Χαμένη…

Χαμένη στον δικό της αβάσταχτο ρομαντισμό, εκείνον που έχει πια στριμωχτεί ανάμεσα στις υποχρεώσεις και στη ρουτίνα. Χαμένη στη δίνη της καθημερινότητας, στα χιλιάδες “πρέπει” που την ακολουθούν από το πρωί μέχρι το βράδυ. Γυναίκα. Σύζυγος. Μάνα. Φίλη. Αδερφή. Κόρη. Επαγγελματίας. Όλα μαζί. Σαν μια ορχήστρα που πρέπει να παίζει άψογα χωρίς διάλειμμα, αλλά εκείνη είναι και μαέστρος και μουσικός, ταυτόχρονα.

Το ξυπνητήρι χτυπάει στις 6:30. Ξυπνάει απότομα, χωρίς καν να έχει καταλάβει αν κοιμήθηκε αρκετά. Ήταν η ώρα που έπρεπε να σηκωθεί ή χτύπησε το ρολόι πιο νωρίς; Τεντώνεται ελαφρώς και κοιτάζει το ταβάνι.
“Ξύπνα, ώρα για μάχη!” λέει στον εαυτό της.

Ανοίγει το παράθυρο. Η δροσιά του πρωινού τη χτυπά στο πρόσωπο, σαν μια μικρή υπενθύμιση ότι ο χρόνος δεν σταματά.
“Παιδιά, ξυπνάτε! Σηκωθείτε, θα αργήσουμε!” φωνάζει από την πόρτα του δωματίου τους.
“Πέντε λεπτά ακόμα, μαμά…”
“Δεν έχουμε πέντε λεπτά! Πάμε, σήκω, ντύσου, πλύνε δόντια!”

Πηγαίνει στην κουζίνα και βάζει νερό για καφέ. Ίσα που προλαβαίνει μια γουλιά. Ντύνεται βιαστικά, αλλά ο χρόνος την πιέζει. Κοιτάζει τον καθρέφτη για μια στιγμή.
“Σήμερα έχεις το meeting. Μη μείνεις άβαφη.”
Δεν έχει χρόνο. Παίρνει το νεσεσέρ της και το πετάει στην τσάντα της.

Μαζεύει τις σχολικές τσάντες, ταπεράκια, μπουκάλια νερού, και αρχίζει να φορτώνει το αυτοκίνητο.
“Μαμά, ξέχασα το βιβλίο της γεωγραφίας!”
“Γρήγορα! Τρέχα να το πάρεις! Θα χάσουμε το πρώτο κουδούνι.”

Η διαδρομή είναι γεμάτη φωνές.
“Μαμά, ο αδερφός μου μου πήρε το μολύβι!”
“Δώσ’ το της πίσω! Φτάνει, δεν έχουμε χρόνο για καβγάδες!”
Στα φανάρια, κοιτάζεται ξανά στον καθρέφτη του αυτοκινήτου. Οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια της είναι πιο έντονοι από ποτέ. “Θα τα προλάβεις όλα,” ψιθυρίζει στον εαυτό της.

Φτάνει στη δουλειά με την ψυχή στο στόμα. Το meeting είναι σε 15 λεπτά. Τρέχει στο μπάνιο, βγάζει το νεσεσέρ και βάφεται στα γρήγορα.
“Πάλι στα κλεφτά; Δεν προλαβαίνεις ούτε να βαφτείς σπίτι;” τη ρωτάει μια συνάδελφος.
“Δεν προλαβαίνω τίποτα!” της απαντάει. “Αλλά το meeting πρέπει να βγει τέλειο.”

Οι ώρες στο γραφείο κυλούν σαν άνεμος. Λύνει προβλήματα, απαντά σε email, δίνει εντολές, ακούει, μιλάει. Πρέπει να είναι έξυπνη, δυναμική, δημιουργική, ευγενική. Στις 5:30, κλείνει τον υπολογιστή. Άλλη μια μέρα ολοκληρώθηκε.

Στην επιστροφή, η κίνηση την υποδέχεται ξανά. Πρέπει να πάρει τα παιδιά από το σχολείο. Στα πίσω καθίσματα, οι φωνές συνεχίζονται.
“Μαμά, θέλω να μου πάρεις μια σοκολάτα!”
“Δεν έχουμε χρόνο για στάσεις. Σου είπα, μετά το σπίτι.”
“Μαμά, βαριέμαι…”
“Ας παίξουμε ‘ποιος θα μιλήσει λιγότερο’, παιδιά!” προσπαθεί να τα κάνει να σωπάσουν.

Αρχίζει το δρομολόγιο για τις δραστηριότητες. Η μεγάλη έχει μπαλέτο, ο μικρός ποδόσφαιρο. Περιμένει στο αυτοκίνητο να τελειώσουν, με ένα κρύο καφέ στο χέρι. Το κινητό της χτυπάει.
“Πού είσαι κορίτσι μου; Πώς είσαι;”
“Στο αυτοκίνητο, μαμά. Πουθενά δεν είμαι…” απαντάει.
“Μην τρέχεις τόσο. Πάρε μια ανάσα.”
Δεν απαντά. Πώς να εξηγήσει πως δεν έχει χρόνο ούτε για μια ανάσα;

Στο σπίτι μπαίνει φορτωμένη με ψώνια, σχολικές τσάντες, ταπεράκια.
“Μαμά, πεινάω!”
“Περίμενε λίγο να τακτοποιήσω τις σακούλες!”
Ο σύζυγος εμφανίζεται στην πόρτα.
“Τι ακαταστασία είναι πάλι αυτή; Το σπίτι είναι άνω-κάτω!”
“Δεν προλαβαίνω! Κάνω ό,τι μπορώ!”
“Και τι θα φάμε απόψε;”
“Πίτσα κατεψυγμένη. Αυτό θα φάμε!”

Η μητέρα της παίρνει τηλέφωνο.
“Τι μαγείρεψες σήμερα; Πίτσα; Μα, παιδί μου, δεν είναι υγιεινά αυτά. Πώς θα μεγαλώσουν σωστά τα παιδιά σου έτσι;”
Οι τύψεις της θεριεύουν. Μήπως είναι κακή μητέρα;

Κάνει τον καφέ του συζύγου. Βάζει δημητριακά και γάλα στα παιδιά για να τους κόψει την πείνα. Μαζεύει τα ρούχα από το σαλόνι και τα πετά σε μια καρέκλα στο υπνοδωμάτιο. Το ρολόι δείχνει 9:00. Τα παιδιά πρέπει να κάνουν μπάνιο και να κοιμηθούν. Εκείνη, σαν καπετάνιος σε καταιγίδα, δίνει τις τελευταίες εντολές της ημέρας.

Μόλις τα βάλει για ύπνο, επιστρέφει στην κουζίνα. Φτιάχνει τα ταπεράκια της επόμενης μέρας, ελέγχει τις τσάντες τους. Ξαφνικά νιώθει το βάρος της κούρασης να πέφτει πάνω της.

Ξαπλώνει δίπλα στον σύζυγό της. Εκείνος την αγκαλιάζει.
“Είσαι καλά;” τη ρωτάει.
“Ναι…” απαντάει αχνά, αν και ξέρει πως δεν είναι.
“Ευχαριστώ για όλα όσα κάνεις” της λέει.
Δεν απαντά. Τα μάτια της κλείνουν, και το μόνο που σκέφτεται είναι:
“Αύριο πάλι…”

Παναγιώτα Τσάμπρα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading