«Δεν αντέχω άλλο αυτή την πίεση! Πρέπει να πάρουμε μια απόφαση!» έλεγε η κοπέλα καθώς πηγαινοερχόταν στο στολισμένο σαλόνι.
«Το ξέρω αγάπη μου, το ξέρω. Άσε με να σε βοηθήσω!»
«Δεν μπορεί κανείς να με βοηθήσει!», είπε η Αναστασία και ξέσπασε σε αναφιλητά.
«Δεν κάνει έτσι Αντρέα μου ο κόσμος παιδί!» συνέχισε εκείνη. «Χωρίς σπίτι, χωρίς σταθερή δουλειά και κυρίως χωρίς να το έχει προγραμματίσει!!!»
«Έχεις δίκιο κορίτσι μου…» της απάντησε ο σύντροφός της.
«Τόσα έξοδα θα έρθουν, άσε που θα πρέπει να σταματήσω και την δουλειά μου! Μόλις την ξεκίνησα! Και το ξέρεις πως είναι η δουλειά των ονείρων μου. Χρόνια κυνηγάω να πάρω ένα τέτοιο πόστο!»
«Το ξέρω αγάπη μου…»
«Καλά καλά δεν ξέρουμε αν ταιριάζουμε. Είμαστε πόσο καιρό μαζί; Έξι μήνες; Επτά; Δεν κάνει ο κόσμος παιδί με τον πρώτο τυχόντα. Ή τέλος πάντων δεν κάνει ο κόσμος παιδί στα 25 του με τον πρώτο τυχόντα!»
«Ώπα Αναστασία! Ώπα γιατί κάπου εδώ το χάνεις το δίκιο σου. Το ξέρω πως δεν γνωριζόμαστε πολλά χρόνια, αλλά όχι και ο πρώτος τυχόντας! Το ξέρεις πως σε αγαπώ, το ξέρεις πως σχεδιάζουμε μια κοινή ζωή. Απλά δεν είχα σχεδιάσει… αυτό…» είπε δείχνοντας χαμηλά την κοιλιά της κοπέλας.
«Ακριβώς! Δεν το είχαμε σχεδιάσει αυτό! Και δεν νομίζω πως είμαι διατεθειμένη να χαλάσω την ζωή μου, την καθημερινότητά μου αλλά και το σώμα μου για κάτι που δεν το γνωρίζω καν! Από την άλλη… και αν κάνω λάθος; Και αν σκέφτομαι πολύ εγωιστικά;»
«Κορίτσι μου ηρέμησε. Δεν μας βιάζει κανείς να πάρουμε μια απόφαση…»
«Κι όμως μας βιάζει! Ήδη είμαι δύο μηνών έγκυος. Λίγο ακόμα και δεν θα μπορώ να…»
«Άκου λίγο Αναστασία, την γνώμη μου την ξέρεις για αυτό που πας να ξεστομίσεις. Είμαι εντελώς κατά. Παρ’ όλα αυτά επειδή γνωρίζω πως όλα αυτά θα γίνουν στο δικό σου σώμα και θα επηρεάσουν περισσότερο από όλους την δική σου ζωή, δεν θέλω να σου πω τι να κάνεις…»
Το κορίτσι ξέσπασε πάλι σε κλάματα.
«Δεν ξέρω τι να κάνω…»
«Αγάπη μου γλυκιά…» έκανε να την αγκαλιάσει.
«Δεν μπορεί κανείς να με βοηθήσει!», είπε ξανά. «Μέχρι προχτές το μόνο μου πρόβλημα ήταν αν οι μπάλες στο χριστουγεννιάτικο μας δέντρο θα είναι μωβ ή μπλε. Και τώρα…»
«Κι όμως… Άκουσέ με! Θέλω να κλείσεις τα μάτια σου και να φανταστείς του χρόνου τα Χριστούγεννα…»
«Μα τι παλαβομάρες μου λες;», είπε μισονευριασμένη η Αναστασία.
«Θέλω να σκεφτείς αυτή ακριβώς την μέρα!», συνέχισε εκείνος με σταθερή φωνή, «σε ένα χρόνο από τώρα, αν δεν κρατήσουμε το μωρό…!»
Η Αναστασία αποκαμωμένη από το κλάμα αλλά και την πίεση των σκέψεών της, ενέδωσε και έκλεισε τα μάτια. Σαν να χαλάρωσαν τα βλέφαρά της.
«Πες μου τώρα, τι βλέπεις…;»
«Βλέπω… Βλέπω το σπίτι μας, αυτό εδώ. Εγώ και εσύ στολίζουμε το δέντρο. Μωβ και χρυσές μπάλες βάζουμε. Φοράω το καινούριο μου ταγιέρ, γιατί ίσα που πρόλαβα να γυρίσω από την δουλειά για να στολίσουμε απόψε. Όμως είναι όλα πολύ ήρεμα. Μας χτυπούν την πόρτα παιδιά από την γειτονιά για να μας πουν τα κάλαντα. Στην κουζίνα μυρίζουν οι κουραμπιέδες που μόλις ψήσαμε. Σε αγκαλιάζω, με κοιτάς και με φιλάς. Όμως… Όμως σαν κάτι να σου λείπει. Να μας λείπει…», κατέληξε και άνοιξε τα μάτια της.
Σκεφτικός εκείνος την φίλησε στο μέτωπο.
«Τώρα θέλω να κλείσεις πάλι τα μάτια σου και να φανταστείς πώς θα είμαστε του χρόνου τα Χριστούγεννα αν καλοδεχτούμε αυτό το νέο απροσδόκητο μέλος στο σπίτι μας».
Χαμογέλασε ασυναίσθητα η Αναστασία.
«Εγώ και εσύ στο σπίτι μας… Στολίζουμε το δέντρο. Επικρατεί ένα χάος στο σαλόνι από μωρουδιακά παιχνίδια. Ξαφνικά ακούμε το κλάμα του. Είναι εκεί στο λίκνο του και μόλις ξύπνησε. Το δέντρο μένει μισοστολισμένο. Παίρνεις το μωρό, το κρατάς αγκαλιά και το φέρνεις κοντά μου. Τώρα είμαστε μια αγκαλιά και οι τρεις μαζί. Φοράμε και οι δυο μισολερωμένες φόρμες. Στην κουζίνα επικρατεί επίσης χαμός. Πιάτα άπλυτα στον νεροχύτη, αλεύρια πάνω στον πάγκο από την άτυχη προσπάθειά μας να κάνουμε κουραμπιέδες οι οποίοι δεν τελείωσαν ποτέ γιατί το μωρό ήθελε καινούρια πάνα. Όμως… αυτή η αγκαλιά… είναι τόσο ζεστή…»
Το χαμόγελο της τώρα ήταν πλατύ.
«Νομίζω κορίτσι μου έχεις ήδη την απάντηση μπροστά σου…»
Άρτεμις Γ.Κ.
