«Κύριε Χάρισον, είστε καλά;»
Ο ηλικιωμένος άντρας άνοιξε απότομα τα μάτια του και προσπάθησε να πάρει μια ανάσα. Κοίταξε γύρω τους λευκούς τοίχους, το κρεβάτι, τα πανάκριβα μηχανήματα που τον κρατούσαν δεμένο σε αυτό και το παράθυρο που έβλεπε στον κήπο. Κατάλαβε ότι ήταν ακόμα στην κλινική.
«Ένας εφιάλτης ήταν», μουρμούρισε και έκανε νόημα ότι ήθελε ένα χαρτομάντιλο για να σκουπίσει το μέτωπό του. Ανακάθισε και κοίταξε με απορία τον καλοντυμένο μεσήλικα με την ταλαιπωρημένη όψη απέναντι του. «Τόμι, είχαμε ραντεβού;» ρώτησε.
«Ναι, κύριε», έβγαλε άτσαλα το σακάκι του και έβαλε νερό σε ένα ποτήρι. «Πιείτε λίγο. Υπάρχει ένα θέμα που θα ήθελα να συζητήσουμε. Μετά το πρώτο σας επεισόδιο… την πρώτη φορά που πάθατε ανακοπή, ξεκίνησα να ψάχνω το γενεαλογικό σας δέντρο και μέχρι τώρα δεν έχω βρει κανέναν εν ζωή συγγενή. Οπότε πρέπει να ρωτήσω τι θέλετε να κάνετε με την περιουσία σας;»
«Θα με πιστέψεις αν σου πω ότι ποτέ δεν με απασχόλησε αυτό το θέμα; Ο στόχος όλης μου της ζωής ήταν να μαζέψω όσα περισσότερα μπορούσα. Και τώρα, στα 83 μου, με ρωτάς τι θα τα κάνω και δεν ξέρω τι να σου πω. Όταν ήμουν μικρός, ο πατέρας μου μας άφησε μόνους με την μαμά μου μέσα στην φτώχεια και την μιζέρια. Ποτέ δεν μπόρεσε να μου αγοράσει κάτι που της ζήτησα. Έτσι, ήθελα να μεγαλώσω και να μην μου λείπει τίποτα. Μα τώρα μου λείπει εκείνη. Δεν απήλαυσα την παρέα της, τις βόλτες μας στο πάρκο, στην αγορά και ας έφταναν λίγα στο τραπέζι μας. Δεν βγήκα με τους φίλους μου, μόνο έσκυβα το κεφάλι και χωνόμουν στα βιβλία. Να διαβάσω, να περάσω πρώτος στο πανεπιστήμιο, πρώτος στην εταιρεία που ονειρευόμουν. Κάπου εκεί, την δεκαετία του ’80, με άφησε η πρώτη μου γυναίκα, η Άννα. Την κατηγόρησα ότι δεν στήριζε τον στόχο μου, τον μεγάλο στόχο. Την επόμενη δεκαετία είχα καταφέρει να ανέβω στην κορυφή της εταιρείας και έκλεινα τη μία συμφωνία μετά την άλλη. Αγόρασα το πρώτο μου σκάφος και το ονόμασα από τη δεύτερη σύζυγο μου, την Έλενα. Στην πέμπτη μας επέτειο μου έκανε έκπληξη με δείπνο γιατί ήθελε να μου ανακοινώσει ότι ήταν έγκυος. Ήμουν στη μέση μιας από τις πιο σημαντικές συμφωνίες της καριέρας μου και δεν χάρηκα ούτε με το δείπνο που ετοίμασε, ούτε με το μωρό. Οι καυγάδες μας ήταν ατέλειωτοι. Κάπου ένα μήνα μετά γύρισε από το γιατρό κλαίγοντας και μου είπε ότι το έχασε. Μάζεψε τα πράγματά της και έφυγε. Γρήγορα την ξέχασα γιατί την συμφωνία την πέτυχα. Πήρα και άλλα αυτοκίνητα, μετοχές και άλλο ένα σκάφος και άλλα λεφτά, πολλά λεφτά…».
«30 εκατομμύρια για την ακρίβεια», ξεροκατάπιε ο δικηγόρος. «Και τώρα;»
«Τώρα ονειρεύτηκα ότι πέθανα και κηδεία μου ήταν τόσο φτωχή όσο και η ζωή μου».
«Θέλετε να σας αφήσω λίγο χρόνο να το σκεφτείτε;»
Ο κύριος Χάρισον άνοιξε το πορτοφόλι του και έβγαλε μία φωτογραφία και την έδειξε στον δικηγόρο. Μια εικόνα μιας όμορφης γυναίκας με τα ίδια γαλάζια μάτια που τον κοιτούσαν τώρα ανήμπορα.
«Η μητέρα σας».
«Την είχα πάντα μαζί μου για να θυμάμαι ότι ήταν φτωχή, για να μη γίνω έτσι! Τελικά ποιος είναι στα αλήθεια;»
Ο Τόμι σηκώθηκε λυπημένος και κοίταξε το ρολόι του. Είχε υποσχεθεί στην κόρη του ότι θα πάει στο χριστουγεννιάτικο μπαζάρ του σχολείου της. Κούμπωσε το σακάκι του και ρώτησε τον πελάτη του αν χρειαζόταν κάτι άλλο.
«Φώναξε τους γιατρούς και πιάσε και το δικό μου», είπε με πείσμα. «Πόσες μέρες μένουν μέχρι τα Χριστούγεννα;»
«Δεκαπέντε περίπου, κύριε».
«Έχω δεκαπέντε μέρες να ξοδέψω τριάντα εκατομμύρια. Θα με βοηθήσεις;»
«Ας ξεκινήσουμε από ένα μπαζάρ, τι λέτε;»
Στο στολισμένο σχολείο τα παιδιά ντυμένα γιορτινά στέκονταν πίσω από πάγκους και πουλούσαν χριστουγεννιάτικες κάρτες, μπισκότα και παιχνίδια προς ένα και δύο δολάρια το καθένα.
«Δεν θα πετύχει», γκρίνιαξε ο κύριος Χάρισον. «Θέλω μία καλή ιδέα να επενδύσω τα λεφτά, Τόμι, γρήγορα!»
«Γιατί δεν κάνετε μία δωρεά σχολείο μας;» πρότεινε η μικρή. «Έτσι, θα μπορέσουμε να αγοράσουμε εξοπλισμό για το γυμναστήριο και την αίθουσα χημείας!»
Αυτό ήταν! Η φιλανθρωπία λένε είναι μία από τις κόρες του Θεού. Επόμενος προορισμός ήταν η αγορά. Εκεί είχαν στήσει τους πάγκους τους διάφορες οργανώσεις φιλανθρωπικές και έγιναν γενναιόδωρες αγορές σε συλλόγους για παιδιά και κακοποιημένες γυναίκες, για άτομα με αναπηρίες, ανίατες ασθένειες, καρκινοπαθείς, βετεράνους ακόμα και σε φιλοζωικές οργανώσεις.
«Τα μάζευα μια ζωή για τον εαυτό μου και τα δίνω σε άγνωστους», γέλασε από χαρά. Γέλασε και χάρηκε πιο πολύ εκείνες τις δεκαπέντε μέρες δίνοντας τα χρήματά του παρά μαζεύοντας τα για πάνω από τριάντα χρόνια.
Μια βδομάδα πριν τα Χριστούγεννα και είχαν περάσει από όλα τα σχολεία, νοσοκομεία, εκκλησίες, κτήρια που υπήρχαν στην πόλη. Όπου δεν μπορούσε πια ο κύριος Χάρισον, έστελνε τον Τόμι μόνο του. Στο άσυλο αστέγων δώρισε όλη την ακίνητη περιουσία του για να διατεθεί προς όφελος των συνανθρώπων του. Ποτέ δεν τον είχαν αγκαλιάσει και φιλήσει τόσοι άνθρωποι. Τα σκάφη και τα δύο τζετ αποφάσισε να τα δωρίσει στην αστυνομία και την πυροσβεστική.
Τρεις μέρες για τα Χριστούγεννα. Δεν ήξερε πού είχε βρει τόση δύναμη και ενέργεια. Ο Τόμι ήταν είτε μαζί του είτε στην τράπεζα και στο τρέξιμο για τις δωρεές. Δεν είχε δει την οικογένειά του.
«Πόσα έμειναν;» τον ρώτησε και κάθισαν σε ένα παγκάκι να πάρουν μια ανάσα. Στα χέρια τους κρατούσαν χάρτινες κούπες με τσάι που άχνιζε και απέναντι τους μικροί και μεγάλοι έκαναν σβούρες στο παγοδρόμιο.
«Τρία εκατομμύρια και το Έλενα, κύριε, που είπατε να το κρατήσω για το τέλος».
«Σωστά. Ώρα να γυρίσεις σπίτι σου, Τόμι, να χαρείς τις γιορτές με την οικογένεια σου. Στον δρόμο σου, άφησε με στην κλινική».
«Εντάξει. Πρώτα όμως πρέπει να πάρω τα δώρα των παιδιών γιατί δεν μπορώ να γυρίσω σπίτι με άδεια χέρια».
«Φυσικά», χαμογέλασε ο ηλικιωμένος.
Το μεγάλο μαγαζί παιχνιδιών ήταν γεμάτο παιδιά και γονείς σε υστερία. Οι υπάλληλοι και οι ταμίες πάλευαν με τον χρόνο να εξυπηρετήσουν το πλήθος. Οι φωνές, τα σπρωξίματα, οι τσάντες που άλλαζαν χέρια, οι φιόγκοι, οι κορδέλες, οι πόρτες που ανοιγόκλειναν κάθε λεπτό.
«Μάλλον δεν ήταν καλή επιλογή το συγκεκριμένο κατάστημα», ανησύχησε ο Τόμι. «Θα τα καταφέρουμε κύριε, τι λέτε;»
«Όλα θα γίνουν!» είπε και του έκανε νόημα ότι θα περιμένει κοντά στο ταμείο. Πέρασε δίπλα από ένα κοριτσάκι που έκλαιγε γιατί έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα στην κούκλα που της άρεσε και στο νέο Χριστουγεννιάτικο βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε. Άκουσε την μαμά να προσπαθεί να της εξηγήσει ότι δεν μπορεί να αγοράσει και τα δύο γιατί δεν είχαν αρκετά χρήματα. Με βαριά καρδιά το κορίτσι πήρε στην αγκαλιά της την συσκευασμένη κούκλα και πήγε με την μαμά της προς το ταμείο.
«Και αυτό», ακούμπησε το βιβλίο ο κύριος Χάρισον και έδωσε την κάρτα του στην ταμεία.
«Μα… Γιατί;» ρώτησε η μαμά.
«Καλά Χριστούγεννα!» ευχήθηκε με όλη του την καρδιά! «Κράτα την και χτύπα τα όλα. Ναι, όλα! Ναι, και τα επόμενα! Όλα!» εξήγησε στην έκπληκτη ταμία.
Όταν ο Τόμι έφτασε κοντά στο ταμείο παρατήρησε τον αναβρασμό που επικρατούσε μπροστά, μόνο που τώρα το άγχος και η βιασύνη είχαν γίνει χαρά και ελπίδα.
«Κύριε Χάρισον…» μουρμούρισε γιατί κατάλαβε.
Στον δρόμο τα γέλια τους δεν είχαν σταματημό για αυτό που έγινε και το ράδιο έπαιζε χαρμόσυνα τραγούδια που μισοτραγουδούσαν όταν θυμόνταν τους στίχους.
«Περάσαμε τον δρόμο, Τόμι!»
«Το ξέρω».
Το τραπέζι ήταν στρωμένο και τους περίμενε. Η σούπα άχνιζε ακόμα και τα παιδιά έκλεβαν πατάτες από την πιατέλα. Το ψάρι ήταν στον φούρνο να βγει τελευταίο. Τα ποτήρια ήταν γεμάτα κρασί και το τζάκι έκαιγε μια γλυκιά ζεστασιά που η καρδιά του κυρίου Χάρισον νόμιζε ότι ποτέ δεν θα νιώσει. Έφαγαν, γέλασαν, είπαν ιστορίες και παραμύθια, τα παιδιά μάλωσαν για τα γλυκά και όταν έπεσε καλά η νύχτα πήγαν στα κρεβάτια τους χορτάτα και γεμάτα.
«Δεν είναι τίποτα ιδιαίτερο, μα θα θέλαμε να μείνετε εδώ απόψε», του έδειξαν τον ξενώνα.
«Και να αφήσω το ιδιωτικό δωμάτιο στην πανάκριβη, ψυχρή κλινική μου;» αστειεύτηκε. «Τόμι, μείνε λίγο και φέρε τα χαρτιά σου. Θέλω να κάνω την τελευταία δωρεά».
Τα άφησε όλα στον Τόμι και την οικογένειά του. Να σπουδάσουν τα παιδιά, του είπε, γιατί είναι πανέξυπνα, ειδικά η μικρή, ξυράφι! Να κάνουν ταξίδια με το Έλενα, γιατί θυμόταν ότι τους άρεσε η θάλασσα. Να φτιάξει καινούργια παράθυρα, να είναι πιο ασφαλές το σπίτι και νέα κουζίνα στην γυναίκα του που μαγειρεύει τόσο εξαίσια. Να της πάρει και εκείνον τον αρτοπαρασκευαστή που ανέφερε στο δείπνο. Αυτά του παρήγγειλε. Τα υπόλοιπα να τα διαθέσει όπως επιθυμούν.
Άκουγε, έγραφε και έκλαιγε ο Τόμι που ευχόταν να είχε αλλάξει έτσι και ο πατέρας του που πάντα έταζε ότι θα κάνει και πάντα για τον εαυτό του έκανε μόνο. Γιατί δεν υπάρχει χειρότερο να τάξεις σε παιδί και να μην το κάνεις! Έτσι ήταν βέβαια οι περισσότεροι πελάτες του. Αχόρταγοι και τυφλοί λάτρεις των υλικών. Η μεταστροφή αυτού του ηλικιωμένου στις τελευταίες του στιγμές ήταν όχι μόνο κάτι που δεν είχε ξαναδεί, αλλά του φάνηκε σαν αληθινή αποκάλυψη!
Ο κύριος Χάρισον έμεινε ξαπλωμένος στο κρεβάτι αυτού του ζεστού σπιτιού, περιτριγυρισμένος από ανθρώπους που τον αγάπησαν και τον φρόντισαν. Όταν έμεινε μόνος έβγαλε την φωτογραφία της μητέρας του και την φίλησε. Την ακούμπησε στο στήθος και έκλεισε τα μάτια.
«Ελπίζω να τα είδες όλα αυτά και να χάρηκες», μουρμούρισε και έφυγε.
Το επόμενο μεσημέρι, παραμονή Χριστουγέννων, έγινε η κηδεία του.
«Δεν υπάρχουν λόγια…» τραύλισε ο Τόμι. «Δεν μπορούμε να τον ευχαριστήσουμε αρκετά για όσα έκανε για εμάς και την πόλη μας. Τον έστειλε ο Θεός στην ζωή μου και αναπλήρωσε ένα κενό που δεν πίστευα ότι θα γέμιζε ποτέ. Μου είπε μια φορά κάποια λόγια της μητέρας του: «Τα χρήματα στην ζωή μας φέρουν την ευτυχία μόνο όταν τα χρησιμοποιούμε για να βοηθήσουμε τους συνανθρώπους μας». Πιστεύω ότι την τίμησε. Πιστεύω ότι θα είναι περήφανη για εκείνον. Ποτέ δεν είναι αργά. Μέχρι και την τελευταία στιγμή η αγάπη είναι επιλογή. Η αγάπη είναι μια απόφαση. Αναπαύσου εν ειρήνη τώρα κύριε Χάρισον».
Ο Τόμι έμεινε για λίγο αποχαυνωμένος να κοιτάει τον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί από όλη την πόλη και είχε κατακλύσει την εκκλησία. Τόσος κόσμος που στεκόταν μέχρι έξω στο κρύο και περίμενε να πει το τελευταίο αντίο στον ευγενικό κύριο που πέρασε από την ζωή τους και ζωγράφισε μια πινελιά αγάπης.
«Καλά και ευλογημένα Χριστούγεννα σε όλον τον κόσμο!»
CC
