«Καλή Χρονιά μαμά!»
«Καλή Χρονιά τζιέρι μου! Να είσαι πάντα ευτυχισμένη και υγιής και με το καλό…»
«Ξέρω…Ένα παιδάκι! Καλή χρονιά μπαμπά!»
«Καλή χρονιά ψυχή μου! Ρε Αλέκα δώσε μου το κινητό να την δω και εγώ λίγο. Μα πού είσαι; Στο νοσοκομείο;»
«Ναι! Τελείωσα τη βάρδιά μου!»
«Πρωτοχρονιάτικα βρε πουλάκι μου;»
«Και τι να έκανα σπίτι μόνη μου;!»
«Χαρούλα μου, δεν πρέπει να σε παίρνει από κάτω. Έτσι είναι τα πράγματα!»
«Μωρέ μαμά, λες να μην το ξέρω; Αλλά εντάξει…»
«Κάνε υπομονή, Χαρούλα μου!»
«Κάνω! Εσείς πώς περνάτε;»
«Είναι πολύ ωραία! Έχει πολύ κρύο και χιονίζει. Η μάνα σου και η Πόπη πήραν κάτι γούνινα καπέλα και τα φοράνε συνέχεια. Έγώ και ο Λάζαρος πίνουμε βότκες συνέχεια!»
«Ρε μπαμπά! Ήμαρτον! Είναι εκεί μαζί σας να τους ευχηθώ;»
«Ναι! Περίμενε! Αλέκα! Φώναξε την Πόπη και τον Λάζαρο που τους θέλει η Χαρά!».
Η Χαρά, παρά την κούρασή της από τις διπλοβάρδιες στο νοσοκομείο και τη θλίψη στα μάτια της, είχε ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά όποτε μιλούσε με τους δικούς της.
«Χαρά μου! Καλή Χρονιά και ευτυχισμένη!»
«Καλή χρόνια και σε εσάς κυρία Πόπη! Καλή χρόνια κύριε Λάζαρε! Πώς είστε;»
«Είναι πολύ όμορφα! Σας ευχαριστούμε τόσο πολύ για αυτό το ταξίδι!»
«Χαρά μας κύρια Πόπη! Το καλύτερο για τους γονείς μας!»
«Εύχομαι σύντομα καρδιά μου, να πάτε οι δυο σας ένα ταξίδι! Και ακόμα πιο σύντομα να πάτε τρεις!»
«Μακάρι κυρία Πόπη μου! Του μιλήσατε; Είναι Πρωτοχρονιά και έχει δικαίωμα για μια κλήση μόνο!»
«Ναι! Μας πήρε με κάμερα! Είναι καλά και μου είπε να σου πω ότι του λείπεις και ότι σ’ αγαπάει πολύ!».
Η Χαρά σκούπισε φευγαλέα ένα δάκρυ που έκανε την εμφάνισή του.
«Και εγώ τον αγαπάω και μου λείπει! Να του το πείτε όταν μιλήσετε!».
«Εντάξει κορίτσι μου!»
«Να προσέχετε!»
Έκλεισε το κινητό και ακούμπησε πάνω στο γραφείο. Δεν άκουσε ποτέ την πόρτα να ανοίγει…
«Και γιατί δεν μου το λες η ίδια;».
Η φωνή του Πέτρου ήχησε στα αυτιά της σαν χριστουγεννιάτικη μελωδία και δάκρυα γέμισαν τα μάτια της. Ο Πέτρος. Ο άντρας της. Ο καπετάνιος της. Μπροστά της μετά από τόσους μήνες! Σηκώθηκε αστραπιαία και χώθηκε στην αγκαλιά του.
«Καλή χρονιά, αγάπη μου! Συγγνώμη που δεν πρόλαβα την αλλαγή του χρόνου!», της είπε και τη φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού.
«Δεν πειράζει! Μου φτάνει που είσαι εδώ! Καλή χρονιά, καρδιά μου!».
Σήκωσε το κεφάλι της, τύλιξε τα χέρια της γύρω του και τον φίλησε παθιασμένα.
«Άσε τα φιλιά και πες μου τι είπες στη μαμά μου να μου πει… Επίσης, εξαιρετική ιδέα να τους κάνουμε δώρο το ταξίδι!»
«Ότι σ’ αγαπάω και ότι μου λείπεις! Αυτό είπα!».
Τη φίλησε ο Πέτρος αυτή τη φορά.
«Μπορούμε τώρα να αφήσουμε τη γιατρό Χαρά εδώ και να πάρω τη γυναίκα μου τη Χαρά και να πάμε σπίτι;»
Η Χαρά τον κοίταξε στα μάτια.
«Ο καπετάνιος Πέτρος;»
«Ο καπετάνιος Πέτρος, ψυχή μου, θα ξεκουραστεί λιγάκι. Ο άντρας σου ο Πέτρος όμως πεινάει και θέλει να πάει σπίτι να γιορτάσει την Πρωτοχρονιά μαζί σου. Πάμε;»
«Φύγαμε!».
Κατερίνα Μοχράνη
