Στη Σκιά της Σμύρνης – Μέρος 1ο

Σμύρνη 1910.
Έρχεται στη ζωή το τρίτο παιδί της οικογένειας Θεόδωρου και Όλγας Ευφραίμογλου. Ένα παχουλό, ροδαλό και κατάξανθο κοριτσάκι.
– Να σας ζήσει!, είπε η μαμή, και να ‘στε καλά και γεροί να του ετοιμάσετε την προίκα του.
-Αργυρή θα την ονομάσουμε!, είπε ο πατέρας, λάμποντας από χαρά.

Θόδωρος
Ο Θόδωρος ήταν γόνος εύπορης οικογένειας της Σμύρνης. Η οικογένειά του κατοικούσε στην Πούντα. Η Πούντα, η αριστοκρατική καρδιά της Σμύρνης, έλαμπε σαν το διαμάντι του Αιγαίου, ένας κόσμος γεμάτος αίγλη, που το παρελθόν και το μέλλον έσμιγαν σε μια πολυπολιτισμική συμφωνία. Στους φαρδείς δρόμους της, τους στρωμένους με λείες πέτρες, η καθημερινότητα έμοιαζε με μια αέναη παρέλαση κομψότητας. Οι προσόψεις των μεγάλων εμπορικών και τραπεζικών κτιρίων με τις ψηλές κολόνες και τα περίτεχνα αετώματα, μαρτυρούσαν την επιτυχία της ελληνικής κοινότητας, που άνθιζε κάτω από τον ήλιο της Μικράς Ασίας.

Το λιμάνι της Πούντας έσφυζε από ζωή. Φορτηγά και καροτσάκια πήγαιναν κι έρχονταν, γεμάτα εμπορεύματα από όλο τον κόσμο – βαμβάκι, σταφίδες, σύκα και καπνό. Οι φωνές των λιμενεργατών ενώνονταν με τον ήχο των καραβιών που σφύριζαν. Ο άνεμος έφερνε μυρωδιές από την αρμύρα της θάλασσας και τα μπαχαρικά της Ανατολής, που ανακατεύονταν με την πλούσια ευωδιά του ελληνικού καφέ που σιγόβραζε στα καφενεία της περιοχής.

Οι κάτοικοι της Πούντας, κυρίως Έλληνες μεγαλέμποροι, τραπεζίτες και διανοούμενοι, κινούνταν με μια αβίαστη αυτοπεποίθηση. Οι άντρες φορούσαν καλοραμμένα κοστούμια, ενώ οι γυναίκες, με καπέλα και δαντελωτές ομπρέλες, περπατούσαν στα πεζοδρόμια σαν να έπαιζαν ρόλους σε μια κοσμοπολίτικη θεατρική σκηνή. Τα σπίτια τους ήταν επιβλητικά αρχοντικά, με μεγάλες αυλές γεμάτες τριανταφυλλιές και γιασεμιά, που τη νύχτα μοσχοβολούσαν κάτω από το φως του φεγγαριού. Το απόγευμα, οι δρόμοι της Πούντας μετατρέπονταν σε πασαρέλα. Οι κάτοικοι μαζεύονταν στα καφέ και τα ζαχαροπλαστεία, όπως στο περίφημο «Καφέ Μαζλίμ», για να πιουν τσάι ή να απολαύσουν σιροπιαστά γλυκά και παγωτά. Συζητούσαν για πολιτική, εμπόριο ή τις τελευταίες ειδήσεις από την Αθήνα και την Ευρώπη. Μια ορχήστρα έπαιζε ελαφριά μουσική, και ο απόηχος του πιάνου έφτανε ως τη θάλασσα.

Η Πούντα τη νύχτα ήταν ένας άλλος κόσμος, γεμάτος φώτα και μουσική. Τα καμπαρέ και τα θέατρα φιλοξενούσαν παραστάσεις, ενώ στις κοσμικές λέσχες οι εύποροι κάτοικοι έπαιζαν χαρτιά ή συζητούσαν για τις δουλειές τους. Οι δρόμοι γέμιζαν με τα φώτα από τα αέρινα φανάρια, που τρεμόσβηναν σαν να χόρευαν στον ρυθμό του ανέμου.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον μεγάλωσε ο Θόδωρος, γόνος πλούσιας οικογένειας τραπεζιτών, της οικογένειας Ευφραίμογλου, που όμως έχασε κάθε επαφή μαζί τους, όταν αποφάσισε να παντρευτεί την Όλγα με τα πλούσια ξανθά μαλλιά, τα όμορφα πράσινα μάτια και το ελαφίσιο παράστημα. Μα και ο Θόδωρος λεβέντης ήταν με μάτια λαμπερά. Ψηλός, γεροδεμένος με ένα όμορφο μουστάκι να στολίζει το μελαχρινό του πρόσωπο.

Ο Θόδωρος ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειάς του. Είχε ακόμα δυο αδερφούς και δύο αδερφές. Μόλις τελείωσε το σχολείο τον έστειλαν στο Παρίσι. Σπούδαζε οικονομικά. Εδώ που τα λέμε, έτσι νόμιζαν οι δικοί του. Στο Παρίσι ο Θόδωρος ασχολήθηκε με τη μουσική και το θέατρο. Όταν το έμαθε ο πατέρας του, τού έστειλε τελεσίγραφο ή ότι θα συνέχιζε τις σπουδές του ή ότι θα του έκοβε τη μηνιαία πίστωση και θα τον γύρναγε πίσω στη Σμύρνη. Ο Θόδωρος υποσχέθηκε ότι θα συνέχιζε κανονικά τις σπουδές του, πράγμα και το οποίο έκανε, χωρίς ωστόσο να σταματήσει να ασχολείται με όσα αγαπούσε.

Στο Παρίσι ερωτεύτηκε μια χορεύτρια και μαζί της ένιωσε για πρώτη φορά τον έρωτα. Δυστυχώς η κοπέλα αρρώστησε από τη μάστιγα της εποχής, τη φυματίωση, και γρήγορα πέθανε. Διαλυμένος σε χίλια κομμάτια ο Θόδωρος από την απώλεια του έρωτά του, το ‘ριξε στο ποτό. Φίλοι έπεσαν πάνω του να του παρασταθούν και να τον συνεφέρουν, όμως η μοίρα του επιφύλασσε και νέο χτύπημα. Ο μεγάλος του αδερφός πίσω στη Σμύρνη πέθανε ξαφνικά. Καρδιά είπαν. Ο πατέρας του κατέρρευσε, η οικογένεια βυθίστηκε στο πένθος. Ο Θόδωρος έπρεπε να επιστρέψει στη Σμύρνη, να τους στηρίξει και να πάρει και αυτός στήριξη. Θα πήγαινε μέχρις ότου περνούσε ο μεγάλος πόνος. Τότε δεν ήξερε ότι στο Παρίσι δε θα ξαναπήγαινε ποτέ.

Γυρνώντας στο πατρικό του, βρήκε μια μάνα και έναν πατέρα διαλυμένους από τον πόνο, τις αδερφές τους να θρηνούν, κυρίως γιατί ο αδερφός τους είχε αναλάβει να τις καλοπαντρέψει και με το θάνατό του πήγαιναν όλα πίσω και τον αδερφό του, τον μικρότερο, τον κακομαθημένο, να αδιαφορεί για όλα και να συνεχίζει ακάθεκτος τις επισκέψεις του στις χαρτοπαικτικές λέσχες και τα φημισμένα μπορντέλα της πόλης. Μόνο ο τζόγος τον ενδιέφερε τον μικρό και πώς θα τους ξεφορτωθεί όλους, για να βάλει στο χέρι όλη την περιουσία.

Εκείνο το διάστημα, οι κυρίες του σπιτιού είχαν προσλάβει μια μοδιστρούλα, την Όλγα, που τους έραβε τις μαύρες οργαντίνες και δαντέλες. Ο Θόδωρος την πρωτοείδε σκυμμένη να μετράει, να κόβει και να ράβει. Τη χαιρέτισε και εκείνη ίσα που σήκωσε τα μάτια για μια στιγμή, ανταπέδωσε τον χαιρετισμό και ύστερα ξανάσκυψε απορροφημένη στο έργο της. Τα νεανικά της χεράκια ήταν χιλιοτρυπημένα, αλλά είχε ανάγκη τα λεφτά. Τα μάτια τον μάγεψαν. Εκείνη τη στιγμή το αποφάσισε. Θα την έκανε γυναίκα του.

Όλγα
Η Όλγα προερχόταν από έναν τελείως διαφορετικό κόσμο από αυτόν του Θόδωρου. Η οικογένειά της ήταν φτωχή. Έμεναν στον Νέο Μαχαλά της Σμύρνης. Ο Νέος Μαχαλάς απλωνόταν στις παρυφές της Σμύρνης, μια γειτονιά που έμοιαζε να ανασαίνει τον ίδιο τον ιδρώτα των ανθρώπων της. Τα στενά σοκάκια της ήταν γεμάτα με μικρά, ασβεστωμένα σπίτια, στοιχισμένα το ένα δίπλα στο άλλο σαν να κρατιόντουσαν από φόβο μην καταρρεύσουν.

Κάθε αυλή είχε τη δική της ιστορία, μια μικρή όαση γεμάτη γλάστρες με βασιλικό, γεράνια και γιασεμί, που έμοιαζε ότι προσπαθούσαν να καλύψουν τη μυρωδιά της υγρασίας και των μαγειρεμάτων. Τα παιδιά έπαιζαν στις αλάνες, ξυπόλητα. Οι φωνές τους αντηχούσαν μέσα από τους χαμηλούς τοίχους και ενώνονταν με τους χτύπους των σφυριών από τα σιδεράδικα. Οι άντρες δούλευαν στο λιμάνι, κουβαλώντας τσουβάλια καπνού ή ξεφορτώνοντας σάκους με σιτάρι από τα καΐκια, ενώ οι γυναίκες καθόντουσαν στα κατώφλια των σπιτιών, πλέκοντας και κουβεντιάζοντας για το ψωμί που ίσα-ίσα έβγαινε για την ημέρα.

Η ζωή στον Νέο Μαχαλά ήταν σκληρή, αλλά υπήρχε ζωντάνια. Τα πρωινά ξημέρωναν με τις φωνές των μανάβηδων που διαλαλούσαν τα φρέσκα προϊόντα τους: «Ντομάτες, ζουμερές ντομάτες!». Οι μυρωδιές από τις τηγανιές των σπιτιών ανακατεύονταν με εκείνες από τα ψαροκάικα, που επέστρεφαν στο λιμάνι. Όλοι μοιράζονταν τα πάντα, την πείνα, τη χαρά, τον πόνο. Η αλληλεγγύη ήταν ο νόμος του μαχαλά.

Τα απογεύματα, οι άντρες μαζεύονταν στο καφενείο του κυρ-Ανέστη. Έπιναν ρακί, κάπνιζαν καπνό από τα χωράφια της Μικράς Ασίας και μιλούσαν για τα όνειρα που τους κρατούσαν ξάγρυπνους, για τη θάλασσα που αγαπούσαν, αλλά και φοβόντουσαν, για τα χωριά που άφησαν πίσω, για τη Σμύρνη που ήταν τα πάντα γι’ αυτούς. Και τα βράδια, όταν ο ήλιος έδυε πίσω από τον κόλπο, η γειτονιά φωτιζόταν με τα κίτρινα φανάρια που τρεμόπαιζαν σαν μικρές ελπίδες. Οι γυναίκες μάζευαν τα παιδιά από τις αλάνες, τα τραβούσαν μέσα στα σπίτια και τους έλεγαν ιστορίες για την Ελλάδα που ήταν μακριά, αλλά τόσο κοντά στις καρδιές τους. Το τραγούδι από τα γραμμόφωνα γέμιζε τον αέρα, ανακατεύοντας το ρεμπέτικο με τον ήχο της ανατολής, ενώ οι άντρες τραβούσαν το ζεϊμπέκικο κάτω από τον έναστρο ουρανό.

Στον Νέο Μαχαλά της Σμύρνης, η ζωή ήταν μια διαρκής πάλη, μα και μια γιορτή. Οι άνθρωποι ζούσαν με λίγα, αλλά αυτά τα λίγα ήταν γεμάτα καρδιά. Γιατί εδώ, κάθε γωνιά ήταν ποτισμένη με ιδρώτα, δάκρυα και τραγούδια, κι αυτά τα τραγούδια κρατούσαν τη φλόγα αναμμένη, ακόμα κι όταν όλα γύρω έσβηναν.

Ο πατέρας της Όλγας, άνθρωπος του μεροκάματου, που φρόντιζε να το πίνει αδιαφορώντας για την οικογένεια του. Η μάνα της μια στριμμένη γυναίκα, κακιά, που ασχολείτο με γητειές και μαντζούνια. Η Όλγα είχε άλλη μία αδερφή, που είχε χάσει την όρασή της από το ένα μάτι από το ξύλο που μια μέρα της είχε ρίξει η μάνα της και δύο αδερφούς, κακούς με μαύρη ψυχή σαν της μάνας τους.

Αν και μαύρες ψυχές και οι δυο ήταν εύμορφοι άντρες, στοιχείο που χρησιμοποίησαν, για να κάνουν καλούς οικονομικά γάμους. Ο μεγαλύτερος, ο Παναγιώτης, παντρεύτηκε μια γυναίκα αρκετά μεγαλύτερή του, κακοσχηματισμένη, με μοχθηρό βλέμμα, βαθουλωτά μάτια και κακιά ψυχή. Η στριγκλιά της η ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της και η έλλειψη φυσικής ομορφιάς, δεν της άφησαν περιθώριο επιλογής γαμπρού, αν και προερχόταν από εύπορη οικογένεια και είχε καλή προίκα. Είχε ήδη κάνει δύο αρραβώνες και η φήμη της κακίας της προηγείτο του ονόματός της. Ταίριαξε με τον Παναγιώτη. Μαύρες ψυχές και οι δυο. Έκαναν και τρία παιδιά. Δύστυχα. Κακοί γονείς σε όλα τα επίπεδα.

Ο άλλος, ο μικρότερος αδερφός, ο Στέργιος, παντρεύτηκε μια καλή κοπέλα, την οποία ξεγέλασε. Η οικογένειά της δεν ήταν πλούσια, αλλά της είχε εξασφαλίσει μια καλή προίκα, την οποία ο λεγάμενος την έφαγε μέχρι και την τελευταία πεντάρα. Τεμπέλης καθώς ήταν, δεν άργησε να της απαιτεί χρήματα, που η γυναίκα δεν είχε να δώσει. Απέκτησαν ένα αγοράκι, όμως το ξύλο, οι φωνές και οι βρισιές ήταν η καθημερινότητά της. Τα δεινά της όμως έμελλε να χειροτερέψουν. Μια μέρα της μήνυσε να πάει να τον συναντήσει στον καφενέ, που σύχναζε. Είχε κανονίσει το κτήνος να τη δείξει στον χειρότερο άνθρωπο της συνοικίας, τον «Σουγιά», όπως τον αποκαλούσαν. Μπλεγμένος με όλο τον υπόκοσμο της Σμύρνης, πούλαγε χασίς, εμπορευόταν γυναίκες και με το παραμικρό έβγαζε μαχαίρι και προκαλούσε καβγάδες. Μόλις το κορίτσι έφτασε στον καφενέ άστραψε το μάτι του Σουγιά, που γέλασε σαρδόνια, έτριψε τα χέρια και είπε στον Στέργιο, “Πρώτος θα το δοκιμάσω…. Η δουλειά έκλεισε!”. Έδωσαν τα χέρια και την ίδια μέρα ο Σουγιάς έδωσε λεφτά στον Στέργιο για να ράψει η γυναίκα του δυο τρία καινούρια φουστάνια. Η κοπέλα, όταν άκουσε για φορέματα, είπε όχι. “Δεν έχουμε χρήματα για τέτοια!”, του είπε, “Ας πάρουμε κάτι για το παιδί…”. Ένα βαρύ χτύπημα στο κεφάλι, ένα βουητό στο αυτί και μια μύτη που αιμορραγούσε την έκαναν να σωπάσει. Το επόμενο βράδυ ο Στέργιος την πήγε στο σπίτι του Σουγιά, ο οποίος τη βίασε μπροστά στο Στέργιο, ο οποίος γελούσε και έλεγε, “Θα σε τσακίσω πουtaνάki, που κάνεις και τη δύσκολη. Παλιοβρώμα, σε μένα μωρή και αστεφάνωτη καθόσουν. Σκάσε, μη στο βουλώσω εγώ. Δώσ’ της να καταλάβει Σουγιά…”. Μετά τον πρώτο αυτόν βιασμό ακολούθησε και άλλος από ένα εξηνταπεντάρη, που κάθε απωθημένη ανωμαλία την έβγαλε πάνω στο κορίτσι. Έμεινε η δόλια ξεμαλλιασμένη, πονεμένη και τρομοκρατημένη. Από εκείνη τη μέρα βιαζόταν καθημερινά. Μάλιστα κάποια στιγμή ένας από τους πελάτες της φέρθηκε τόσο απάνθρωπα, που κόντεψε να πεθάνει από αιμορραγία. Τότε, ο Στέργιος, του είχε πει ότι αν της χαλάσει το εργαλείο, θα τον σκοτώσει, γιατί με αυτό το εργαλείο βγάζουν το ψωμί τους. Όταν έκανε να διαμαρτυρηθεί και το τέρας ο σύζυγός της και το κτήνος, ο Σουγιάς, τη σακάτευαν από το ξύλο. “Δε μας νοιάζεις εσύ!” της φώναζαν, “ένα μέρος του σώματός σου θέλουμε να διατηρήσουμε!” και γελούσαν οι ξεδιάντροποι. Πόσο χυδαίοι και σιχαμεροί άνθρωποι ήταν…

Είχε γίνει πλέον σκιά του εαυτού της. Η γειτονιά τη συμπονούσε, μα ποιος να τα έβαζε με τα τέρατα; Αλλά έχει ο καιρός γυρίσματα. Ένα πρωινό ο Στέργιος της ανακοίνωσε ότι εκείνη την ημέρα τρεις φίλοι του Σουγιά την ήθελαν ταυτόχρονα και κίνησε κατά την πόρτα, για να φύγει. Τότε, καθώς γύρισε να την κοιτάξει ειρωνικά, παρατήρησε το μίσος στο βλέμμα της και φυσικά πισωγύρισε, για να την τσακίσει για πολλοστή φορά. Εκείνη έβγαλε μια κραυγή που όμοιά της δεν είχε ξαναβγάλει. Οι γείτονες έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει και βρήκαν την πόρτα ανοιχτή. Μπήκαν να βοηθήσουν το κορίτσι. Τη βρήκαν να κάθεται ατάραχη στη κουζίνα και εκείνον πεσμένο στο πάτωμα σε μια λίμνη αίματος. Ουρλιαχτά φρίκης ακούστηκαν. “Τι συνέβη;” ρωτούσαν. Και εκείνη επαναλάμβανε “λυπήσου με…”. Γρήγορα διαδόθηκε ότι κάποιος μπήκε στο σπίτι και ξέκανε το τέρας, γιατί ως γνωστόν, όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες. Όλοι ήξεραν τι είχε συμβεί, μα όλοι τον μισούσαν και πίσω από τις κλειστές πόρτες έλεγαν, “Καλά να πάθει! Γλίτωσε το κορίτσι!”.

Θόδωρος και Όλγα
“Σ’ αυτή την παλιό -οικογένεια θες να μπεις κουτεντέ;” Ωρυόταν ο γέρος Ευφραίμογλου. “Να ξέρεις ότι αν την πάρεις, από μένα δεν έχεις να λαμβάνεις τίποτα!”.

Την Όλγα την είχαν διώξει από τη δούλεψή τους, όταν έμαθαν τη σχέση της με τον γιο τους. Εκείνη όμως δεν τους θύμωνε που δεν την ήθελαν. Είχαν δίκιο. Ήταν αμόρφωτη και από παλιό – οικογένεια. Η μάνα της μετά το χαμό του γιού της είχε χειροτερέψει. Καταριόταν όλη μέρα την Όλγα, που την ντρόπιασε και χυδαιολογούσε εναντίον της. Ο Θόδωρος αψήφησε την οικογένειά του και τις απειλές του πατέρα του, στον οποίο έβαζε λόγια και ο άλλος τους γιος. Έβλεπε ως υπέροχη την προοπτική να ξεφορτωθεί από το μοίρασμα της περιουσίας τον μεγάλο του αδερφό.

Την παντρεύτηκε την Όλγα. Τον πρώτο καιρό έμειναν ως παντρεμένοι σε σπίτι στην περιοχή Μπουρνόβα, που του παρεχώρησε ο νονός του μέχρι να τακτοποιηθούν. Ο Θόδωρος γρήγορα βρήκε μια πολύ καλή δουλειά σε τράπεζα και είχε πολύ καλές απολαβές. Με τη βοήθεια του νονού του αγόρασαν δικό του σπίτι, στην Αγία Αικατερίνη.

Η Αγία Αικατερίνη, ήταν μια από τις πιο κομψές συνοικίες της Σμύρνης με ευκατάστατους κατοίκους. Εκεί η ελληνική ψυχή ντυνόταν με τα ρούχα της Ευρώπης. Τα νεοκλασικά σπίτια, με τις συμμετρικές προσόψεις και τα περίτεχνα μπαλκόνια, έστεκαν περήφανα κατά μήκος των ευρύχωρων δρόμων, μαρτυρώντας την ευμάρεια των κατοίκων τους. Εδώ ζούσαν οι έμποροι, οι τραπεζίτες και οι αστοί που είχαν κάνει τη Σμύρνη σημείο αναφοράς του εμπορίου και του πολιτισμού. Η μέρα ξεκινούσε με τον θόρυβο από τις άμαξες που περνούσαν μπροστά από τις πλακόστρωτες λεωφόρους, μεταφέροντας κυρίες με δαντελωτά φορέματα και καπέλα στο κέντρο της πόλης. Οι άντρες, ντυμένοι με προσεγμένα κοστούμια και παπούτσια γυαλισμένα σαν καθρέφτες, κατευθύνονταν στις τράπεζες, στα γραφεία ή στα μεγάλα εμπορικά καταστήματα που άνοιγαν τις πόρτες τους στο λιμάνι.

Τα σπίτια της Αγίας Αικατερίνης ήταν γεμάτα ζωή. Τα σαλόνια τους ήταν στολισμένα με ευρωπαϊκά έπιπλα, περσικά χαλιά και πορσελάνες, αποδεικνύοντας τη βαθιά σύνδεση της Σμύρνης με τον δυτικό κόσμο. Οι οικογένειες συγκεντρώνονταν γύρω από μεγάλα τραπέζια για να απολαύσουν γεύματα που συνδύαζαν τις γεύσεις της Ανατολής με την κομψότητα της Δύσης. Πιλάφια και ντολμάδες σερβιρισμένα δίπλα σε φρέσκα ψάρια και αρωματικά κρασιά από τα ελληνικά νησιά.

Στις πλατείες και τους δρόμους της περιοχής, η κίνηση δεν σταματούσε ποτέ. Τα παιδιά των εύπορων οικογενειών, ντυμένα με λευκές στολές, κατευθύνονταν στα ελληνικά σχολεία, ενώ οι μητέρες τους περπατούσαν αργά, σταματώντας να ανταλλάξουν χαιρετισμούς ή να αγοράσουν φρέσκα λουλούδια από τους πλανόδιους πωλητές.

Ο ήχος από το ρολόι του καμπαναριού της εκκλησίας της Αγίας Αικατερίνης αντηχούσε απαλά, θυμίζοντας την παρουσία της ελληνικής πίστης σε κάθε γωνιά της συνοικίας. Τις Κυριακές, οι δρόμοι γέμιζαν από τον ψαλμό της λειτουργίας, καθώς οι οικογένειες, ντυμένες στα καλά τους, κατευθύνονταν στην εκκλησία. Ήταν η ώρα της γιορτής, μια στιγμή που η κοινότητα έδειχνε την ενότητά της. Μετά τη λειτουργία, οι άντρες συγκεντρώνονταν στα καφενεία για να συζητήσουν τα νέα της αγοράς και της πολιτικής, ενώ οι γυναίκες απολάμβαναν τις βόλτες τους, μιλώντας για τα παιδιά, τα προικιά και τα γλέντια που ετοιμάζονταν.

Το βράδυ η περιοχή έλαμπε σαν μικρό Παρίσι. Τα φώτα από τα κηροπήγια και τους πολυελαίους φώτιζαν τις προσόψεις των αρχοντικών, ενώ οι δρόμοι γέμιζαν από τους ήχους του πιάνου και της φωνής των τραγουδιστών που συνόδευαν τα κοσμικά δείπνα. Στα σαλόνια της συνοικίας, η ευρωπαϊκή μουσική συναντούσε τη ρομαντική μελαγχολία των ελληνικών τραγουδιών, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα μοναδική, γεμάτη ραφινάτη νοσταλγία.

Έπιασαν ένα δίπατο σπίτι με όμορφο κήπο, έναν κήπο πολύχρωμο και ευωδιαστό. Τριανταφυλλιές, γιασεμιά, λεμονιά, κρίνοι και μια μπουκαμβίλια να σκαρφαλώνει στη νυφική κάμαρη, κοσμούσαν το περιβόλι της χαράς αυτών των δύο ανθρώπων. Ήρεμοι και οι δυο και πολύ αγαπημένοι. Ποτέ δεν αντάλλαξαν βαριές κουβέντες. Κάθε πρωί έπιναν μαζί το καφεδάκι τους και έκαναν όνειρα. Το μεσημέρι το σπίτι μοσχοβολούσε από τα καλούδια που μαγείρευε η Όλγα και τα βράδια παραδίνονταν στον έρωτά τους. Τις Κυριακές μετά τη Θεία Λειτουργία έκαναν βόλτα στην προκυμαία απολαμβάνοντας τη θάλασσα και την παρέα φίλων τους.

Όταν η Όλγα γέννησε το τρίτο της κορίτσι, την Αργυρή, στενοχωρήθηκε, που δεν έκανε γιο και το είπε του Θόδωρου. “Αχ βρε Θόδωρέ μου, εσύ μου ‘δωσες τα πάντα και εγώ δεν μπόρεσα να σου χαρίσω έναν γιο…”. Τότε εκείνος την πήρε αγκαλιά, της είπε ότι όλα τα παιδιά είναι ευλογία Θεού κι της ψιθύρισε το τραγούδι τους, «Ίβαλα, ίβαλα ω, πάμε γιαλό γιαλό…».

Τα χρόνια κύλησαν με αγάπη και συντροφικότητα. Τα κορίτσια μεγάλωναν και άνθιζαν. Πήγαιναν σχολείο και το απόγευμα μάθαιναν μουσική και γαλλικά. Όμως η ευτυχία δεν έμελλε να κρατήσει πολύ. Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα άγχωνε τους Σμυρνιούς. Διάφορα άσχημα ακούγονταν και ο Θόδωρος είπε στην Όλγα ότι έπρεπε να φύγουν για τη Γαλλία, για να ζήσουν ήρεμα τα παιδιά. Η Όλγα συμφώνησε.

Ήταν η περίοδος των Χριστουγέννων του 1921 και συγκεκριμένα 29 Ιανουαρίου, όταν η Όλγα, ενώ κεντούσε, άκουσε έναν ήχο από το δωμάτιό της, σαν κάτι να έσπασε. Έτρεξε και είδε πεσμένη στο πάτωμα την εικόνα της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας. Μασίφ ξύλο και είχε κοπεί στα δύο. Σταυροκοπήθηκε. Μόλις ήρθε ο Θόδωρος του το είπε και εκείνος της είπε ότι θα δώσει την εικόνα να την επισκευάσει ένας φίλος του αγιογράφος.

Είδε κάτι περίεργο στα μάτια της Όλγας. Έναν φόβο. “Μην έχεις προλήψεις, Όλγα μου. Θα επισκευάσουμε την εικόνα και όλα καλά”. Η Όλγα προσποιήθηκε ότι ησύχασε, αλλά κάτι την έτρωγε μέσα της.

6 Ιανουαρίου 1922.
Η οικογένεια πήγε στη θεία λειτουργία. Η Όλγα είχε ράψει τρία υπέροχα φορέματα για τα κορίτσια. Στη μεγάλη, την Κλειώ, έραψε ένα λευκό με δαντελένια τελειώματα και με ροζ ζώνη. Στη δεύτερη, τη Δάφνη, έραψε ένα θαλασσί φόρεμα με λευκή ζώνη και μπλε χάντρες στο γιακά και στο τελείωμα τους στριφώματος. Στην τρίτη της, την Αργυρή, έραψε ένα σμαραγδί, που πήγαινε με τα μάτια της, με λευκό γιακαδάκι και φιόγκο από το ίδιο το ύφασμα για τα μαλλιά της. Ξαφνικά ο Θόδωρος δεν ένιωσε καλά και η Όλγα είπε στα κορίτσια να παραμείνουν, γιατί η ίδια θα συνόδευε τον Θόδωρο στο σπίτι και θα επέστρεφε να τις πάρει. Έτσι και έγινε. Όμως, ενώ τελείωσε η λειτουργία και τα κορίτσια περίμεναν πάνω από μία ώρα να έρθει η μητέρα τους να τις πάρει, εκείνη δε φαινόταν πουθενά και αποφάσισαν να γυρίσουν σπίτι μόνες.

Μόλις μπήκαν στο σπίτι, κάτι βαρύ περιπλανιόταν. Φώναξαν τη μάνα και τον πατέρα τους, μα απάντηση δεν πήραν. Έτρεξαν στην κρεβατοκάμαρα των γονιών τους και βρήκαν τη μάνα γονατιστή δίπλα στο κρεβάτι και τον πατέρα να κοιμάται. Έτσι νόμιζαν. Όμως ο πατέρας ήταν νεκρός, όπως τις ενημέρωσε ο γιατρός, που είχε καλέσει η μάνα.

Οδυρμός ξέσπασε, πόνος αβάσταχτος, πόνος πιότερος στην Όλγα. Η οικογένειά του δεν πήγε ούτε στην κηδεία του, ούτε νοιάστηκε για τα ορφανά. Η Όλγα έπρεπε να σταθεί όρθια για τα παιδιά. Μέσα της πλέον υιοθέτησε το μαύρο, όπως και στα ρούχα της. Ώρες στο κοιμητήριο πήγαινε και του μιλούσε. Ο Θόδωρος είχε καλούς φίλους που βοήθησαν την Όλγα και τα παιδιά.

Είχε φτάσει Ιούλιος του 1922 και η Όλγα σκεφτόταν να ανοίξει δικό της μοδιστράδικο. Επί τρεις μέρες συνεχόμενα είχε δει το Θόδωρο να της λέει, “Όλγα, πάρε τα κορίτσια και φύγε μακριά…”. Το πρωί η Όλγα έκλαιγε με λυγμούς και του έλεγε ότι το ταξίδι το σχεδίαζαν μαζί και ότι μόνο του δεν τον αφήνει στη Σμύρνη. “Μαζί σου Θόδωρε, έφυγε η μισή μου καρδιά. Δεν ξέρω πώς άντεξα και αντέχω τόσον πόνο. Εδώ θα μείνω να σε έχω κοντά μου!”. Μακάρι η Όλγα να είχε πιστέψει την αλήθεια του ονείρου και να έφευγε πριν σημειωθούν τα οδυνηρά γεγονότα του ξεριζωμού. Η Όλγα πίστευε ότι με το θάνατο του Θόδωρού της, είχε συμβεί ό,τι χειρότερο μπορούσε να πάθει. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι τα χειρότερα έρχονταν…

Φωτεινή Νικολοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Στη Σκιά της Σμύρνης – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading