Η Στεφανία, από μωρό μάγευε με την ομορφιά της. Η μαμά της, η Κατερίνα, που είχε το χρήμα σε μεγάλη υπόληψη και θα έκανε τα πάντα για να το έχει σε περίσσεια και μάλιστα χωρίς να μοχθήσει, την έσερνε μαζί της, σαν έκθεμα. Έψαχνε παντού, να την βάλει σε διαφημίσεις, σε φωτογραφήσεις. Πριν καν κλείσει τον πρώτο χρόνο ζωής της, μετρούσε στο ενεργητικό της τρεις διαφημίσεις. Μία για πάμπερς, μία για βρεφικό γάλα και μία για σαμπουάν. Αργότερα, παιδάκι πια, φωτογραφήσεις σε περιοδικά, για παιδικά ρούχα και παπούτσια.
Είχε βρει τον τρόπο να κερδίζει χρήματα και τίποτα δεν θα την σταματούσε. Της απαγόρευε να τρώει ό,τι ήθελε, για να προσέχει το σώμα της, την ζύγιζε καθημερινά, δεν περιείχε κανένα γλυκό η διατροφή της κι ας λαχταρούσε σαν παιδί η Στεφανία. Δεν της επέτρεπε να συμμετέχει στα παιδικά πάρτι των συμμαθητών της με την δικαιολογία του μπουφέ και με το ότι, εκείνη ήταν διάσημη πια, δεν χρειαζόταν κανέναν τους, έπρεπε να είναι προσηλωμένη στο στόχο της. Έτσι τον βάφτισε, της το καλλιεργούσε από μια σταλιά κοριτσάκι, ότι αυτό ήταν που ήθελε, ότι αυτός ήταν ο στόχος ζωής της, να φτάσει όσο πιο ψηλά γινόταν στο χώρο της ομορφιάς. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να μην ανοίγεται, να μην παίζει με τα υπόλοιπα παιδιά, να μην ανήκει σε καμιά παρέα. “Έχεις την ομορφιά σου και την μαμά σου, αρκούν αυτά”, έτσι της έλεγε η Κατερίνα και την αγκάλιαζε, μόνο όταν αντιλαμβανόταν ότι το παιδί της παρέκκλινε της πορείας του. Η αγκαλιά της μόνο τότε άνοιγε, σαν εργαλείο συμφωνίας, σαν όργανο εκτέλεσης συνεργασίας κι όχι σαν καταφύγιο ζεστασιάς. Στο γυμνάσιο, δικαιολογούσε η ίδια τις απουσίες της κόρης της, για να τρέχουν σε πασαρέλες και φωτογραφήσεις. Όταν ανέβαινε στην πασαρέλα η μικρή, δεν έμοιαζε σε τίποτα με ένα δεκατετράχρονο κορίτσι της ηλικίας της. Μεταμορφωνόταν σε θηλυκό, που ήξερε να γεμίζει τον χώρο, να καθηλώνει τα βλέμματα, να μαγνητίζει τους πάντες. Όταν έσβηναν τα φώτα, επέστρεφε το κορίτσι που λαχταρούσε μια αγκαλιά να στριμωχτεί, ποθούσε να νιώσει παιδί, να ανακατευτεί σε παρέες, να γελάσει, να παίξει, να μοιραστεί μυστικά.
Πλούσιο, σγουρό, ξανθό μαλλί, δύο γαλάζια μάτια στο χρώμα του ουρανού, πολύ ψηλή, αδύνατη, καλλίγραμμη, με ένα βάδισμα σα καλπασμό άγριου αλόγου, περήφανου και ελεύθερου, δάμαζε τις πασαρέλες. Οι σχεδιαστές την λάτρευαν, αναδείκνυε τα ρούχα τους με τον πιο ζηλευτό τρόπο. Ένα τόσο νεαρό κορίτσι, σε σύντομο χρονικό διάστημα έγινε περιζήτητο, στο χώρο της μόδας. Το παρουσιαστικό της σε συνδυασμό με το ταλέντο της στις πασαρέλες, την εκτόξευσαν στο μόντελινγκ. Κανείς δεν νοιαζόταν για το πώς ένιωθε, για το ότι ήταν ακόμα ένα μικρό κορίτσι κι ας φαινόταν μεγαλύτερη. Καλά οι ξένοι, γιατί να νοιαστούν, την δουλειά τους έκαναν. Αυτό που την πονούσε ήταν ότι η ίδια της η μαμά, την τραβολογούσε σε όλα αυτά, χωρίς ούτε μια φορά να την ρωτήσει αν ήθελε, αν ήταν καλά. Την είχαν ώρες, στο μακιγιάζ, στους στυλίστες, στους κομμωτές, άλλαζε τα ρούχα, τα στούντιο, τις πρωινές εκπομπές στην τηλεόραση, τότε, που είχαν στήλη με μοντέλα να διαφημίζουν τις νέες κολεξιόν, ήταν το πρόγραμμά της πάντα γεμάτο, το στομάχι της πεινασμένο και η ψυχή της άδεια. Δεν επέλεξε τίποτα από αυτά, η μαμά της, της φόρεσε το κουστούμι των δικών της θέλω, της δικής της ανάγκης για προβολή, του δικού της κυνηγιού του εύκολου χρήματος. Πάνω στην πλάτη και στην εσωτερική της κατάρρευση όμως και χωρίς δισταγμό. Η μαμά της, κοκορευόταν για το δημιούργημά της, για την επιτυχημένη πορεία τους, για το πόσο καλά τα κατάφεραν. Όλα στον πληθυντικό, όλα μοιρασμένα στα δύο, εκτός από τα χρήματα. Εκείνα τα καρπωνόταν μόνη της και δεν έδινε στην Στεφανία τίποτα. Όχι ότι την ένοιαζε. Αρκετή αξία τους έδινε ήδη η μαμά της, δεν χρειαζόταν και την δική της. Εκείνη ήθελε μόνο να την προσέξει, να της πει μια γλυκιά, μητρική κουβέντα κι όχι πόσο σημαντικό είναι για όλους, να κλείνει δουλειές, γιατί είχαν ανάγκη τα λεφτά. Εγκλωβισμένη σε μια χρυσή φυλακή, ένιωθε. Είχε καταφέρει σε αυτή την ηλικία, όσα, κάποιες τα απέκτησαν στο τέλος της καριέρας τους. Όλοι θεωρούσαν ότι ήταν γεννημένη για να γίνει μοντέλο, ότι γεννήθηκε για να λάμπει. Κανείς δεν έβλεπε το σκοτάδι στην ψυχή της. Κανείς, μέχρι τα δεκαεννέα της χρόνια.
Ο Ιορδάνης, ήταν φοιτητής δημοσιογραφίας και γιος εκδότριας ενός πολύ γνωστού περιοδικού. Από την πρώτη στιγμή που την είδε σε φωτογράφηση για το περιοδικό της μητέρας του, τον εντυπωσίασε. Ο ίδιος, δεν είχε αυτό που στον χώρο τους έλεγαν “σε θέλει ο φακός”. Όχι, δεν τον ήθελε. Κοντός, μελαχρινός, με σημάδια ακμής στο δέρμα, μαλλιά αραιωμένα που ήδη προμήνυαν αρχή φαλάκρας, παρά το νεαρό της ηλικίας, γαμψή μύτη, μεγάλο μέτωπο, δεν ήταν εναρμονισμένη η εξωτερική του εμφάνιση, με τον χώρο δράσης του, στο περιοδικό. Είχε όμως αέρα κατακτητή. Δεν τον εμπόδιζε η εμφάνισή του, στο να συνοδεύεται πάντα από ωραίες κοπέλες. Έκατσε αθόρυβα σε μια γωνία και παρακολουθούσε την φωτογράφηση για γνωστή εταιρεία γυαλιών ηλίου. Την θαύμασε, παρατηρούσε την ευκολία στις πόζες, στις οδηγίες του φωτογράφου. Είχε δει παλιότερα τεύχη του περιοδικού, με το μοντέλο σε μικρότερη ηλικία, μα τώρα βρισκόταν μπροστά σε μια γυναίκα σκέτο πειρασμό. Όταν τελείωσαν και η κοπέλα, ετοιμαζόταν να φύγει, την πλησίασε.
– Καλημέρα.
Η Στεφανία τον θυμόταν κι από παλιότερα, να τριγυρνάει στο χώρο.
– Καλημέρα. του απάντησε άκεφα και καθώς απομακρυνόταν, τον άκουσε να της φωνάζει.
– Θα μπορούσα να σε απασχολήσω λίγο;
Η Στεφανία, γύρισε το σώμα της, τον κοίταξε και του είπε:
– Βιάζομαι, έχω ένα ραντεβού.
– Θα ήθελα να κλείσουμε κι εμείς ένα ραντεβού. Είμαι τριτοετής στη δημοσιογραφία και έχω μια εργασία γύρω από τα νέα μοντέλα. Θα ήταν χαρά μου να έχω μια συνέντευξη μαζί σου.
Η Στεφανία, απλά συνέχιζε να τον κοιτάζει, χωρίς καν να μπει στον κόπο να απαντήσει.
– Αυτά, τα κανονίζω εγώ!, ακούστηκε μια αυστηρή φωνή λίγο πιο πίσω από την κοπέλα και ένα ζευγάρι μάτια τον κοιτούσαν από πάνω μέχρι κάτω.
– Γεια σας, είμαι ο Ιορδάνης Χαρακίδης, φοιτητής δημοσιογραφίας….
– Ναι, το άκουσα. Γράψτε μου το τηλέφωνό σας και θα σας ειδοποιήσουμε όταν έχουμε χρόνο. συνέχισε το ίδιο αυστηρά, σχεδόν υποτιμητικά η μητέρα του νεαρού μοντέλου και τράβηξε την κόρη της από το χέρι, να φύγουν.
Ο Ιορδάνης απογοητεύτηκε, κατάλαβε ότι η κοπέλα που τράβηξε την προσοχή του, φυλάσσεται από την Σκύλα και την Χάρυβδη, στη συσκευασία της μίας. Δεν έκατσε με σταυρωμένα τα χέρια, ρώτησε, έμαθε πού μένει και την επόμενη μέρα, με ένα τριαντάφυλλο στο χέρι, ξεροστάλιαζε στο απέναντι πεζοδρόμιο, μη ξέροντας ούτε και ο ίδιος, τι περίμενε. Στάθηκε όμως τυχερός, “ο επιμένων νικά”, σκέφτηκε όταν είδε την κοπέλα να βγαίνει μόνη της από την πολυκατοικία. Την ακολούθησε κι όταν είχαν απόσταση ασφαλείας από το σπίτι της, την πλησίασε, μάλλον με άκομψο τρόπο, σε σημείο που την τρόμαξε.
– Θεέ και Κύριε, με τρόμαξες! Τι κάνεις εσύ εδώ;
– Σε περίμενα. της είπε, μη παίρνοντας το βλέμμα του από πάνω της και της πρόσφερε το λουλούδι. Η Στεφανία, έγινε ένα με το κόκκινο τριαντάφυλλο, από την ντροπή της.
– Είσαι πιο όμορφη και από το τριαντάφυλλο. Πιο όμορφη από οτιδήποτε!
Κατέβασε το βλέμμα της η κοπέλα και μύριζε αμήχανα το λουλούδι. Ο Ιορδάνης είχε τον τρόπο του με τις γυναίκες και το ήξερε. Όση γοητεία του στέρησε ο Θεός με το παρουσιαστικό του, του το χάρισε με την εκφραστικότητα και την πειθώ του. Αντάλλαξαν τηλέφωνα, του εξήγησε ότι δεν έχει σχεδόν καθόλου ελεύθερο δικό της χρόνο, την συνόδευσε στο μαγαζί που κατευθυνόταν η Στεφανία κι έφυγε.
Η Στεφανία ήταν εντελώς άμαθη στις ανθρώπινες σχέσεις, αφού η μαμά της και μάνατζέρ της, την είχε αποκόψει από παντού. Με το ζόρι δέχτηκε και της επέτρεψε να τελειώσει το λύκειο, αφού την παρακαλούσε η ίδια της πολύ καιρό. Η μαμά της, το θεωρούσε άσκοπο, χάσιμο χρόνου, οπότε και χρήματος. Δεν είχε τίποτα να της προσφέρει, αυτό της έλεγε συνέχεια. “Η ομορφιά, δεν χρειάζεται γράμματα”, ήταν το μότο της. Η Στεφανία όμως, επέμενε και ευτυχώς, κατάφερε να πάρει το απολυτήριο. Μετά, πέσανε με τα μούτρα στο μόντελινγκ από το πρωί μέχρι το βράδυ. Όνειρο της μαμάς της, να την βάλουν στην παρουσίαση εκπομπής. Δεν υπήρχε καμία πιο όμορφη από την κόρη της, άλλωστε. Την Στεφανία, δεν την ρώτησε ποτέ φυσικά, αν το ήθελε.
Είχαν επικοινωνία, της έγραφε ακριβώς ό,τι είχε ανάγκη να ακούσει, την έκανε να νιώθει ξεχωριστή. Λίγες μέρες μετά, κανόνισαν να συναντηθούν κρυφά, σε ένα παρκάκι, λίγο πιο πέρα από το σπίτι της. Την περίμενε με αγωνία.
– Γεια σου Ιορδάνη.
– Γεια σου Στεφανία. Σου πηγαίνει πολύ αυτό το γαλάζιο πουκάμισο. Τονίζει ακόμα πιο πολύ τα μάτια σου.
– Ευχαριστώ…, είπε εκείνη και τα μάγουλά της έγιναν δύο παπαρούνες.
– Στεφανία, έχω χάσει τον ύπνο μου. Σε σκέφτομαι συνέχεια. Ποτέ μου δεν έχω νιώσει, έτσι για κοπέλα. της είπε ο Ιορδάνης και το πάθος του ξεχείλιζε.
– Σε όλες αυτά λες; είπε διστακτικά το κορίτσι.
– Εσύ δεν είσαι σαν τις άλλες.
– Τι έχω διαφορετικό;
Ο Ιορδάνης κατάλαβε ότι όσο εκθαμβωτική, δυναμική και μοιραία έδειχνε στον κόσμο, τόσο ανασφαλής και ευάλωτη ήταν στην πραγματικότητα. Πλησίασε το πρόσωπό του σε απόσταση αναπνοής από το δικό της και με την φωνή του ξεκάθαρα να δείχνει την λαχτάρα του για ‘κείνη της ψιθύρισε στο αυτί “δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου!”.
Εκείνη είχε παραδοθεί ήδη στο βάθος της φωνής του. Είχε κλείσει τα μάτια και αφέθηκε στην δίνη των λόγων του. Ο νεαρός, μα έμπειρος άντρας, το έβλεπε στην έκφρασή της, το άκουγε στην ανάσα της, την ένιωθε να χάνεται και συνέχιζε στο ρυθμό του. “Από την πρώτη στιγμή που σε είδα, έχασα τα λογικά μου. Δεν είσαι σαν όλες τριγύρω, όμορφες, μα, σαν ψεύτικες κούκλες. Ενώ είσαι η πιο όμορφη από όλες, με αυτό το θανατηφόρο κορμί, έχεις βλέμμα μικρού κοριτσιού και στάση σώματος γυναίκας που δεν γνωρίζει πόσο ποθητή είναι”.
Η Στεφανία ήθελε να αντισταθεί, μα ήταν αδύνατον. Το άγγιγμά του χαοτικό, το φιλί του μεθυστικό. Σε λίγα λεπτά, μεταμορφώθηκε στην νεαρή κοπέλα που ήθελε να είναι. Για λίγα λεπτά, απαρνήθηκε την ομορφιά, την φυλακή που την είχε περιορίσει η μαμά της, τα φώτα της δημοσιότητας που την μετέτρεπαν σε κάτι που δεν επέλεξε. Για λίγα λεπτά, ήταν μια νεαρή κοπέλα που είχε τόση ανάγκη να κουρνιάσει σε μια αγκαλιά, που είχε τόση λαχτάρα να αγαπηθεί. Πρώτη φορά στη ζωή της ένιωθε ζωντανή, αισθάνθηκε το αίμα να ρέει στις φλέβες της, την καρδιά της να χτυπά. Τόσα χρόνια, εκτελούσε μόνο εντολές, πλάνα και επιθυμίες άλλων, ζώντας μια ζωή κενή. Μια ζωή δίχως χρώμα, άρωμα, γεύση, αισθήσεις, όπως της είχαν επιβάλλει. Χωρίς παιδικά χρόνια ανεμελιάς, χωρίς εφηβεία με επαναστάσεις και ερωτικά σκιρτήματα.
– Θέλω να σε έχω συνέχεια στην αγκαλιά μου, να μη σε αφήσω ποτέ!
– Δεν έχω δικό μου ελεύθερο χρόνο…, του είπε και μια βαριά σκιά θάμπωσε το γαλάζιο των ματιών της.
– Θα τα βρούμε όλα μαζί, της απάντησε εκείνος και φίλησε ένα ένα τα μάτια της, θέλοντας να διώξει τα σύννεφα που τα κάλυψαν.
– Η μαμά μου δεν θα το επιτρέψει. τον κοιτούσε σα κουτάβι που απεγνωσμένα αναζητούσε προσοχή και φροντίδα.
– Θα βρούμε τον τρόπο, στο υπόσχομαι.
Ήθελε τόσο να τον πιστέψει, μα ήξερε πως ήταν ανέφικτο. Συνέχισαν να βρίσκονται κρυφά, για κάποια λεπτά, όποτε η μαμά της έλειπε κανονίζοντας το πρόγραμμά της. Η Στεφανία φρόντιζε να διαγράφει τα μηνύματά του στο κινητό της, από φόβο, μήπως τα ανακαλύψει η μαμά της. Τα φύλαγε στο μυαλό και στη ψυχή της.
Η Κατερίνα είχε καταλάβει ότι κάτι άλλαξε στην κόρη της. Έψαξε το κινητό της. Δεν βρήκε κάτι ύποπτο. Ήταν σίγουρη όμως πως κάτι συνέβαινε. Η κόρη της ήταν χαρούμενη, τα μάτια της έλαμπαν, ακόμα και η χροιά στη φωνή της είχε αλλάξει. Δεν της είπε τίποτα. Περίμενε. Θα το ανακάλυπτε.
Όταν βρέθηκαν στο περιοδικό για την φωτογράφηση γνωστού οίκου ρούχων, έλυσε το μυστήριο. Ο νεαρός φοιτητής δεν άφηνε από το οπτικό του πεδίο την κόρη της κι εκείνη, πιο λαμπερή από ποτέ, έλιωνε κοιτάζοντάς τον. Δεν αντέδρασε, τους παρακολουθούσε. Η κόρη της ήταν ερωτευμένη και αυτό δεν θα επέτρεπε να συνεχιστεί. Λίγες μέρες μετά, καθώς έπιναν καφέ και έτρωγαν πρωινό, θα την γκρέμιζε από το ροζ συννεφάκι της.
“Έψαξα κι έμαθα γι’ αυτόν τον Ιορδάνη Χαρακίδη”.
Σα να διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα την Στεφανία. Κοιτούσε έντρομη την μαμά της και δεν έβγαλε μιλιά. Η Κατερίνα το απολάμβανε. Ήταν πολύ μικροί και οι δύο για να την κοροϊδεύουν πίσω από την πλάτη της.
– Ένα στοίχημα ήσουν γι’ αυτόν. Τίποτα παραπάνω.
– Μαμά, τι λες; Τι στοίχημα; η Στεφανία ένιωθε ένα ανεμοστρόβιλο να την πλησιάζει.
– Τι νόμιζες; Ότι σε αγάπησε; Τόσο χαζή είσαι! Ένας φοιτητάκος, ένα άσχημο, κακομαθημένο πλουσιόπαιδο, που έβαλε στοίχημα με φίλους, ότι μπορεί να κατακτήσει το τοπ μόντελ!
Η Στεφανία, πια, ολόκληρη μέσα στον ανεμοστρόβιλο, στροβιλίζονταν, αλλού η ψυχή, αλλού το μυαλό, αλλού η καρδιά. Το αίμα της πάγωσε, το γαλάζιο του ουρανού στα μάτια της σκοτείνιασε, γέμισαν δάκρυα.
Η Κατερίνα σαν τον κακό λύκο, στεκόταν απέναντι από την κοκκινοσκουφίτσα και ήθελε να την κατασπαράξει.
– Αυτά παθαίνει το πρόβατο, που θέλει να δραπετεύσει από το κοπάδι. Μόνο εγώ σε αγαπώ και φροντίζω για το καλό σου. Όλοι θέλουν μόνο να πάρουν από σένα. Και συ, σα χαζή, την πάτησες.
Η Στεφανία ήθελε να ουρλιάξει. Ήθελε να της φτύσει κατάμουτρα ότι αυτή ήταν η πρώτη και καλύτερη που έπαιρνε από την ψυχή της, από τον κόπο της, από την ζωή της. Μα δεν μίλησε. Ήταν διαλυμένη. Μάζεψε τα κομμάτια της, σκούπισε τα δάκρυά της και χάθηκε στο δωμάτιό της. Δεν του έστειλε μήνυμα, δεν πήρε τηλέφωνο. Πέρασαν αρκετές μέρες. Δεν απαντούσε ούτε στα δικά του κωδικοποιημένα μηνύματα, για να βρεθούν όταν μπορεί. Συνέχιζε να ακολουθεί την μαμά της, στις δουλειές που έκλεινε εκείνη, όπως πειθήνια έκανε τόσα χρόνια. Η Κατερίνα νίκησε, η κόρη της επέστρεψε στις εργαστασιακές ρυθμίσεις.
Κανόνισε να γίνονται αλλού οι φωτογραφήσεις για το περιοδικό της οικογένειας του Ιορδάνη. Με τον θησαυρό Στεφανία στα χέρια της, μπορούσε πια να επιβάλλει τους όρους της. Δεν ήθελε να έχει καμία ελπίδα συνάντησης η κόρη της με αυτόν τον θρασύ νεαρό.
Ο Ιορδάνης συνέχιζε να στέλνει μηνύματα. Ήθελε να μάθει γιατί η Στεφανία εξαφανίστηκε και μάλιστα χωρίς μια εξήγηση.
Στάθηκε και δυο τρεις φορές έξω από το σπίτι της, μα και η τύχη τον εγκατέλειψε. Δεν ήταν μόνη της για να την πλησιάσει. Ρώτησε στο περιοδικό και έμαθε ότι γίνονταν αλλού οι φωτογραφήσεις. Κατάλαβε ότι πίσω από όλα ήταν η μαμά της, μα δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν προσπάθησε η Στεφανία με κάποιο τρόπο να επικοινωνήσει μαζί του.
Πέρασαν τρεις μήνες, από τότε που χάθηκαν τα ίχνη της. Η Κατερίνα, είχε πια πίσω την κόρη της και όλα κυλούσαν όπως πριν.
Ένα πρωί, δέχτηκε το πολυπόθητο τηλεφώνημα από ιδιωτικό κανάλι της τηλεόρασης. Δεν είπε φυσικά τίποτα στην κόρη της. Έφυγε, να πάει να δει τι πρόταση είχαν να τους κάνουν. Ο Ιορδάνης, κρυμμένος, όταν την είδε να μπαίνει στο αυτοκίνητο και να απομακρύνεται, χτύπησε ένα άσχετο θυροτηλέφωνο, του άνοιξαν και βρέθηκε έξω από την πόρτα του διαμερίσματός της. Χωρίς να χάσει χρόνο, χτύπησε το κουδούνι. Όταν η πόρτα άνοιξε, η έκπληξη της Στεφανίας ήταν έκδηλη. Περίμενε πως ήταν η μαμά της, πως κάτι είχε ξεχάσει. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Να του κλείσει την πόρτα στα μούτρα; Να του δώσει ένα δυνατό χαστούκι;
– Σε παρακαλώ, άφησέ με να μπω μέσα!, διέκοψε τις σκέψεις της ο Ιορδάνης. Υπάκουσε για μία ακόμα φορά η Στεφανία, όπως έκανε πάντα, ανέκφραστη πια.
– Λέγε γρήγορα, θα επιστρέψει η μαμά μου.
– Την έστειλα μακριά, μην ανησυχείς.
Δεν μπόρεσε να ελέγξει τα μάτια της, ούτε το στόμα της, άνοιξαν διάπλατα.
– Είσαι σαν μικρό παιδί!, της είπε τρυφερά, βλέποντας την αντίδρασή της.
– Ναι, μόνο που ξέχασες να προσθέσεις, χαζό παιδί!, άλλαξε το ύφος της εκείνη.
– Τι έχει συμβεί μωρό μου;
– Όχι, όχι, όχι, αρκετά! σχεδόν ούρλιαζε.
– Εξήγησέ μου, γιατί χάθηκες; Γιατί μου μιλάς έτσι;
– Ώστε δεν ξέρεις; Τι έγινε τελικά; Το κέρδισες το στοίχημα ή σου χάλασα τα σχέδια;
– Ποιο στοίχημα; Τι λες;
– Έλα τώρα, τα ξέρω όλα! Σταμάτα να με περνάς για χαζή!
– Αγάπη μου, δεν καταλαβαίνω, ηρέμησε και πες μου τι εννοείς, μπας και βγάλουμε άκρη.
– Ένα στοίχημα δεν ήμουν για σένα; Ότι ήταν εύκολο να με ρίξεις, ότι θα κατακτούσες κι αυτό το όμορφο μοντέλο για τη συλλογή σου.
– Τι είναι αυτά που λες; Ποιος σου τα είπε όλα αυτά; Θέλω να μάθω!
– Δεν χρειάζεται. Μου φτάνει που ξέρω εγώ.
– Σε παρακαλώ, άκουσέ με! Δεν ξέρω ποιος θέλει να μου κάνει κακό, μα είναι όλα ψέματα! ο λυγμός στη φωνή του, ο πόνος στο βλέμμα του, η απογοήτευση στην έκφρασή του, την μπέρδευαν. Τόσο καιρό ήταν σίγουρη. Τώρα όμως, βλέποντάς τον, ακούγοντάς τον, είχε ενδοιασμούς, μα δεν επέτρεψε στον εαυτό της, να φανεί τίποτα.
– Η μαμά μου τα ανακάλυψε όλα!, του είπε με σιγουριά κι ας ταλαντευόταν μέσα της.
Δεν χρειαζόταν κάτι άλλο. Για τον Ιορδάνη, είχαν ξεκαθαρίσει όλα.
– Η μαμά σου… μάλιστα… Τώρα εξηγούνται όλα! Βρε αγάπη μου, δεν το βλέπεις; Μόνη της τα σκαρφίστηκε όλα, για να μας απομακρύνει!
– Η μαμά μου, δεν ήξερε για μας, μη το συνεχίζεις!
– Σίγουρα το ανακάλυψε και βρήκε αυτόν τον ύπουλο τρόπο να μας χωρίσει. Ξέρω, είναι δύσκολο να το συνειδητοποιήσεις, να το δεχτείς, μα την έχω ικανή για όλα. Γι’ αυτό αλλάξατε τον χώρο των φωτογραφήσεων! Δεν ήθελε να συναντιόμαστε.
Η Στεφανία ήθελε χρόνο να γεμίσει τα κουτάκια στο μυαλό της, να συμπληρώσει το παζλ.
– Είπες, την έστειλες μακριά;
– Ναι, τόσο καιρό προσπαθώ να επικοινωνήσω μαζί σου, να σε πλησιάσω, μα αρνείσαι. Ούτε σε πέτυχα μόνη, που περίμενα κάτω πόσες φορές. Έβαλα έναν συμφοιτητή μου, που ξέρει κόσμο σε ένα κανάλι και της ζήτησε ραντεβού για μια δουλειά στην τηλεόραση με ψεύτικο όνομα φυσικά.
– Δεν μου το είπε… η Στεφανία, δεν ήξερε τι να σκεφτεί, πού ήταν πια το ψέμα και πού η αλήθεια;
– Θα σου αφήσω χρόνο να σκεφτείς. Σου δίνω το λόγο της αντρικής μου τιμής, ότι δεν υπήρξες ένα στοίχημα για μένα. Είμαι ερωτευμένος μαζί σου Στεφανία και δεν θα τα παρατήσω, μέχρι να δεις την αλήθεια.
Την κοίταξε στα μάτια κι έφυγε.
Όταν γύρισε η Κατερίνα, ήταν πυρ και μανία. Την ρώτησε η Στεφανία τι είχε συμβεί, πού είχε πάει, γιατί τα μάτια της ήταν κατακόκκινα και είχε τόσα νεύρα και η μαμά της σα τους δράκους των παραμυθιών, πετούσε φλόγες κακίας από το στόμα της.
– Ο αγαπητικός σου κρύβεται πίσω από αυτό το φιάσκο, είμαι σίγουρη! Με έσυρε εκεί και με ρεζίλεψε, μα δεν με ξέρει καλά!
– Ούτε εγώ σε ξέρω τελικά…
Η Κατερίνα, γύρισε και κοίταξε την κόρη της με τέτοιο βλέμμα, που δεν θα κοίταζε ποτέ μια μάνα το παιδί της. Και τότε, σα να λύθηκαν τα μάγια. Η Στεφανία, τα είδε όλα καθαρά.
– Σε λυπάμαι!, της είπε κι έφυγε.
Ο Ιορδάνης άνοιξε την αγκαλιά του και την έκρυψε, την τύλιξε, την σκέπασε. Είχε τόσες πληγές στην ψυχή της κι εκείνος πάλευε κάθε μέρα να αποβάλει από μέσα της την εκμετάλλευση και την προδοσία της ίδιας της της μάνας. Πάλευε κάθε μέρα, να της γεμίζει τα κενά.
Την Κατερίνα δεν την ταρακούνησε τίποτα. Δεν ζήτησε ποτέ συγνώμη. Συνέχιζε να απαιτεί, να απειλεί, να βρίζει, να θεωρεί υποχρεωμένη την κόρη της να της δίνει χρήματα και να της θυμίζει πως σε ‘κείνη τα χρωστούσε όλα.
Η Στεφανία πήρε την εκδίκησή της πολύ γρήγορα. Παράτησε το μόντελινγκ, διάβασε και πέρασε στη σχολή νηπιαγωγών που πάντα ήθελε. Τα λάτρευε τα παιδιά. Αυτό ονειρευόταν από μικρή, μα η μαμά της είχε άλλα σχέδια. Όρισε τη ζωή της, όπως ήθελε εκείνη. Συνοδοιπόρος στην πραγμάτωση του ονείρου της, ο Ιορδάνης, που την στήριζε σε ό,τι κι αν ήθελε. Την έβλεπε να ανθίζει, να χαμογελάει και την αγαπούσε ακόμα περισσότερο.
Τελικά, εκπομπή παρουσίασε εκείνος. Ήταν πολύ αγαπητός δημοσιογράφος στο χώρο της τηλεόρασης και σύντομα του έγινε η πρόταση για παρουσίαση. Η Στεφανία τον καμάρωνε για την αμεσότητα, την ηθική, την διακριτικότητά του, που πήγαιναν κόντρα με τους υπόλοιπους του χώρου. Δεν έκανε εκπτώσεις στα πιστεύω του για κανένα κανάλι, καμία εκπομπή. Αυτό ακριβώς τον ξεχώρισε.
Ήταν από τα αγαπημένα ζευγάρια της σόου μπιζ, πολλές φορές απασχόλησαν οι έξοδοί τους, τις εκπομπές, οι φωτογραφίες τους, τα περιοδικά. Δεν είχαν τίποτα να κρύψουν, για τίποτα να δώσουν λόγο. Την Στεφανία την κυνηγούσαν ακόμα για μια συνέντευξη κι ας είχε φύγει από το χώρο τρία χρόνια. Δεν είχε τίποτα να πει. Δεν είχε τίποτα να δώσει πια σε όλο αυτό το σύστημα. Όλος της ο κόσμος ήταν ο Ιορδάνης. Στο πρόσωπό του, είχε τον παιδικό φίλο, την κολλητή, τον αδερφό, τον σύντροφο, τον εραστή, τον μπαμπά, τη μαμά, όλους αυτούς τους ρόλους που στερήθηκε μέχρι που ήρθε στη ζωή της, έγινε τα πάντα της και πια, με την στήριξή του, είχε τη ζωή που η ίδια της επέλεξε. Έδινε τόση αγάπη στα παιδάκια της, στο νηπιαγωγείο, που έκανε την πρακτική της εξάσκηση. Είχε τόσα αποθέματα. Κι εκείνα, με τα μικροσκοπικά χεράκια, τα χαμογελαστά προσωπάκια, τα λαμπερά ματάκια, της την επέστρεφαν στο πολλαπλάσιο.
Η Κατερίνα έχασε την Στεφανία, που της εξασφάλιζε μια πολύ άνετη οικονομικά ζωή και γύρισε στον μισθό του άντρα της. Εκείνος, όλη του τη ζωή στην σκιά της, δεν μπόρεσε ούτε την κόρη του να προστατέψει. Πολλές φορές ήθελε να της πει, να αφήσει ήσυχο το κορίτσι τους, να μη την πιέζει, μα δεν είχε το σθένος να την αντιμετωπίσει. Έμειναν οι δυο τους. Δεν την αγαπούσε, είχε πάψει από καιρό, μα έμενε από συνήθεια. Πού να πήγαινε; Εκείνη τα διαχειρίζονταν όλα, εκείνη έμπαινε μπροστά για όλα. Τόσα χρόνια τουλάχιστον, δεν του γκρίνιαζε για τα λεφτά. Τώρα, θα είχε και αυτό να ανέχεται.
Η Στεφανία, είχε γυρίσει σελίδα. Δεν ήθελε καμία σχέση πια με τους γονείς της. Είχαν απομείνει κάποια ψήγματα αγάπης, αλλά, η πίκρα, η απογοήτευση, το άδειασμα, το κενό που ένιωθε, την πλημμύριζαν.
Ο Ιορδάνης ήξερε ότι αν συνεχίσουν έτσι, πάντα ένα κομμάτι στην καρδιά της εκλεκτής του, θα αιμορραγούσε. Πήγε στους γονείς της. Όταν τον είδε μπροστά της η Κατερίνα, άρχισε να τον κατηγορεί, να καταριέται, να βγάζει χολή από τα σωθικά της. Και τότε, ο Νίκος, ο άντρας της, για πρώτη φορά στη ζωή του, ύψωσε τον τόνο της φωνής του, παραπάνω από τον δικό της.
– Κατερίνα, σταμάτα!
Εκείνη, συνεπαρμένη από τον χείμαρρο κατηγοριών που εξαπέλυε, σάστισε, δεν το περίμενε. Δεν της είχε πει ποτέ κανείς τι να κάνει και μάλιστα με αυτό το ύψος. Απότομα, σταμάτησε.
– Κυρία Κατερίνα, κύριε Νίκο ακούστε με. Η Στεφανία είναι ευτυχισμένη, ζει όπως ονειρευόταν, μα πάντα ένα αγκάθι τρυπάει, στάζοντας αίμα από την καρδιά της.
– Τι ξέρεις εσύ για την κόρη μου; του είπε θυμωμένα εκείνη.
– Πολλά παραπάνω από όσα ξέρετε εσείς για το ίδιο σας το παιδί, μα δεν είμαι εδώ να μετρήσουμε ποιος ξέρει πιο πολλά για την Στεφανία, της απάντησε κοφτά και της έκανε φανερό, ότι δεν είναι ο φοιτητής που μπόρεσε κάποτε να βλάψει.
Στο εκκλησάκι της Παναγίας Θαλασσινής, στην χώρα της Άνδρου, μακριά από τις κάμερες των δημοσιογράφων, μακριά από κοσμικότητες και κουτσομπολιά, απέναντι από τον φάρο Τουρλίτη, σε ένα πανέμορφο τοπίο, που επισκέπτονταν συχνά οι δυο τους, ενώπιον Θεού και μιας χούφτας αγαπημένων ανθρώπων, ενώθηκαν με τα ιερά δεσμά του γάμου. Όταν τελείωσε το μυστήριο, μπροστά της βρέθηκαν οι γονείς της, με δάκρυα στα μάτια. Τους κοίταξε, έστρεψε το κεφάλι της στον άντρα της ζωής της, εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του, της χαμογέλασε και η Στεφανία άνοιξε την αγκαλιά της, τους συγχώρεσε και τους δύο. Είχαν όλο το χρόνο μπροστά τους να ζητήσουν έμπρακτα συγνώμη, να διορθώσουν λάθη του παρελθόντος, να δώσουν, έστω και καθυστερημένα στη Στεφανία ότι της στέρησαν ως παιδί.
Η ζωή λένε, επιστρέφει συμπεριφορές. Είναι όμως κάποιες φορές, που όλα συνωμοτούν να βγεις αλώβητος. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση των γονιών της Στεφανίας. Η μεγαλοψυχία της, σε συνδυασμό με τον υπέροχο άνθρωπο που βρέθηκε δίπλα της, έδωσαν μια δεύτερη ευκαιρία στην Κατερίνα και στον Νίκο, να διεκδικήσουν τον τίτλο μάνα και μπαμπά που τους χάρισε ο Θεός, πριν χρόνια. Κάποιοι θα έβαζαν στοίχημα ότι δεν θα ήταν άξιοι να τα καταφέρουν. Ο Ιορδάνης και η Στεφανία, από ένα συκοφαντικό στοίχημα θα έχαναν την ευκαιρία να ζήσουν την απόλυτη ευτυχία, γι’ αυτό και δεν στοιχημάτιζαν ποτέ. Άφηναν τον χρόνο να δείξει, να τα φανερώσει όλα. Είναι και κάποιοι άνθρωποι, που σε όλα απαντούν με καλοσύνη, γιατί απλά, το κακό δεν τους αγγίζει.
Χρυσούλα Καμτσίκη

One response to “Η ζωή μου, επιλογή μου”
[…] Μια φορά κι έναν καιρό… Η ζωή μου, επιλογή μου […]