[Σημείωση: Αυτόν τον μήνα, αλλά και τους άλλους δύο (αν χρειαστεί), δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια του Τρίτου Μέρους της Κόμισσας. Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
***
Κράμπους
Της Μίνα Έιμς
(Τεύχος Δεκεμβρίου, 1897, σελ. 5-7)
Κοιμόμουν βαθιά, όταν άκουσα το παράθυρο στο δωμάτιο του μικρού μου ταραχοποιού Ίμρε να ανοίγει και δριμύ χριστουγεννιάτικο ψύχος να εισβάλλει. Κάτι βαρύ έπεσε στο ξύλινο πάτωμα. Μια απαίσια μυρωδιά χαράκωσε το μυαλό μου, ενώ αυτός που είχε μπει περπάτησε με βήματα που θύμιζαν τη βάδιση των κατσικιών μας. Κάτι μεταλλικό σερνόταν όταν περπατούσε.
Άνοιξα τα μάτια. Είδα μια μεγάλη ανθρωπόμορφη φιγούρα να διασχίζει το μικρό δωμάτιο της καλύβας που είχαμε παραχωρήσει στον γιο μας ο Ντέζου κι εγώ. Είχε ένα σάκο κρεμασμένο στον ώμο και δύο στριφογυριστά κέρατα στεφάνωναν το κεφάλι του.
Πετάχτηκα όρθια.
Είπα «Ποιος είσαι εσύ, διάβολε; Πώς τολμάς να εισβάλλεις στο σπίτι μου; Φύγε, αλλιώς…»
Γύρισε προς εμένα. Ήταν γυμνός και το κορμί του τριχωτό. Στα πόδια είχε αλυσίδες. Δύο σκανταλιάρικα κόκκινα μάτια με κοίταξαν. Το βλέμμα του έμοιαζε με του Ίμρε όταν ήταν έτοιμος να κάνει κάποια αταξία, χωρίς να νοιάζεται για τις τιμωρίες που θα του επέβαλλα –συνήθως, μερικές ξυλιές στα πισινά του και απαγόρευση να βγει από το δωμάτιό του για μια εβδομάδα.
«Αλλιώς τι, κυρά;» ρώτησε το ον. «Τι θα κάνεις στον διάβολό σου;»
Δεν μίλησα αμέσως. Δεν ήξερα τι να πω. Όταν αυτός γύρισε πάλι προς το κρεβάτι που αναπαυόταν ο άρρωστος Ίμρε, ο μισοπεθαμένος Ίμρε μου, ρώτησα «Ποιος είσαι; Τι θέλεις;»
«Κάποιοι με αποκαλούν Κράμπους, άλλοι με επικαλούνται ως Σατανά» απάντησε. «Αυτό που θέλω είναι ο Ίμρε. Θέλω να τον σώσω, κυρά».
Έκανα το σταυρό μου. «Τι θα πει αυτό;»
«Είναι ένα άτακτο παιδί που οδεύει προς τον θάνατο. Αν, όμως, τον πάρω μαζί μου, θα ζήσει αιώνια. Θα του δώσω την αθάνατη ψυχή μου και θα έχει την αποστολή που έχω εγώ: να πηγαίνει στα άτακτα παιδιά και να τα συνετίζει». Με κοίταξε ξανά κι άρχισε να χαϊδεύει το πυρετώδες κεφάλι του γιου μου. «Πες μου, κυρά, θες να ζήσει ο Ίμρε σου για πάντα;»
«Εγώ…» πήγα να πω, αλλά δίστασα. Ο Ίμρε πέθαινε. Σε μια μέρα, σε δύο. Σε μια εβδομάδα. Λιγότερο από μήνα, πάντως, σύμφωνα με τον γιατρό. Όσο κι αν τον μισούσα όταν έκανε αταξίες, άλλο τόσο δεν ήθελα να τον χάσω. Ήταν σπλάχνο μου, να πάρει η ευχή! Κι αυτό το τέρας του προσέφερε την αιώνια ζωή…
Ο Ίμρε έβηξε, γδέρνοντας πάλι τον ταλαιπωρημένο λαιμό του.
«Λοιπόν, κυρά;»
Κοίταξα τον Κράμπους. «Θα τον ξαναδώ ποτέ; Δεν θέλω να τον χάσω!».
«Φυσικά. Αλλά θα χρειαστεί να κάνεις ό,τι σου πω» ένευσε το τέρας.
Κι εγώ συμφώνησα.
Είδα τον Κράμπους να πετάει τα σκεπάσματα και να πιάνει το ασθενικό κορμί του Ίμρε μου. Άνοιξε τον σάκο του και έβαλε τον γιο μου μέσα.
Έπειτα, έφυγε.
Κι εγώ πήγα στο δωμάτιο όπου κοιμόταν ο Ντέζου.
Τα επόμενα Χριστούγεννα, δούλευα ως γκουβερνάντα στο σπίτι δύο πλούσιων παιδιών. Κοιμόμουν σε μια καρέκλα δίπλα τους, όταν άνοιξε το ξεμανταλωμένο παράθυρο και μια απαίσια μπόχα εισέβαλλε. Άνοιξα τα μάτια και είδα ένα μικρόσωμο, ανθρωπόμορφο πλάσμα με τέρατα και σάκο να μπαίνει. Χαμογέλασα, καθώς αναγνώριζα στα πορφυρά μάτια του τον Ίμρε μου. Ήρθε για τα παιδιά που τόσο επιμελώς είχα φροντίσει να κάνω άτακτα.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:
Η Φιλομίνα (Μίνα) Έιμς γεννήθηκε το 1860. Ζει στο Έσσεξ και εργάζεται ως γραμματέας στο περιοδικό Weird Literature. Από μικρή της άρεσε να ακούει ιστορίες φαντασίας και φρίκης, ενώ φρόντισε ώστε να μη παύσει τις σπουδές της στο σχολείο. Η αγάπη της για την Λογοτεχνία παρέμεινε ισχυρή, οπότε και επιδίωξε να ασχοληθεί ενεργά με τη συγγραφή και την επιμέλεια κειμένων. Ελπίζει στο μέλλον να γράψει το δικό της βιβλίο.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
