Δικιά μου, δικός μου – Mέρος 2ο

Προηγούμενο

Ήταν ένα φωτεινό Σάββατο μεσημέρι, όταν ο Αλέξης τηλεφώνησε στη Μαίρη. Η φωνή του βαθιά και γεμάτη σιγουριά, είχε αυτή τη χροιά που την έκανε να νιώθει κάθε φορά σαν να την έπαιρνε αγκαλιά από μακριά.

«Έλα, μωρό μου. Τι κάνεις;»
«Είμαι έξω για καφέ με τη Μαρία. Εσύ;»
«Μόλις τελείωσα τη δουλειά. Θα πάω σπίτι να κάνω ένα μπάνιο και να ξαπλώσω λίγο. Το βράδυ είναι τα γενέθλια του Κώστα, ενός φίλου μου. Δεν τον ξέρεις, αλλά λέω να πάμε μαζί να τον γνωρίσεις. Και την παρέα μου, φυσικά.»

Η καρδιά της Μαίρης άρχισε να χτυπά πιο δυνατά. Ήταν μαζί έναν μήνα, αλλά μέχρι τώρα δεν είχε γνωρίσει κανέναν από τον κύκλο του. Το ότι την προσκαλούσε να τον συνοδεύσει στα γενέθλια του φίλου του, να εμφανιστούν μαζί μπροστά στους φίλους του, ήταν για εκείνη ένα σημάδι. Σημάδι πως ίσως η σχέση τους να γινόταν κάτι πιο σοβαρό – κάτι που η ίδια λαχταρούσε.

«Ώστε ήρθε η ώρα να μας κάνεις την τιμή και να μας παρουσιάσεις στους φίλους σου; Αυτό πρέπει να το γιορτάσουμε!» είπε πειρακτικά.

Ο Αλέξης γέλασε. Αυτή η ανάλαφρη ζεστασιά του γέλιου του την έκανε να νιώθει ακόμη πιο κοντά του.
«Στις έντεκα θα έρθω να σε πάρω, μωρό μου. Να είσαι έτοιμη!»
«Φιλιά!» του είπε πριν κλείσει, νιώθοντας ήδη ένα ρίγος χαράς να διαπερνά όλο της το σώμα.

Η Μαίρη επέστρεψε στο τραπέζι, αλλά το μυαλό της είχε ήδη πετάξει στο βράδυ που την περίμενε. Συζητούσε με τη φίλη της τη Μαρία για το πόσο ερωτευμένοι ήταν, για το τι να φορέσει, για το πώς θα ήταν να γνωρίσει όλη του την παρέα. Κάθε λεπτό που περνούσε, η ανυπομονησία της μεγάλωνε.

Μόλις γύρισε σπίτι, ξεκίνησε την τελετουργία της προετοιμασίας. Κάθισε μπροστά στη ντουλάπα της και άρχισε να ψάχνει. Φορέματα στοιβάζονταν στο κρεβάτι, το ένα μετά το άλλο. Δοκίμαζε, τα απέρριπτε. Κάθε της επιλογή την έκανε να σκέφτεται: «Είναι αρκετά καλό; Είναι το κατάλληλο;». Στο τέλος, ένα μίνι λεοπάρ φόρεμα τη μάγεψε.

Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και χαμογέλασε στον εαυτό της. «Αυτό είναι», είπε με αυτοπεποίθηση.

Όταν στις έντεκα ακριβώς κατέβηκε κάτω, ο Αλέξης την περίμενε στο αυτοκίνητο. Μόλις την είδε, η έκφρασή του άλλαξε. Δεν ήταν θαυμασμός – όχι ο ανοιχτός, εκδηλωτικός θαυμασμός που περίμενε.

«Στην ώρα μου κατέβηκα, έτσι;» είπε γελώντας, πλησιάζοντας να τον φιλήσει.
Εκείνος τραβήχτηκε ελαφρώς. «Τι ακριβώς φοράς, μωρό μου;»
Η Μαίρη πάγωσε. «Τι εννοείς; Ένα φόρεμα έβαλα. Δεν είναι καλό;»
«Μάτια μου, το φόρεμα είναι… πολύ καλό. Αλλά πάνω σου… Πώς να στο πω; Λίγο πιο προκλητικό από το κανονικό. Είσαι ήδη τόσο σέξι. Με αυτό το φόρεμα, παραείσαι. Και δεν θέλω να σε δουν έτσι οι φίλοι μου.»

Η χαρά της έσβησε σαν κερί στον άνεμο. Ξαφνικά, ένιωσε μια τεράστια ανασφάλεια. Όλη η αυτοπεποίθησή της κατέρρευσε. «Μήπως έχει δίκιο;» αναρωτήθηκε. «Μήπως το παρατράβηξα;»

«Θες να αλλάξω;» τον ρώτησε σχεδόν ψιθυριστά.
«Φυσικά, μωρό μου. Αλλά μην αργήσεις», της είπε ήρεμα, με έναν τόνο αυταρχικό που δεν σήκωνε αντίρρηση.

Η Μαίρη δεν αντέδρασε όπως θα έκανε υπό κανονικές συνθήκες. Αντίθετα, τον υπάκουσε. Ένιωσε παράξενα κολακευμένη. «Ζηλεύει. Με διεκδικεί», σκέφτηκε. Η ιδέα ότι την ήθελε μόνο για εκείνον της προκάλεσε ένα ρίγος χαράς, ακόμη κι αν βαθιά μέσα της την ενοχλούσε αυτή η συμπεριφορά.

Η Μαίρη βγήκε από το αυτοκίνητο, αλλά ο Αλέξης την ακολούθησε. Ανέβηκε μαζί της στο διαμέρισμα. Την πλησίασε και, με μια κίνηση, έβγαλε ο ίδιος το φόρεμα.

«Αυτό το φόρεμα θέλω να το φοράς μόνο για μένα», της ψιθύρισε, και η Μαίρη παραδόθηκε στον έρωτά του.

Όταν έφυγαν για τα μπουζούκια, η Μαίρη φορούσε ένα μαύρο φόρεμα, επίσης εντυπωσιακό. Ήταν πανέμορφη, αλλά τα λόγια του Αλέξη την είχαν ήδη κάνει να νιώθει λίγο άβολα.

Στα μπουζούκια έφτασαν με καθυστέρηση. Η Μαίρη έλαμπε, κι ας την είχε κατακλύσει μια ανεπαίσθητη αμηχανία. Οι φίλοι του Αλέξη την υποδέχθηκαν ζεστά, αν και το βλέμμα τους την έκανε να νιώθει πως ήταν στο μικροσκόπιο. Η παρέα γελούσε και σχολίαζε πειρακτικά: «Επιτέλους, ρε Αλέξη! Μας την κρύβεις τόσο καιρό αυτή την κούκλα;»

Λίγο αργότερα, το ποτό και η μουσική χαλάρωσαν την ατμόσφαιρα. Ο Αλέξης και η Μαίρη χόρευαν μαζί, αγκαλιάζονταν, γελούσαν. Ήταν σαν να μην υπήρχε κανένας άλλος γύρω τους, σαν να ήταν ολόκληρο το σύμπαν δικό τους.

Η επόμενη εβδομάδα κύλησε ήρεμα, σαν ένα ποτάμι που ρέει απαλά. Οι συναντήσεις του Αλέξη και της Μαίρης έγιναν πιο συχνές, πιο οικείες, και κάθε στιγμή μαζί του γινόταν για εκείνη ένας μικρός θησαυρός. Την Παρασκευή, ο Αλέξης της πρότεινε να πάνε για καφέ με ένα φιλικό του ζευγάρι. Ήταν η πρώτη φορά που η Μαίρη θα συμμετείχε σε μια τόσο χαλαρή συνάντηση με δικούς του ανθρώπους και η προσμονή την έκανε να ανυπομονεί.

Στο καφέ, η κουβέντα κύλησε σε κοινωνικά θέματα. Η Μαίρη, με την ένταση και τη φλόγα που τη χαρακτήριζε, δεν άργησε να εκφράσει τις φεμινιστικές της απόψεις. Ήταν επαναστάτρια από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, πάντα έτοιμη να υποστηρίξει με πάθος ό,τι πίστευε.

Ο Αλέξης, από την άλλη, την παρατηρούσε με το μισό του χαμόγελο να ζωγραφίζεται στα χείλη. Την θαύμαζε, ναι. Αλλά ο ίδιος ήταν διαφορετικός. Ήταν συνηθισμένος να έχει τον έλεγχο στις συζητήσεις, στις σχέσεις, στη ζωή του γενικότερα. Με τη Μαίρη, όμως, τα πράγματα ήταν αλλιώς. Ήταν ένα ηφαίστειο που έβραζε – ανεξέλεγκτο και ανεξάρτητο.

Η κουβέντα τους έγινε ένα είδος παιχνιδιού. Ένα παιχνίδι που, ενώ οι τόνοι δεν ανέβαιναν, έκρυβε μια ανεπαίσθητη ένταση. Ο Αλέξης πετούσε χαλαρές, σχεδόν προκλητικές ατάκες, κι εκείνη απαντούσε με επιχειρήματα γεμάτα πάθος. Ήταν σαν χορός. Ένας χορός ανάμεσα σε δύο έντονες προσωπικότητες που δεν έκαναν βήμα πίσω.

Η φίλη του Αλέξη, η Γεωργία, τους κοιτούσε με ενδιαφέρον. Όταν η συνάντηση έφτασε στο τέλος της, σχολίασε:
«Απορώ πώς τα βρίσκετε εσείς οι δύο… Με τόσο δυναμικούς χαρακτήρες, θα έβαζα στοίχημα ότι τσακώνεστε συνέχεια!»

Ο Αλέξης γέλασε, ένα δυνατό γέλιο γεμάτο αυτοπεποίθηση.
«Εμείς; Μα εμείς εδώ και πάνω από ένα μήνα δεν έχουμε τσακωθεί ποτέ… Έτσι δεν είναι, μωρό μου;» είπε, κοιτώντας τη Μαίρη.
«Ναι, μάτια μου… Ποτέ», του απάντησε εκείνη με χαμόγελο, περνώντας το χέρι της γύρω από τη μέση του. Τον φίλησε τρυφερά, χωρίς να νοιάζεται για τα βλέμματα της παρέας.

«Γεια σας, παιδιά», είπε ο Αλέξης, κι αφού χαιρέτησαν, κατευθύνθηκαν προς το αυτοκίνητο.

Μόλις μπήκαν μέσα, η Μαίρη γύρισε και τον κοίταξε. Κάτι στη φωνή της Γεωργίας την είχε ταράξει, και η σκέψη δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό της.
«Τι ήταν αυτό που είπε η Γεωργία; Γιατί να μαλώνουμε;» ρώτησε, προσπαθώντας να ακουστεί αδιάφορη, αλλά η φωνή της την πρόδωσε.

Ο Αλέξης γύρισε να την κοιτάξει, με τη χαρακτηριστική του ηρεμία.
«Μην δίνεις σημασία, μωρό μου…» της απάντησε, χαϊδεύοντας το χέρι της.

Η Μαίρη έμεινε σιωπηλή. Δεν του απάντησε, αλλά μέσα της η φράση της Γεωργίας αντηχούσε σαν προειδοποίηση. «Τι είδε εκείνη που εγώ δεν μπορώ να δω;» σκέφτηκε. Ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Τα λόγια της φίλης του Αλέξη τής φάνηκαν σαν ένας κακός οιωνός.

Κούνησε το κεφάλι της για να διώξει τη σκέψη. «Μα τι λες, χαζή; Από πότε πιστεύεις σε προκαταλήψεις; Αν είναι δυνατόν!» μονολόγησε μέσα της.

Όταν έφτασαν σπίτι της, εκείνος την τράβηξε κοντά του. Τη φίλησε, και κάθε σκέψη της έσβησε σαν κερί. Στην αγκαλιά του ένιωθε ασφαλής.

Ήταν αποφασισμένη να το ζήσει. Ό,τι κι αν συνέβαινε, αυτή η ιστορία ήταν δικιά της. Κανένα σχόλιο, καμία αμφιβολία δεν θα την εμπόδιζε να ζήσει το όνειρο. Ο Αλέξης ήταν δικός της. Και εκείνη δική του.

Ο Αλέξης και η Μαίρη είχαν αρχίσει να διανύουν μια περίοδο περίεργη. Οι επισκέψεις του είχαν αραιώσει, οι εξομολογήσεις τους είχαν μειωθεί, και η Μαίρη, αν και δεν ήθελε να το παραδεχτεί, είχε αρχίσει να ανησυχεί. Σκέψεις και ανασφάλειες την είχαν κυριεύσει, κι έτσι, άθελά της, άρχισε να γίνεται πιεστική. Κάτι που ο Αλέξης, με την ανεξαρτησία και την ψυχραιμία που τον χαρακτήριζε, δεν ανεχόταν καθόλου.

Ένα βράδυ αποφάσισαν να πάνε σινεμά. Η ταινία ήταν καλή, αλλά η Μαίρη δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Ο νους της έτρεχε. Όταν έφτασαν στην πολυκατοικία της, εκείνη περίμενε ότι ο Αλέξης θα ανέβαινε επάνω. Όμως εκείνος αρνήθηκε.
«Πρέπει να κοιμηθώ νωρίς», της εξήγησε. «Η δουλειά έχει αρχίσει να με πιέζει, και ο πρώτος καιρός που ήμασταν συνέχεια μαζί με έβγαλε εκτός προγράμματος. Εξαντλήθηκα».

Η Μαίρη έβραζε μέσα της, αλλά δεν είπε τίποτα. Πώς γινόταν να μην τα πηγαίνουν καλά; Ήταν τόσο ερωτευμένοι. Ζούσαν το απόλυτο. Της έλειπε ήδη. Ένιωθε την απόρριψη σαν κρύο μαχαίρι στην καρδιά της.

Ένα βράδυ, αφού είχαν κλείσει το τηλέφωνο και ο Αλέξης της είπε για ακόμη μία φορά ότι δε θα συναντιόντουσαν, χτύπησε το κουδούνι της. Η Μαίρη περίμενε τη φίλη της και άνοιξε την πόρτα χωρίς να ρωτήσει. Όταν αντίκρισε ποιος ήταν, πάγωσε.

Ήταν ο Μάριος. Ένας παλιός συμφοιτητής με τον οποίο είχε φλερτ στο πρώτο έτος.

«Τι θέλεις εδώ, Μάριε;» του είπε, με φωνή γεμάτη έκπληξη.
«Μαίρη… Να… Πώς να σου το πω; Δεν έχω σταματήσει να σε σκέφτομαι. Και τις τελευταίες μέρες στη σχολή σε βλέπω σκεπτική. Είπα να περάσω να μιλήσουμε».

Η Μαίρη έσφιξε τα χείλη της. «Έχεις πολύ θράσος να έρχεσαι βραδιάτικα και να μου χτυπάς την πόρτα», του είπε κοφτά. «Είμαι σε σχέση. Και μάλιστα πολύ σοβαρή. Φύγε τώρα!»

Έκλεισε την πόρτα δυνατά, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα νεύρα της. Μα πριν προλάβει να απομακρυνθεί, το κουδούνι της ξαναχτύπησε.

Άνοιξε την πόρτα σχεδόν εξοργισμένη. Αλλά αυτή τη φορά ήταν ο Αλέξης. Στεκόταν μπροστά της, έξαλλος. Τα μάτια του πέταγαν φωτιές.

«Συναντιέσαι ακόμα μαζί του;» της φώναξε. «Δεν το πιστεύω! Κι εγώ, ο ηλίθιος, ήθελα να σου κάνω έκπληξη και ήρθα χωρίς να στο πω!»

«Αγάπη μου… μωρό μου…» προσπάθησε να τον ηρεμήσει η Μαίρη. «Στ’ ορκίζομαι, δεν τον κάλεσα εγώ! Μόνος του ήρθε, και τον έδιωξα κακήν κακώς!»

Αλλά ο Αλέξης δεν την πίστευε. Η αμφιβολία είχε φωλιάσει μέσα του σαν δηλητήριο. Την κοίταζε διαφορετικά. Στο βλέμμα του δεν υπήρχε πια η ζεστασιά που γνώριζε.

Βγήκε στο μπαλκόνι και άναψε τσιγάρο, παίρνοντας βαθιά τζούρα. Η Μαίρη τον ακολούθησε, προσπαθώντας ξανά να του εξηγήσει. Εκείνος όμως παρέμενε σιωπηλός, με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό.

Όταν τελείωσε το τσιγάρο του, φυσώντας τον καπνό δυνατά, μπήκε μέσα. Η Μαίρη τον ακολούθησε. Εκείνος γύρισε και την κοίταξε. Τα μάτια του σκοτεινά, γεμάτα ένταση. Δεν τον είχε ξαναδεί έτσι.

Χωρίς να πει τίποτα, την κόλλησε στον τοίχο και άρχισε να της βγάζει τα ρούχα με άγριο τρόπο. Η Μαίρη υπάκουσε. Τον ήθελε, ακόμα κι έτσι. Ίσως περισσότερο από ποτέ. Ο Αλέξης την έκανε δικιά του με πάθος, δίχως να ανταλλάξουν καμία κουβέντα. Τα μάτια τους πετούσαν σπίθες. Ήταν θυμωμένος, αλλά και ερωτευμένος. Και εκείνη ένιωθε ερωτευμένη και αδικημένη.

Μόλις τελείωσαν, ο Αλέξης σηκώθηκε και άρχισε να ντύνεται βιαστικά.

«Μα… δε θα μείνεις να κοιμηθούμε μαζί;» τον ρώτησε η Μαίρη με φωνή γεμάτη παράκληση.
«Άλλη φορά», της είπε ψυχρά.

«Εντάξει… όπως θέλεις… Θα σε δω αύριο;»
«Δεν ξέρω».

Η Μαίρη σηκώθηκε γυμνή και τον αγκάλιασε σφιχτά. «Σ’ αγαπάω», του είπε.
«Δεν είναι τώρα η ώρα, Μαίρη», της απάντησε εκείνος.

«Σ’ αγαπάω, μωρό μου. Και είμαι δικιά σου. Μόνο δικιά σου. Μείνε λίγο ακόμα, σε παρακαλώ». Τον φίλησε στο στόμα, αλλά ο Αλέξης δεν ανταποκρίθηκε.

Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω, αφήνοντας τη Μαίρη μόνη. Εκείνη έμεινε να τον κοιτάζει να φεύγει. Ένιωθε άδεια. Σαν ένα κουρέλι, σαν ένα άδειο σακί. Προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί, αλλά το μυαλό της δεν μπορούσε να βάλει τάξη.

«Δεν μπορώ να τον χάσω», ψιθύρισε στον εαυτό της. «Δεν θα το αντέξω. Είναι δικός μου, δικός μου!».

Παναγιώτα Τσάμπρα

Συνεχίζεται…

One response to “Δικιά μου, δικός μου – Mέρος 2ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading