα, η Λυδία με το ντέφι, η Άννα το τριγωνάκι της, αλλά με βοηθό αυτή τη φορά, τον γιο του Χρήστου, με τον οποίο είχαν γίνει ζευγάρι πριν λίγους μήνες. Οι προσπάθειες όλων βρήκαν αντίκρισμα. Καμάρωναν και οι τρεις για το επίτευγμά τους και συχνά τους πείραζαν πως σε αυτούς το χρωστάνε. Εκείνη κρατούσε το τρίγωνο και ο μικρός χτυπούσε με την μεταλλική ράβδο. Τα πήγαιναν καλά οι δυο τους. Ο πιτσιρίκος βρήκε στο πρόσωπό της την μαμά που στερήθηκε, αφού η δική του τον εγκατέλειψε και η Άννα τον μεγάλωνε σαν δικό της παιδί. Από το γιορτινό μάζεμα, δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι γονείς του δότη τους. Είχε αρνηθεί αρχικά η Χρύσα. Δεν ήταν για γλέντι και ρεβεγιόν εκείνη. Η Μαρία, όμως, είχε τον τρόπο της και άλλωστε, θα ήταν παρόν και ο Αλέξης. Τον κουβαλούσε στο σώμα του ο άντρας της. Δέχτηκε τελικά και αποδείχθηκε πως καλά έκανε. Ήταν μια όμορφη παρέα, γεμάτη νοιάξιμο ο ένας για τον άλλον. Ένιωσε οικεία, έπαιξε με τον μικρούλη, γέλασε, μα κυρίως, άγγιζε την καρδιά του γιου της, που συνέχιζε να κάνει τικ τακ τικ τακ.
Χρυσούλα Καμτσίκη
