Ήταν τριών χρονών η Ματίνα, όταν ένιωσε έναν πόνο στο πέλμα της, καθώς έτρεχε στην γιορτινά στολισμένη πλατεία της πόλης. Σταμάτησε απότομα, γύρισε πίσω, κοίταξε τους γονείς της και με τα ματάκια της υγρά, είπε, “πονάει το πόδι μου!”. Ο μπαμπάς της, την πήρε κατευθείαν αγκαλιά. “Κουράστηκες αγάπη μου, όλη μέρα τρέχεις!”.
Ο πόνος, δεν υποχωρούσε και δυνάμωνε. Ούτε να το πατήσει μπορούσε το πόδι. Η διάγνωση, τρομαχτική. Οξεία παραλυτική πολιομυελίτιδα. Ευτυχώς, οι γιατροί ήταν αισιόδοξοι ότι δεν θα ήταν μόνιμη παράλυση. Θα έπρεπε όμως να μείνει στο νοσοκομείο αρκετό καιρό και η θεραπεία θα περιλάμβανε αντιβιοτικά για την αποτροπή λοίμωξης των επηρεασμένων μυών, αναλγητικά για τον πόνο, θρεπτική διατροφή, μέτρια άσκηση και φυσιοθεραπεία από ειδικούς και την ελπίδα, να μη φτάσουν στο ορθοπεδικό χειρουργείο. Η Ματίνα, στα δύσκολα από τόσο μικρή ηλικία.
Σε λίγες μέρες θα ήταν η γέννηση του Θεανθρώπου. Το κρεβάτι στο νοσοκομείο θύμιζε εργαστήρι ξωτικών από παιδική ταινία. Παντού μαρκαδόροι, γκλίτερ, μπλοκ ζωγραφικής, όπου άφηνε την φαντασία της αποτύπωμα. Ζωγράφιζε τους γονείς της, την ίδια, τις νοσοκόμες που την φρόντιζαν, τον Άγιο Βασίλη, τάρανδους, χριστουγεννιάτικα δέντρα και αστέρια. Άπειρα από αυτά, με το πιο έντονο κίτρινο. Τα λάτρευε. Ο μπαμπάς της, είχε κολλήσει φωτεινά αστέρια στον τοίχο στο προσκέφαλο του κρεβατιού, έπαιρναν φως την ημέρα και έλαμπαν τη νύχτα. Φώτιζαν τους φόβους της, τους πόνους, την αγωνία της.
Το να είσαι σε μια παιδιατρική πτέρυγα νοσοκομείου, είναι το πιο βαρύ φορτίο για τους γονείς. Αναρωτιέσαι γιατί να υπάρχει τόσος πόνος σε αυτά τα μικρά σωματάκια, σε αυτές τις γλυκές ψυχούλες και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Είσαι ανίσχυρος κι αυτό σε διαλύει. Κανένα παιδί δε θα έπρεπε να περνάει Χριστούγεννα μέσα σε νοσοκομείο.
Είχε σκοτεινιάσει έξω και η Ματίνα αν και πονούσε, ζωγράφιζε τα αγαπημένα της αστέρια, όταν ακούστηκε ένα δυνατό, χαρούμενο “Χο Χο Χο Χο” και μπροστά της εμφανίστηκε ένας ψηλός, με άσπρη γενειάδα Άγιος Βασίλης, με ένα τεράστιο κόκκινο σακίδιο γεμάτο δώρα και ένα καλάθι γεμάτο, ίδια με τα αστέρια που είχε πάνω από το μαξιλάρι της. “Έμαθα πως είσαι το πιο υπάκουο, καλό και γενναίο κορίτσι του κόσμου, γι’ αυτό, θα είσαι η βοηθός μου! Πάμε να μοιράσουμε δώρα και αστέρια;”. Τα ματάκια της Ματίνας λαμπύρισαν σαν τα αστέρια της. Την έβαλε σε ένα καροτσάκι να καθίσει, σκουφάκι και αυτιά ξωτικού, ένα cd player με χριστουγεννιάτικα τραγούδια και γύριζαν μαζί τους θαλάμους. Πόσα χαρούμενα προσωπάκια, που για λίγο, έδιωξαν τον πόνο, άνοιξαν δώρα, γέμισαν την χούφτα τους με φωτεινά αστέρια, ξορκίζοντας το φόβο, γεμίζοντας φως και ζεστασιά την καρδούλα τους. Οι γονείς, κοιτούσαν με ευγνωμοσύνη τον Άγιο Βασίλη και την μικρή ξωτικούλα βοηθό.
Η Ματίνα βγήκε νικήτρια από το νοσοκομείο, αρκετό καιρό μετά. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, συνόδευε τον μπαμπά της, ως Άη Βασίλη, και μοίραζαν δώρα και αστέρια στα παιδιά που περνούσαν τις γιορτές εκεί μέσα. Ποτέ της δεν σταμάτησε να μοιράζει αγάπη. Ποτέ δεν έσβησε μέσα της η λάμψη των αστεριών. Πάντα είχε μια χούφτα να προσφέρει, να φωτίσει τα σκοτάδια γύρω της.
Χρυσούλα Καμτσίκη
