Η Αθανασία γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’40. Γονείς πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, φτώχεια που τρυπούσε τα κόκαλα, και ένα σπίτι γεμάτο πείνα και φωνές. Ήταν το πέμπτο παιδί. Πέντε κορίτσια. Ο πατέρας μέθυσος, άγριος, με τη μυρωδιά της ρακής να τον προδίδει προτού καν εμφανιστεί στο κατώφλι. Η μάνα της, σκελετωμένη από την ανέχεια, δούλευε στα χωράφια για ένα ξεροκόμματο. Μαζί με την κούραση κουβαλούσε και τον πόνο της -είχε ρίξει όλα τα παιδιά που ήρθαν μετά την Αθανασία.
Όταν η Αθανασία ήταν εννέα, ο κόσμος της γκρεμίστηκε οριστικά. Η μάνα της πέθανε ένα παγωμένο χειμωνιάτικο βράδυ. Πονεμένη, στριφογύριζε στο πάτωμα του φτωχικού σπιτιού. Ύστερα σώπασε. Τα πέντε κορίτσια έμειναν μόνα με έναν πατέρα που δεν νοιαζόταν αν ζούσαν ή πέθαιναν.
Η Αθανασία περνούσε τις μέρες της κλεισμένη στο σπίτι, σκεπτόμενη πώς να βοηθήσει τις αδελφές της. Ένα βράδυ, λίγο πριν ξημερώσει, το αποφάσισε. Περίμενε με καρδιοχτύπι να δείξει το ρολόι 4. Έβαλε το παλιό της πανωφόρι και βγήκε στη σιωπή της αυγής.
Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά καθώς έφτανε στο πιο πλούσιο σπίτι του χωριού. Παραβίασε την αυλόπορτα με προσοχή και σύρθηκε ως το κοτέτσι. Τα χέρια της έτρεμαν, μα τελικά κατάφερε να πάρει πέντε αυγά. Ένα για την καθεμιά. Επέστρεψε σπίτι τρέχοντας. Το πρόσωπό της έλαμπε από χαρά, μα το στομάχι της σφιγγόταν από φόβο.
Όταν οι αδελφές της γύρισαν, τις περίμενε με τα αυγά.
«Αθανασία, πού τα βρήκες αυτά;» ρώτησε αυστηρά η μεγαλύτερη, η Μαρία.
«Μου τα έδωσε ο παπάς», απάντησε η Αθανασία χαμογελώντας αθώα. «Μας λυπήθηκε.»
Από εκείνη τη μέρα, τρεις φορές την εβδομάδα, η Αθανασία έβγαινε κρυφά να κλέψει αυγά, λαχανικά ή φρούτα. Πάντα είχε μια δικαιολογία για τις αδελφές της: μια φορά ήταν ο παπάς, μια η μαμή, μια ο μπακάλης.
Με τα χρόνια, έγινε επιδέξια στις κλεψιές της. Η ανάγκη της να επιβιώσει την έκανε άφοβη, μα κατά βάθος η ψυχή της ήταν πάντα ένα βασανισμένο, πεινασμένο παιδί.
Στα δεκαπέντε της, η Αθανασία είχε γίνει πια γυναίκα. Δούλευε στον μπακάλη, τον κυρ Χαραλάμπη, κάνοντας θελήματα. Μια μέρα της μπήκε η ιδέα να τον κλέψει.
Κρύφτηκε πίσω από έναν πάγκο λίγο πριν κλείσει το μαγαζί. Περίμενε να φύγει ο κυρ Χαραλάμπης. Μόλις έκλεισε την πόρτα, σηκώθηκε και άρχισε να γεμίζει την ποδιά της με ό,τι μπορούσε: ελιές, τυρί, σαρδέλες. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει.
Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε. Ο κυρ Χαραλάμπης στεκόταν εκεί, με τα μάτια του να πετάνε σπίθες.
«Τι κάνεις εκεί, μικρή;» βροντοφώναξε.
Η Αθανασία πάγωσε. Το πρόσωπό της χλώμιασε.
«Συγγνώμη… συγγνώμη, κυρ Χαραλάμπη», ψέλλισε. «Θα τα αφήσω όλα πίσω, μη φωνάξεις τη χωροφυλακή…»
Ο μπακάλης την πλησίασε. Το πρόσωπό του ήταν μια μάσκα θυμού και απογοήτευσης.
«Μη μιλάς», της είπε σιγανά, αλλά με μια απειλή που έκοβε σαν μαχαίρι. «Αλλιώς θα σε πάω στη χωροφυλακή!»
Η Αθανασία ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν. Δεν ήξερε τι την περίμενε, αλλά ένα ήταν σίγουρο: ο κόσμος της θα άλλαζε για πάντα.
Εκείνος της κατέβασε τη φούστα, παραμέρισε το εσώρουχό της και μπήκε μέσα της βίαια. Τα πόδια της γέμισαν αίμα, η ψυχή της κομματιάστηκε. Πονούσε και δεν μπορούσε να ζητήσει βοήθεια. Έπειτα την έστειλε στο μπάνιο να καθαριστεί και την έστειλε σπίτι αφού πρώτα την χτύπησε με μανία. Την έσυρε από τα μαλλιά έξω και την απείλησε άλλη μια φορά.
Η Αθανασία πήγε σπίτι και έμεινε εκεί μια ολόκληρη εβδομάδα. Στις αδερφές της έλεγε πως ήταν άρρωστη.
Ο κυρ Χαραλάμπης την έψαχνε μέρες. Πήγε στο σπίτι της, στεκόταν στην αυλόπορτα με το κασκέτο του χαμηλωμένο, το πρόσωπο αγριεμένο. Οι αδελφές της Αθανασίας τον κοιτούσαν με καχυποψία.
«Η Αθανασία είναι μέσα;» ρώτησε κοφτά.
Η Μαρία, η μεγαλύτερη, έσφιξε τα χείλη της.
«Είναι άρρωστη. Τι τη θέλετε;»
«Πες της να βγει να μου μιλήσει!» γρύλισε.
Η Μαρία γύρισε μέσα. «Αθανασία, είναι ο κυρ Χαραλάμπης. Θέλει να σε δει. Τι συμβαίνει;»
Η Αθανασία πάγωσε. Τα πόδια της δεν την κρατούσαν. Είχε αποφεύγει να τον συναντήσει εδώ και μέρες, αλλά ήξερε ότι δεν μπορούσε να κρυφτεί άλλο.
«Θα βγω», ψιθύρισε.
Στεκόταν μπροστά του, μικροκαμωμένη, με τα μάτια χαμηλωμένα.
«Πού είσαι; Γιατί δεν έρχεσαι στο μπακάλικο;» της είπε αυστηρά.
«Εγώ… δε θέλω να ξανάρθω, κυρ Χαραλάμπη. Συγχώρα με», ψέλλισε.
Το πρόσωπό του σκλήρυνε.
«Τι είπες, παλιοκλέφτρα;» φώναξε τόσο δυνατά που τα παράθυρα σχεδόν αντήχησαν. «Θα τσακιστείς να έρθεις μαζί μου! Αλλιώς θα μάθουν όλοι τι είσαι! Ότι είσαι μια φτηνή κλέφτρα που κοιμάται μαζί μου για να μην την καταδώσω!»
Η Αθανασία ένιωσε τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια της. Δεν είχε επιλογή. Αναγκάστηκε να τον ακολουθήσει.
Ο Εφιάλτης
Από εκείνη την ημέρα, ο κυρ Χαραλάμπης έγινε ο εφιάλτης της. Την εξανάγκαζε να πηγαίνει στο μπακάλικο σχεδόν καθημερινά. Η κακοποίηση ήταν διαρκής, και η φρίκη της κορυφωνόταν κάθε φορά που το χέρι του τραβούσε βίαια τα ρούχα της. Ακόμα και όταν ήταν αδιάθετη, εκείνος δεν σταματούσε. Το σώμα της πονούσε, αλλά ο πόνος της ψυχής της ήταν μεγαλύτερος.
Ο καιρός πέρασε, και η Αθανασία έμαθε να επιβιώνει σιωπηλά. Τα πάντα άλλαξαν όταν ο ανιψιός του κυρ Χαραλάμπη, ο Μένιος, ήρθε από τη Γερμανία.
Ο Μένιος εμφανίστηκε ένα απόγευμα στο μπακάλικο. Ήταν ψηλός, μελαχρινός, με έντονα μάτια και μουστάκι. Όταν είδε την Αθανασία, ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Ήταν πανέμορφη, με λευκό δέρμα, μακριά ξανθά μαλλιά, και ένα βλέμμα γεμάτο θλίψη.
«Θα έρθω να σε ζητήσω, Αθανασία», της είπε μια μέρα. «Την άλλη Τρίτη φεύγω για Γερμανία. Να παντρευτούμε και να έρθεις μαζί μου.»
Η Αθανασία ένιωσε μια αχτίδα ελπίδας. Ένας γάμος μαζί του θα ήταν η σωτηρία της. Αποδέχτηκε την πρότασή του, και όλα έγιναν γρήγορα. Ο γάμος οργανώθηκε σε δύο μέρες, και την ημέρα του μυστηρίου, ο κυρ Χαραλάμπης δεν έβγαλε λέξη. Στεκόταν στη γωνία, σκυφτός, χωρίς να τολμά να κοιτάξει την Αθανασία ή τον Μένιο στα μάτια.
Το πρώτο βράδυ του γάμου, ο Μένιος κοίταξε την Αθανασία βαθιά στα μάτια. Καθώς η νύχτα προχωρούσε, κατάλαβε ότι δεν ήταν ο πρώτος άντρας που είχε γνωρίσει η γυναίκα του.
«Αθανασία», είπε με σοβαρό ύφος, «είχες άλλον πριν από μένα;»
Η Αθανασία ένιωσε τον λαιμό της να σφίγγεται. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
«Μένιο μου… εγώ… μόνο στο μπακάλικο πάω κι έρχομαι. Πουθενά αλλού…», η φωνή της έσπασε, και ξέσπασε σε ένα σπαρακτικό κλάμα.
Ο Μένιος την αγκάλιασε σφιχτά.
«Πες μου την αλήθεια, καρδιά μου. Μην κλαις. Εγώ είμαι εδώ.»
Και τότε, με τρεμάμενη φωνή, του είπε τα πάντα. Τον πόνο της, την ντροπή της, τη φρίκη που βίωνε τόσα χρόνια. Ο Μένιος την άκουσε σιωπηλά, τα χέρια του τη χάιδευαν απαλά για να την ηρεμήσουν.
Όταν τελείωσε, τα μάτια του ήταν γεμάτα οργή.
«Εκείνος ο αχρείος… ο θείος μου…» είπε μέσα από τα δόντια του.
«Μην κάνεις τίποτα!», τον παρακάλεσε η Αθανασία. «Τελείωσε. Δεν θέλω να ξαναζήσω τίποτα από όλα αυτά!»
Ο Μένιος την κράτησε σφιχτά.
«Τώρα τελείωσαν όλα», της είπε. «Δεν είσαι πια η κλέφτρα. Είσαι η γυναίκα μου. Θα φύγουμε μακριά, και δεν θα σε πειράξει κανείς ξανά. Στο υπόσχομαι.»
Την επόμενη μέρα, ο Μένιος και η Αθανασία έφυγαν για τη Γερμανία. Ο κυρ Χαραλάμπης δεν ξαναείδε ποτέ την Αθανασία, και εκείνη άρχισε επιτέλους να χτίζει μια ζωή γεμάτη αγάπη και ασφάλεια.
Παναγιώτα Τσάμπρα
