Δικιά μου, δικός μου – Μέρος 1ο

Ήταν καλοκαίρι του 2009. Ένα καλοκαίρι που μύριζε αλάτι, ζέστη και περιπέτεια, όταν η Μαίρη, μια νεαρή πρωτοετής φοιτήτρια στη Ρόδο, πήρε μια απόφαση που έμελλε να πυροδοτήσει συγκρούσεις και αλλαγές. Είχε αποφασίσει να μείνει στο νησί για τη σεζόν, να δουλέψει και να γνωρίσει τον κόσμο μέσα από το φως του ήλιου και τη νυχτερινή ζωή των beach bars. Αυτή της η απόφαση δεν άρεσε στους γονείς της, που την είχαν συνηθίσει πάντα κοντά τους, στην αγκαλιά της Θεσσαλονίκης.
«Μα καλά, παιδί μου, πότε θα σε δούμε εμείς;» γκρίνιαζε η μητέρα της, με τη φωνή της να σπάει λίγο από το παράπονο. «Δε μας λυπάσαι; Έλα εδώ να δουλέψεις τώρα που είναι κλειστή η σχολή. Να σε δούμε λίγο, να σε χαρούμε. Τι σου λείπει από εμάς;».
Η Μαίρη, με τον αυθορμητισμό και τη σιγουριά της νιότης, χαμογέλασε πικρά, παρόλο που η καρδιά της βάραινε από τις τύψεις. «Μαμά, σε παρακαλώ, μην το κάνεις αυτό. Το έχω αποφασίσει. Θέλω να μείνω στη Ρόδο. Χρειάζομαι αυτά τα χρήματα για να πάω Ιταλία τα Χριστούγεννα.»
Στην άλλη άκρη της γραμμής, η μητέρα της έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό. «Α, μάλιστα… Δηλαδή ούτε τα Χριστούγεννα θα σε δούμε! Βρε κορίτσι μου, βρε χρυσό μου πλάσμα, πες μου τι σε έχει πιάσει! Και τώρα πώς θα το πω στον πατέρα σου; Ξέρεις πόσο αδυναμία σου έχει. Θα αντιδράσει, να το ξέρεις.»
«Το ξέρω, μαμά… Είμαι προετοιμασμένη. Άστο πάνω μου.»

Η Μαίρη έκλεισε το τηλέφωνο, αλλά το βάρος της κουβέντας έμεινε. Πήρε το κινητό της και έστειλε μήνυμα στον πατέρα της. Ήξερε ότι εκείνος θα την άκουγε. Ήταν πάντα πιο ψύχραιμος.
«Μπαμπά, θέλω να σου μιλήσω για κάτι που μόνο εσύ θα με καταλάβεις…»
Ο πατέρας της δεν άργησε να απαντήσει. «Καταλαβαίνεις τώρα, μπαμπά; Κάνε τη μαμά να ηρεμήσει. Νομίζει ότι είμαι ακόμα παιδί. Πες της ότι μεγάλωσα. Μόνο εσύ μπορείς να με καταλάβεις.»
Η απάντησή του ήταν γεμάτη στοργή, αλλά και προβληματισμό. «Μαιρούλα μου, φυσικά και μπορώ να σε καταλάβω. Ο μπαμπάς πάντα σε καταλαβαίνει. Αλλά έχει κι η μάνα σου τα δίκια της, δε νομίζεις;»
Η Μαίρη έμεινε για λίγο σιωπηλή. Η αμφιβολία της φώλιασε στην ψυχή της. «Κρίμα… Νόμιζα ότι θα με καταλάβαινες,» του απάντησε.
Ο πατέρας της, μην αντέχοντας να την ακούει λυπημένη, υποχώρησε. «Εντάξει, εντάξει. Θα μιλήσω στη μαμά σου. Πώς με καταφέρνεις κάθε φορά, ήθελα να ξέρω! Να προσέχεις μόνο, Μαιρούλα μου.»

Το επόμενο πρωί, η Μαίρη ξύπνησε γεμάτη ενέργεια. Ήταν έτοιμη για τη δουλειά της. Η πρώτη της νύχτα στο beach bar ήταν μια εμπειρία που δεν θα ξεχνούσε ποτέ. Φόρεσε ένα λευκό τζιν σορτσάκι, ένα μαύρο crop top που άφηνε ακάλυπτη τη μέση της, χρυσές πλατφόρμες και μεγάλα σκουλαρίκια. Τα μαλλιά της κυμάτιζαν ανέμελα στους ώμους της, και το μακιγιάζ της τόνιζε τα εκφραστικά σχιστά μάτια της. Ήταν ένα ζωντανό όραμα που έκοβε την ανάσα.

Κι όμως, εκείνη η βραδιά θα γινόταν ακόμα πιο ξεχωριστή. Κάπου μέσα στο πλήθος, ένας νεαρός άντρας με ξανθά μαλλιά και γυμνασμένο σώμα την πλησίασε. «Μια τεκίλα σκέτη» της είπε, με ένα χαμόγελο που έμοιαζε να φωτίζει όλο το δωμάτιο.
Η Μαίρη ένιωσε τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια της. «Ε… ναι… αμέσως…» ψέλλισε, χάνοντας τα λόγια της. Έφτιαξε νευρικά το ποτό και του το έδωσε. Εκείνος το πήρε και εξαφανίστηκε στο πλήθος, αφήνοντάς την με ένα βλέμμα που έμοιαζε να λέει περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν ποτέ να ειπωθούν.

Πέρασαν δύο εβδομάδες, και η Μαίρη δεν μπορούσε να βγάλει τον άγνωστο από το μυαλό της. Κάθε βράδυ τον έψαχνε με το βλέμμα. «Ήταν ο πιο όμορφος άντρας του κόσμου!» έλεγε ξανά και ξανά στη φίλη της, τη Μαρία.
«Έχεις τρελαθεί!» της απαντούσε η φίλη της. «Μπορεί να ήταν τουρίστας. Ψάχνεις ψύλλους στ’ άχυρα, Μαιρούλα!».

Κι όμως, το πεπρωμένο είχε άλλα σχέδια. Το φθινόπωρο, στην καφετέρια έξω από τη σχολή της, τον είδε ξανά. Καθόταν μόνος, διαβάζοντας ένα βιβλίο. Το αίμα πάγωσε στις φλέβες της.
«Αυτός είναι…» ψιθύρισε στη Μαρία.

Η Μαίρη κάρφωσε το βλέμμα της στον άντρα που καθόταν απέναντι. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά, τόσο που νόμιζε ότι θα την ακούσουν όλοι γύρω της.
«Ποιος;» τη ρώτησε η Μαρία, κοιτάζοντάς την με απορία.
«Αυτός, ρε… αυτός από το μπαρ. Πώς είμαι; Είμαι χάλια, ε; Γιατί βγαίνω πάντα αμακιγιάριστη από το σπίτι; Πάμε να φύγουμε τώρα. Δεν μπορώ!»
Η Μαίρη γύρισε απότομα για να φύγει, αλλά δεν πρόλαβε. Έπεσε πάνω στη σερβιτόρα που περνούσε εκείνη τη στιγμή, και ο δίσκος της βρέθηκε στο πάτωμα με έναν δυνατό γδούπο.
«Χίλια συγγνώμη… Να σας βοηθήσω;» πρόλαβε να πει, μαζεύοντας γρήγορα τα ποτήρια.

Η σκηνή δεν πέρασε απαρατήρητη. Εκείνος, με το βιβλίο του ακόμα στο χέρι, σηκώθηκε και την πλησίασε.
«Χρειάζεσαι βοήθεια;» τη ρώτησε με τη ζεστή, ήρεμη φωνή του.
Η Μαίρη ένιωσε να κοκκινίζει. «Όχι, όχι… Είμαι καλά, ευχαριστώ. Δεν πειράζει.»
Το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω της.
«Σε ξέρω από κάπου;» τη ρώτησε, με μια δόση παιχνιδιάρικης περιέργειας.
Η Μαίρη χαμήλωσε τα μάτια. «Μπα… δεν νομίζω…»
Αλλά εκείνος δεν σταμάτησε. «Κι όμως, κάτι μου θυμίζεις…»
Η Μαίρη δίστασε για λίγο. «Ε… δούλευα σε ένα beach bar στον κεντρικό το καλοκαίρι. Ίσως να πέρασες…»
Τα μάτια του φωτίστηκαν. «Μα ναι! Το κορίτσι στο μπαρ. Φυσικά! Σε θυμάμαι. Δεν ξεχνιέσαι και τόσο εύκολα…»

Η Μαίρη ένιωσε τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια της. «Ε, όχι και έτσι! Μια φορά είχες έρθει και μετά δεν ξαναπάτησες. Τα παραλές νομίζω.»
«Αλέξης. Εσύ;» της είπε, απλώνοντας το χέρι του.
«Μαίρη.»
Ο Αλέξης χαμογέλασε. «Χάρηκα. Και για να λες ότι δεν ξαναπάτησα, άρα με θυμάσαι κι εσύ.»

Η Μαίρη έγινε κατακόκκινη. Ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί. Πώς να του κρύψει ότι τον θυμόταν; Όχι απλά τον θυμόταν, αλλά τον έψαχνε σε κάθε γωνιά του καλοκαιριού, κάθε βράδυ στο μπαρ.
«Ε… ναι λοιπόν. Σε θυμάμαι.»
Εκείνος της χαμογέλασε. «Θέλεις να ανταλλάξουμε social;»

Και κάπως έτσι έγιναν διαδικτυακοί φίλοι. Όλη την υπόλοιπη μέρα και νύχτα μιλούσαν ασταμάτητα. Λέξη τη λέξη, η Μαίρη ένιωθε την καρδιά της να λιώνει, να τρέχει σαν νερό προς εκείνον. Δεν είχε ξανανιώσει ποτέ έτσι.

Το επόμενο βράδυ κανόνισαν να πάνε για ποτό. Η Μαίρη φόρεσε ένα στενό μαύρο φόρεμα και ψηλοτάκουνα πέδιλα. Όταν ο Αλέξης ήρθε να την πάρει από το σπίτι, το βλέμμα του για μια στιγμή σκάλωσε πάνω της. Προσπάθησε να το κρύψει, μα εκείνη κατάλαβε.

Πήγαν σε ένα κλαμπ, χόρεψαν, γέλασαν, και κάθε της κίνηση, κάθε της βλέμμα τον μάγευε. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Το μόνο που ήθελε ήταν να την κρατήσει στην αγκαλιά του και να της πει όσα έβραζαν μέσα του.

Φεύγοντας, σταμάτησαν σε ένα απόμερο μέρος.
«Έλα έξω μαζί μου» της είπε.

Βγήκε από το αμάξι, την πήρε αγκαλιά και την κοίταξε στα μάτια.
«Είσαι η πιο όμορφη γυναίκα που έχω δει ποτέ μου. Σε θέλω. Δικιά μου.»

Η Μαίρη δεν άντεξε. Τον φίλησε με πάθος, με όλο της το είναι. Τα χείλη τους έσμιξαν, και για λίγο ο χρόνος σταμάτησε.
«Πρέπει να με πας σπίτι,» του είπε τελικά, απομακρύνοντάς τον απαλά.

Εκείνος το σεβάστηκε και την πήγε. Το επόμενο πρωί της έστειλε μήνυμα: «Καλημέρα, ομορφιά μου. Σήμερα το βράδυ τι κάνεις;»

Η Μαίρη πετούσε από χαρά. Το ίδιο βράδυ τον κάλεσε στο σπίτι της. Του δόθηκε με όλη της την ψυχή, με όλη της την καρδιά. Ο Αλέξης, τρυφερός και παθιασμένος, της ψιθύρισε: «Τώρα είσαι δικιά μου!»
Και εκείνη του εκμυστηρεύτηκε: «Ήμουν δικιά σου από την πρώτη στιγμή που σε είδα.»

Έζησαν έναν μήνα παραμυθένιο. Μαζί σε όλα, αγκαλιά στον έρωτά τους. Κάθε στιγμή ήταν ένα μικρό κομμάτι ευτυχίας.
Αλλά το παραμύθι δεν κρατάει πάντα για πάντα…

Παναγιώτα Τσάμπρα

Συνεχίζεται…

One response to “Δικιά μου, δικός μου – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading