Οι κάλτσες – Μέρος 1ο

Άνοιξε τα μάτια της ενοχλημένη και κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο. Η ώρα έδειχνε 7:50 το πρωί.

-Μα ποιος στο καλό κάνει τόση φασαρία τέτοια ώρα κυριακάτικα; μονολόγησε και σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι

Ο ήχος ερχόταν από κάτω, απ’ την αυλή. Πλησίασε στο παράθυρο και τράβηξε την κουρτίνα. Ένα μεγάλο φορτηγό ήταν σταματημένο έξω απ’ το σπίτι της και κάποιοι άντρες πηγαινοέρχονταν βιαστικοί κουβαλώντας έπιπλα και κούτες. Καινούριος γείτονας… για λίγα δευτερόλεπτα στάθηκε να αναρωτιέται αν έπρεπε να χαρεί ή να νευριάσει. Αποφάσισε να φτιάξει ένα καφέ πριν πάρει την τελική απόφαση για το ποιο απ’ τα δύο θα ήταν προτιμότερο.

Ζούσε σ’ αυτό το σπίτι εδώ και περίπου 3 χρόνια, τότε που είχε έρθει απ’ το χωριό της στην Αθήνα, μιας κι είχε διοριστεί στο δημόσιο, στην πρωτεύουσα. Δεν ήταν εύκολη απόφαση ν’ αφήσει το σπίτι της, την οικογένειά της, τον αρραβωνιαστικό της πίσω, αλλά πώς να αρνηθεί και μια μόνιμη θέση; ‘Για λίγο θα είναι… θα καταφέρω να πάρω μετάθεση σύντομα, είμαι σίγουρη!’, έλεγε και ξαναέλεγε στους δικούς της ανθρώπους, μα και στον ίδιο της τον εαυτό, γιατί η αλήθεια ήταν πως δείλιαζε πολύ να δεχτεί τη θέση, αφήνοντας τα πάντα και τους πάντες πίσω της. Ειδικά τον Κοσμά, τον αρραβωνιαστικό της. ‘Θα τα καταφέρουμε, για λίγο θα είναι!’ έλεγαν ο ένας στον άλλον, μα η απόσταση είναι σκληρός κριτής και σύντομα τα πράγματα μεταξύ τους άλλαξαν. Σύντομα κατάλαβαν κι οι δυο πως αυτό που πραγματικά τους έδενε ήταν η συνήθεια και τα “πρέπει” της μικρής κοινωνίας. Η Ηρώ έπιασε πολλές φορές τον εαυτό της να σκέφτεται με κάποιον εκνευρισμό πως θα έπρεπε να κάνει τόσες ώρες ταξίδι για να μείνει μόνο ένα-δυο βράδια στο χωριό, μιας και τη Δευτέρα το πρωί θα έπρεπε να είναι στην υπηρεσία της. Παρόλα αυτά, αυτό ήταν κάτι που δεν ομολογούσε ούτε στον ίδιο της τον εαυτό. Όταν κάποιους μήνες μετά, η αγαπημένη της ξαδέρφη της είπε πως ο Κοσμάς εθεάθη στη γειτονική κωμόπολη αγκαλιά με αιθέρια ύπαρξη (σαν “κάμπια” επέμενε η ξαδέρφη πως ήταν, αλλά σύντομα η Ηρώ είδε φωτογραφίες της κι ήταν όντως αιθέρια!), μετά το αρχικό σοκ, ένιωσε σχεδόν ανακουφισμένη. Αρνήθηκε να ακούσει οποιαδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία απ’ τον Κοσμά, πάτησε πόδι και στους γονείς της που προσπάθησαν να την πείσουν να του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία και πολύ σύντομα άρχισε να χαμογελάει και πάλι. Αληθινά αυτή τη φορά, χωρίς να σκέφτεται μην την παρεξηγήσει ο απέναντι ή μην την πιάσει στο στόμα της η διπλανή. Γιατί, καλό χρυσό το χωριουδάκι της, μα οι άνθρωποι εκεί είχαν το κουτσομπολιό δεύτερη φύση τους, κάτι που στην Αθήνα δεν υπήρχε, κι αυτό ενώ την ξένισε στην αρχή, με τον καιρό άρχισε να την κάνει να νιώθει απόλυτα κι αληθινά ελεύθερη!

Το να βρεις αξιοπρεπές διαμέρισμα και μάλιστα σε χαμηλή τιμή κοντά στο κέντρο της Αθήνας, έμοιαζε με όνειρο θερινής νυκτός, η τύχη όμως είχε μάλλον αποφασίσει να της χαμογελάσει. Μέσα στο λεωφορείο του ΚΤΕΛ, όταν κατέβαινε για πρώτη φορά στην πρωτεύουσα να τελειώσει με τις εκκρεμότητες της υπηρεσίας και να ψάξει να βρει μια άκρη για να ξεκινήσει να ψάχνει για σπίτι, γνώρισε την κυρία Παγώνα. Η κυρία Παγώνα είχε στριμώξει τον… πλούσιο πισινό της δίπλα στην Ηρώ και δεν άργησε καθόλου ν’ αρχίσει να “ανακρίνει” την νεαρή για το ποια είναι, από πού έρχεται και πού πάει. Όταν άκουσε δε πως η Ηρώ είχε διοριστεί στο δημόσιο κι έψαχνε για σπίτι, άστραψε το μάτι της! “Πώς θα σου φαινόταν να μείνεις σε μια κουκλίστικη μονοκατοικία; Έμενα εγώ εκεί μέχρι πριν κάποια χρόνια, μα όταν έχασα τον άντρα μου αποφάσισα ότι θα ήταν καλύτερα να φύγω, να πάω να μείνω μαζί με την αδερφή μου, χήρα κι αυτή, η μοναξιά καταπίνεται πιο εύκολα όταν έχεις έναν δικό σου άνθρωπο κοντά. Με πόνο ψυχής το άφησα το σπιτάκι μου, γιατί να ξέρεις πολύ το αγαπούσα και σαν τα μάτια μου το φρόντιζα! Το νοίκιαζα σε μια οικογένεια αλλά αποφάσισαν να φύγουν στο εξωτερικό. Καλοί άνθρωποι… νοικοκυραίοι… Γιατί να ξέρεις, το σπίτι μου δεν το δίνω όπου κι όπου, κόβω φάτσες! Γι’ αυτό και δεν ζητάω πολλά για νοίκι, γιατί το σημαντικό για μένα είναι να μου το προσέχουν. Κι εσένα σε κόβω καλό άνθρωπο και συμμαζεμένο, φαίνεται στα μάτια σου! Κι είσαι και κούκλα! Φτου να μη σε ματιάξω!”. Η Ηρώ καθάρισε διακριτικά απ’ τα μούτρα της το… ξεμάτιασμα της κυρίας Παγώνας, αλλά της καλάρεσε η σκέψη να μείνει σε μονοκατοικία, έτσι ήταν μαθημένη από πάντα και το είχε άγχος πώς θα μπορούσε να προσαρμοστεί σε διαμέρισμα. Ν’ ακούει τους από πάνω, τους από κάτω, τους από δίπλα και ταυτόχρονα να πρέπει να προσέχει να μην την ακούν κι αυτοί… δύσκολα πράγματα. Και σχεδόν έδωσαν τα χέρια μέσα στο λεωφορείο, πριν καν δει το σπίτι η Ηρώ, τόσο την είχε πείσει η κυρία Παγώνα ότι θα ήταν το σπίτι των ονείρων της.

Και ήταν! Ήταν ακριβώς όπως το είχε ονειρευτεί και μάλιστα πολύ κοντά στη δουλειά της και σε τιμή που ούτε καν μπορούσε να φανταστεί η Ηρώ.

-Κυρά Παγώνα μου όλα τέλεια και σ’ ευχαριστώ, αλήθεια, μα… είναι πολύ μεγάλο για ένα μόνο άτομο… πώς να το επιπλώσω, πώς να το ζεστάνω; 

-Γι’ αυτό σκας; Ο πάνω όροφος κι ο κάτω όροφος είναι ανεξάρτητοι. Κουζίνα πάνω, κουζίνα κάτω, μπάνιο πάνω, μπάνιο κάτω… Το είχαμε φτιάξει έτσι, γιατί ελπίζαμε με τον άντρα μου πως θα μας καταδεχτεί ο γιος μας και θα μείνει μαζί μας, αλλά πού; Πήγε κι έμπλεξε με μια σακαφιόρα… α πα πα! Ο Θεός να σε φυλάει! Και μου το πήρε το παλικάρι μου! Μου το πήρε και μου το πήγε στην Κρήτη, να είναι δίπλα στη μάνα της η κυρία, κατάλαβες; είπε και σκούπισε ένα ανύπαρκτο δάκρυ απ’ το δεξί της μάγουλο

Και κάπως έτσι η Ηρώ βρέθηκε στον πάνω όροφο της μονοκατοικίας να φτιάχνει το πρώτο ολόδικό της σπιτικό. Κάθε πρώτη του μηνός έβαζε το ενοίκιο στο λογαριασμό της κυρά Παγώνας και κάθε δύο του μηνός, την έπαιρνε η κυρά Παγώνα να την ευχαριστήσει, να μάθει τα νέα της και να της πει τα δικά της. “Αλήθεια όμως, για νέο ένοικο δεν μου είπε τίποτα… τι στο καλό;” σκέφτηκε και την πήρε αμέσως τηλέφωνο.

-Αχ ναι κορίτσι μου, δεν σου ‘πα, γιατί έχω τρεχάματα με την αδερφή μου, είναι άρρωστη η κακομοίρα. Βέβαια είναι και μεγάλη γυναίκα, τι τα θες… άμα μεγαλώσει ο άνθρωπος… κι εγώ τρέμω όταν θα γεράσω τι θα…

Η Ηρώ κατάπιε ένα γέλιο που ανέβηκε στο λαιμό της, ακούγοντας το ‘όταν θα γεράσω’ της 75χρονης κυρά Παγώνας, μα κάθισε κι άκουσε υπομονετικά ολόκληρη την ιστορία για το πώς ο κάτω όροφος νοικιάστηκε εν μία νυκτί από έναν φίλο του γιου της, που διατηρούσε γυμναστήριο στην περιοχή και που τον έβγαλαν άρον άρον απ’ το διαμέρισμα που έμενε, γιατί η ιδιοκτήτρια το ήθελε για ιδιοκατοίκηση. “Δεν είχε το δικαίωμα, αλλά ο Πάνος είναι χρυσό παιδί, θα τον γνωρίσεις και δεν το έκανε θέμα. Αλλά έχουν οι καλοί χαΐρι; Τι τα θες; Άδικη η ζωή κορίτσι μου…”.

Όταν κατάφερε μετά από ώρα η Ηρώ να κλείσει το τηλέφωνο, γιατί η κυρά Παγώνα είχε πραγματική διάθεση για κουβέντα, πήγε πάλι στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Το φορτηγό είχε φύγει κι έβλεπε μόνο μια αντρική πλάτη σκυμμένη πάνω από κάτι κούτες. ‘Και τι πλάτη! Δυο μέτρα, Θεέ μου σχώρα με!’ μονολόγησε η Ηρώ.

Τις επόμενες μέρες η Ηρώ υπέμεινε τον θόρυβο, μιας κι απ’ τη μια καταλάβαινε πως μέχρι να τακτοποιηθεί αυτό ήταν λογικό κι απ’ την άλλη την είχε στοιχειώσει εκείνη η τεράστια, καλοσχηματισμένη πλάτη. Γιατί το μόνο που είχε καταφέρει να αντικρίσει μέχρι τότε απ’ το νέο της γείτονα ήταν η πλάτη του. Ούτε είχαν συναντηθεί τυχαία, ούτε τον είχε δει να μπαίνει ή να βγαίνει στο σπίτι, όσες φορές κι αν κοντοστάθηκε πίσω απ’ την κουρτίνα της.

‘Οφείλω ως άνθρωπος να πάω να τον καλωσορίσω! Τι στο καλό; Μια πόρτα είμαστε! Είπαμε, οι άνθρωποι στην πρωτεύουσα είναι αποξενωμένοι, αλλά όχι κι έτσι!’. Αυτά κι άλλα πολλά σκεφτόταν λίγες μέρες μετά, όταν κρατώντας στα χέρια της μια πιατέλα μ’ ένα κέικ βανίλια κακάο, κατέβαινε τις σκάλες του σπιτιού της για να βρεθεί μπροστά στην πόρτα του.

Της πήρε κάποια δευτερόλεπτα να μπορέσει να πει ‘Καλημέρα’ όταν τον είδε να στέκεται μπροστά της. Το μέγεθος της πλάτης του, την είχε προϊδεάσει για τον συνολικό του όγκο, αλλά όχι κι έτσι… Ήταν σχεδόν δυο μέτρα κι αφού της άνοιξε χωρίς να φοράει μπλουζάκι, μπορούσε να δει πόσο απίστευτα γυμνασμένος ήταν. Τι μπράτσα, τι θώρακας κι αν πεις για τους κοιλιακούς του… έπαιζες σκάκι! Και το κερασάκι στην τούρτα; Δυο μάτια μπλε σαν χάντρες!

-Καλημέρα… είμαι η… η από πάνω… είμαι η Ηρώ. Μένω στον επάνω όροφο… κατάφερε να ολοκληρώσει τη φράση της και να μαζέψει τις καρδούλες που είχαν ήδη αρχίσει να ξεπετάγονται απ’ το κεφάλι της, θαρρείς κι ήταν καρτούν.

-Α… καλημέρα… της είπε ανέκφραστος και κοιτώντας την ερευνητικά

‘Είπε… α; Αυτό; Και γιατί με κοιτάει έτσι; Πόσο αγενής!’ σκέφτηκε η Ηρώ, αλλά οι καλοί τρόποι της δεν της επέτρεπαν να κάνει μεταβολή και να φύγει, αν και αυτό ήθελε να κάνει βλέποντας το ύφος του, ήταν ξεκάθαρο ότι τον είχε ενοχλήσει.

-Δεν θα μείνω… ένα κέικ έφτιαξα και σου έφερα για το καλώς όρισες. του είπε και του έτεινε την πιατέλα.

Αντί όμως να την ευχαριστήσει και να πάρει το κέικ, την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω επικριτικά και χαμογέλασε εμφανώς ειρωνικά.

-Δεν ήταν ανάγκη. Εξάλλου δεν τρώω γλυκά. Δεν τρώω καθόλου ζάχαρη! και της έδειξε με το βλέμμα του τους καλοσχηματισμένους κοιλιακούς του, ενώ το βλέμμα του έπεσε επίμονο στην τροφαντή κοιλίτσα της Ηρώς

Η Ηρώ ένιωσε το αίμα να της ανεβαίνει στο κεφάλι. Το ύφος του ήταν τουλάχιστον εξοργιστικό!

-Ζάχαρη δεν τρως, αλλά στο λεμόνι μάλλον κάνεις υπερκατανάλωση! του είπε εμφανώς εκνευρισμένη και κρατώντας ακόμη στα χέρια της την πιατέλα με το κέικ, έκανε μεταβολή κι ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες προς το σπίτι της.

Ήταν κάτι παραπάνω από προφανές πως αυτή η συγκατοίκηση, δεν θα πήγαινε καθόλου καλά…

Κική Γιοβανοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Οι κάλτσες – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading