«Στην αρχαιότητα, παιδιά μου, το γκι θεωρούταν φαρμακευτικό βοτάνι και…»
«Τι σημαίνει αυτό, κυρία;»
«Σημαίνει ότι μπορούσε να βοηθήσει κάποιον που ήταν άρρωστος ή χτυπημένος. Επίσης, πέρα από αυτό, ήταν ιερό σύμβολο γιατί το χειμώνα γιατί παρέμενε πράσινο!»
«Ουαααααουυυυυ!», έκαναν όλα τα παιδιά με μια φωνή.
Η Χριστίνα χαμογέλασε και συνέχισε να χαζεύει τα αμέτρητα γκι που κρέμονταν από το δέντρο. Είχαν πάει εκδρομή στο χριστουγεννιάτικο θεματικό πάρκο της πόλης και το μεγάλο γκίδεντρο κέντριζε όλα τα βλέμματα. Ήταν γεμάτο με πράσινα γκι στολισμένα με χρυσόσκονη. Όλα τα παιδιά χάζευαν την ομορφιά του.
«Κυρία; Η μαμά μου μού είπε πως όταν βρεθεί κάποιος κάτω από γκρι πρέπει να δώσει ένα φιλί!»
Η Χριστίνα έβαλε τα γέλια… «Λέγονται γκι. Όχι γκρι! Το γκρι είναι χρώμα. Και ναι, είναι αλήθεια. Υπάρχει μια ιστορία στην οποία ο θεός του κακού πολέμησε και κέρδισε τον θεό του ήλιου και η μαμά του θεού ήλιου που ήταν πολύ στεναχωρημένη, άρχισε να κλαίει και μετέτρεψε τα δάκρυά της στα μούρα που έχει πάνω το γκι. Οι άλλοι θεοί τη λυπήθηκαν και έσωσαν τον θεό ήλιο. Η θεά μαμά ήταν πολύ χαρούμενη και υποσχέθηκε ένα φιλί σε όποιον περάσει κάτω από το γκι. Έτσι αυτός ο μύθος δημιούργησε το έθιμο και τώρα όποιος περάσει από το γκι πρέπει να δώσει ένα φιλί!»
«Ιουυυυ! Δεν φιλάω κανέναν!», είπε μια μαθήτρια.
«Εσένα, κυρία Χριστίνα, σε έχουν φιλήσει κάτω από το γκι;»
Αυτή η ερώτηση τη χτύπησε σαν βέλος. Είχε περάσει ένας χρόνος από εκείνο το φιλί. Ένα φιλί που περίμεναν και οι δύο πολλά χρόνια. Ένα φιλί που δεν ξεχνιέται. Φίλοι από το σχολείο και ερωτευμένοι από πάντα, μα κανένας δεν το ξεστόμισε ποτέ. Μεγάλωσαν. Σπούδασαν. Έκαναν τις ζωές τους. Πάντα μαζί όμως. Πριν από έναν χρόνο, αποφάσισαν -ελεύθεροι- και οι δύο, να πάνε ένα ταξίδι στο εξωτερικό. Σε μια παμπ εκεί στα ξένα, στάθηκαν κάτω από το γκι. Το φιλί ήρθε αβίαστα. Λες και το έκαναν συνέχεια.
Καμία αντίσταση ή ντροπή. Είχαν φτιαχτεί για αυτό το φιλί, το οποίο είπε όσα οι δυο τους δεν τολμούσαν. Όταν χωρίστηκαν όμως όλα άλλαξαν. Λες και το φιλί δημιούργησε ένα ρήγμα. Χωρίστηκαν και χάθηκαν. Δεν ξαναμίλησαν. Η Χριστίνα έπιασε ασυναίσθητα τα χείλη της.
«Ναι, μικρή μου! Τα προηγούμενα Χριστούγεννα! Με φίλησε ο καλύτερός μου φίλος!»
«Ωωωωωω!», είπαν τα παιδιά, «πώς τον λένε;»
«Μανώλη με λένε!».
Η φωνή του ήχησε στα αυτιά της Χριστίνας σαν χριστουγεννιάτικη μελωδία.
«Είστε και οι δύο κάτω από το γκι, κυρία!», είπε ένας μαθητής στην αποσβολωμένη δασκάλα.
Ο Μανώλης τότε την έπιασε από τη μέση, την έφερε κοντά του και τη φίλησε απαλά. Η Χριστίνα τον έσφιξε στην αγκαλιά της. Τα παιδιά ζητωκραύγαζαν.
«Συγνώμη που άργησα! Συγνώμη που εξαφανίστηκα! Θα στα πω όλα όμως άκου με… Σ’ αγαπάω, Χριστίνα. Από πάντα και για πάντα! Δεν θέλω να χάσω άλλο χρόνο. Συγνώμη!»
Η Χριστίνα του χάιδεψε το μάγουλο και χαμογέλασε.
«Και χωρίς γκι, εγώ πάλι θα σε φιλούσα. Εσύ ήσουν από πάντα και για πάντα! Έχουμε χρόνο μπροστά μας να τα πούμε όλα. Προς το παρόν, πάμε! Έχουμε εκδρομή!».
Κατερίνα Μοχράνη
