Οι κάλτσες – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

Τα πράγματα μεταξύ τους ξεκίνησαν στραβά κι αυτό προμήνυε και τη συνέχεια. Τρώγονταν νυχθημερόν σα το σκύλο με τη γάτα. Απ’ τη μια εκείνη να του κάνει παρατήρηση για τη μουσική που έπαιζε στη διαπασών μέχρι αργά τη νύχτα κι απ’ την άλλη εκείνος να της λέει για τα 3 ξυπνητήρια που χτυπούσαν ταυτόχρονα κάθε πρωί στις 6:30 ακριβώς. Απ’ τη μια εκείνη να του λέει ότι έχει βρωμίσει όλο το σπίτι με τα κουνουπίδια και τα μπρόκολα που βράζει συνεχώς κι απ’ την άλλη εκείνος να της λέει πως έχει βαρεθεί να σκουπίζει ψίχουλα κι αποφάγια απ’ την αυλή απ’ το τραπεζομάντηλό της που το τινάζει μεσημέρι και βράδυ. Απ’ τη μια εκείνη να του φωνάζει που μαρσάρει τη μηχανή του κάτω απ’ το μπαλκόνι της κι απ’ την άλλη εκείνος να της φωνάζει για τα γατιά που τάιζε συνεχώς κι είχαν κάνει κατάληψη στην αυλή…

Άσπρο αυτή, μαύρο αυτός. Μαύρο αυτή, άσπρο αυτός. Ένας διαρκής κι ασταμάτητος πόλεμος, που είχε γίνει πια καθημερινότητά τους, τους τελευταίους 3 μήνες που συγκατοικούσαν. Κανένας δεν έκανε πίσω, κανένας δεν έκανε υποχώρηση κι από ένα σημείο και μετά ήταν εμφανές ότι ο ένας τσιγκλούσε τον άλλον επίτηδες. Μέχρι τα μεσάνυχτα τέρμα τη μουσική εκείνος, 4 ξυπνητήρια το πρωί να χτυπάνε εκείνη. Κι όσες φορές συναντιόνταν τυχαία στην αυλή, γυρνούσε ο ένας επιδεικτικά την πλάτη του στον άλλο.

‘Δεν τον αντέχω άλλο! Το κάνει επίτηδες! Κάθε φορά με κοιτάει ο γελοίος υποτιμητικά! Εντάξει… δεν είμαι ούτε κορμάρα, ούτε γυμνασμένη, αλλά αυτό δεν με κάνει κατώτερή του! Να βράσω και τους κοιλιακούς του και την πλάτη του τόσο αγενής που είναι! Να βράσω και τα μάτια του… αχ τα μάτια του… τι μάτια έχει ο άτιμος! Όχι, όχι Ηρώ! Στο ύψος σου! Είναι αχρείος και βλάκας! Εντάξει… με ματάρες, αλλά βλάκας. Βλάκας με ματάρες!’. Τον εσωτερικό διάλογό της, διέκοψε ο ήχος της πόρτας. ‘Ποιος είναι τέτοια ώρα;’ σκέφτηκε και πήγε ν’ ανοίξει.

-Κυρία Παγώνα;;; ρώτησε με έκπληξη στη φωνή

-Ηρώ μου! Κορίτσι μου! Τι καλά που σε ξαναβλέπω! της είπε η κυρά Παγώνα κι όρμηξε στην αγκαλιά της. Και πριν καλά καλά το καταλάβει η Ηρώ, όρμηξε και στο εσωτερικό του σπιτιού και θρονιάστηκε στον καναπέ.

-Ναι… είπε μόνο η Ηρώ απορημένη και έμεινε να κοιτάει την ξαφνική εισβολή της κυρά Παγώνας απ’ το πουθενά

-Φέρε μου ένα νερό πριν φτιάξεις καφέ Ηρώ μου, γιατί στέγνωσε το στόμα μου! Αντί να με αφήσει εδώ μπροστά το ταξί, με άφησε 3 στενά παρακάτω και περπατούσα τόση ώρα μέσα στον καύσωνα. Δεν αντέχεται αυτή η ζέστη! Κλιματιστικό δεν ανάβεις; Ν’ ανάβεις κορίτσι μου, δεν κάνουμε σ’ αυτά οικονομία! Η δουλειά πώς πάει; Πώς να πάει θα μου πεις, δημόσιος υπάλληλος, μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, το μισθουλάκι μπαίνει. Όχι ότι το υποτιμώ… κάνετε σοβαρή δουλειά κι εσείς, τόσα χρόνια φάγατε στα θρανία για να σπουδάσετε! Κι εγώ κατέβηκα στην Αθήνα να κάνω κάτι εξετάσεις που επέμενε ο γιατρός μου. Είμαι μια χαρά του έλεγα, όχι, θα τις κάνεις έλεγε αυτός. Μη βάλεις πολύ ζάχαρη στον καφέ…

Η Ηρώ ανακάτευε τον ελληνικό στην κουζίνα για την κυρία Παγώνα και την άκουγε να λέει και να λέει και να μη σταματάει. Είχε πάψει ν’ ακούει. Είχε αφήσει το βλέμμα της να περιπλανιέται έξω απ’ το παράθυρο. Και τότε τον είδε! Μ’ ένα μπλε τζιν κι ένα άσπρο κολλητό μπλουζάκι, να μπαίνει στην αυλή κρατώντας μια σακούλα με ψώνια. Άφησε το βλέμμα της να ξεκουραστεί πάνω στο γυμνασμένο στέρνο του, πάνω στους κοιλιακούς του που σχεδόν διαγράφονταν κάτω απ’ τη μπλούζα του, πάνω στο…

-Ο καφές να σε χαρώ! Σου χύθηκε! στρίγγλισε δίπλα της η κυρά Παγώνα

Η Ηρώ σαν να ξύπνησε ξαφνικά, γύρισε και κοίταξε μια την κυρά Παγώνα, μια τον καφέ που ξεχείλιζε με ορμή απ’ το μπρίκι.

-Έλα γούρι, γούρι, λεφτά θα πάρεις! Δεν πειράζει! είπε η κυρά Παγώνα και της άρπαξε το μπρίκι απ’ το χέρι. Άσε, θα φτιάξω μόνη μου ένα καφέ, θα είσαι κουρασμένη… Καλέ, ο Πάνος δεν είναι αυτός; Πάνοοοοο! άρχισε να φωνάζει ανοίγοντας το παράθυρο.

Σάστισε η Ηρώ. Της ήρθε ξαφνικό κι ούτε πρόλαβε να πει κάτι στην κυρά Παγώνα. Αλλά και τι να της πει; Να τη στεναχωρήσει; Φίλος του γιου της ήταν. ‘Τον φωνάζει πάνω, θα τρελαθώ!’ σκέφτηκε μόνο και πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη σκέψη της, τον είδε ν’ ανεβαίνει δυο δυο τα σκαλιά και να κρύβει την κυρά Παγώνα στην αγκαλιά του.

Τον κοιτούσε να την έχει κλείσει μέσα στα χέρια του (τι χέρια Χριστέ μου!). Τον κοιτούσε να της μιλάει (τι οδοντοστοιχία είναι αυτή Παναγία μου!). Τον κοιτούσε να της χαμογελάει (χαμογελάει και κάνει λακκάκια, θα τρελαθώ!).

-Πώς και πώς σε περίμενα κυρά Παγώνα μου! Πόσο μου έλειψες να ήξερες!

-Άστα αυτά βρε απατεώνα! Τόσες φορές σου είπα ν’ ανέβεις στο χωριό να με δεις!

-Αχ μωρέ παραπονιάρα…

Και δώσ’ του φιλιά και δώσ’ του αγκαλιές ο Πάνος με την κυρά Παγώνα και στη μέση η Ηρώ αμίλητη, αμήχανη, μα πάνω απ’ όλα απορημένη. ‘Κοίτα που και γλυκός είναι και χαμογελάει! Μόνο σε μένα είναι στρίγγλος!’. Τις σκέψεις της διέκοψε η φωνή της κυρά Παγώνας.

-Βρε Ηρώ μου, δεν ακούς; Δε βάζεις κανένα κρασάκι να το βρέξουμε λίγο; Έχω φέρει ένα κόκκινο απ’ το χωριό, άλλο πράγμα! Να, εκεί, στη μπλε σακούλα το έχω!

Το βλέμμα της έπεσε πάνω στον Πάνο που την κοιτούσε ειρωνικά, έχοντας σηκώσει το αριστερό του φρύδι. Έσμιξε τα μάτια της και προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία της.

-Πολύ ευχαρίστως κυρία Παγώνα μου. Να πιούμε κρασάκι, αλλά τι κρίμα, ο Πάνος δεν πίνει, αθλείται! είπε η Ηρώ και ανταπέδωσε το όλο ειρωνεία βλέμμα στον Πάνο

-Ε πώς; Ένα ποτηράκι θα το πιεί! 

-Κυρά Παγώνα σ’ ευχαριστώ, αλλά δεν πίνω καθόλου αλκοόλ…

-Εντάξει Πάνο μου, ένα καφέ τότε, κάτι να σε κεράσουμε! επέμεινε η κυρά Παγώνα, ξεχνώντας εντελώς πως δεν ήταν εκείνη η οικοδέσποινα του σπιτιού

-Ούτε καφέ πίνει ο Πάνος μας κυρία Παγώνα! Αντί καφέ, κάνει 200 κοιλιακούς κάθε πρωί! Έτσι ξυπνάει! είπε χαμογελαστή η Ηρώ, αλλά το βλέμμα της έσταζε ειρωνεία και ήταν κολλημένο σ’ αυτό του Πάνου

-Ούτε αλκοόλ, ούτε καφέ, ούτε ζάχαρη, αλλά μην φοβάσαι κυρά Παγώνα, η Ηρώ μας από εδώ καταναλώνει απ’ όλα αυτά και για μένα! είπε ο Πάνος κοιτώντας την Ηρώ στα μάτια μ’ ένα ελαφρύ μειδίαμα

-Μα πόσα ξέρετε ο ένας για τον άλλον! Το ήξερα ότι θα τα πηγαίνατε καλά εσείς οι δυο! είπε η κυρά Παγώνα χαμογελαστή κι έπιασε το χέρι της Ηρώς ενώ ήταν ακόμη κλεισμένη στην αγκαλιά του Πάνου

Τα βλέμματα των δύο νέων ενώθηκαν και πετούσαν σπίθες. Παρότι η αντιπάθεια του ενός για τον άλλον δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη, η κυρά Παγώνα έδειχνε να μην είχε πάρει χαμπάρι απολύτως τίποτα.

Τις τρεις μέρες που έμεινε η κυρά Παγώνα στην Αθήνα, φιλοξενούμενη του Πάνου, κανένας απ’ τους δυο δεν προσπάθησε να ρίξει λάδι στη φωτιά. Δεν παρίσταναν τους φίλους, αλλά τουλάχιστον δεν τσιγκλούσαν ο ένας τον άλλον. Η κυρά Παγώνα απ’ την άλλη, έδειχνε να μην είχε καταλάβει το παραμικρό, φερόταν σαν να πίστευε πως οι δυο τους έχουν μια ιδανική γειτονική σχέση.

Τη μέρα που θα έφευγε, σηκώθηκε πολύ νωρίς, ετοίμασε τα πράγματά της και περπατώντας στις μύτες των ποδιών της βγήκε απ’ το σπίτι του Πάνου κι ανέβηκε στης Ηρώς. Ήταν δεν ήταν 7 το πρωί όταν χτύπησε την πόρτα της κι η Ηρώ άνοιξε ξαφνιασμένη, μιας και δεν περίμενε επισκέψεις αξημέρωτα.

-Δεν ντύθηκες ακόμη κοκόνα μου; είπε αντί καλημέρας και μπούκαρε στο σπίτι

-Έχω μισή ώρα ακόμη μέχρι να φύγω, βάφτηκα και πίνω τον καφέ μου και…

-Θα τον φτιάξω μόνη μου μη σε καθυστερώ! τη διέκοψε και έφυγε σχεδόν τρέχοντας για την κουζίνα

Η Ηρώ αναστέναξε και πήγε στην κρεβατοκάμαρα να ντυθεί. Όταν επέστρεψε στην κουζίνα, βρήκε την κυρά Παγώνα να ρουφάει τον ελληνικό της και να κρατάει στα χέρια της κι ένα αναμμένο τσιγάρο.

-Μπάφιασα στο σπίτι του Πανούλη. Επιτέλους να πιώ έναν καφέ με το τσιγαράκι μου! 

-Μα ο γιατρός δεν είπε…

-Πφφφ και τι ξέρουν οι γιατροί νομίζεις; Τι θα μου κάνει ένα τσιγαράκι με τον καφέ; Όλα καλά μου τα βρήκε εξάλλου! Λίγο να προσέχω τα γλυκά μόνο. Αλλά τρεις μέρες τι άλλο κάνω; Μ’ έχει ταράξει στις αγκινάρες και τα μαρούλια ο Πανούλης! Να προσέχω και να προσέχω μου λέει συνέχεια! 

-Σ’ αγαπάει πολύ φαίνεται…

-Ο Πάνος; Ο Πάνος είναι χρυσό παιδί! Μέσα στο σπίτι μου μεγάλωσε! Κολλητοί με τον Ανδρέα μου από μωρά. Στο διπλανό σπίτι έμενε με τους γονείς και την αδερφή του. Δημοτικό πήγαινε όταν έχασε τον πατέρα του και πολύ τους είχαμε πονέσει σαν οικογένεια! Δυο δουλειές έκανε η μάνα του για να τους μεγαλώσει και πάντα έψαχνα τρόπους να τον έχω κι αυτόν και την αδερφή του από κοντά. Δύσκολο πράγμα τα παιδιά να μεγαλώνουν με έναν γονιό, πόσο μάλλον αν είναι αναγκασμένος να δουλεύει συνέχεια. Κι επικίνδυνο να ξεστρατίσουν. Βέβαια ήταν άξια γυναίκα η μάνα του και όλα πήγαν καλά στο τέλος. Χρυσά παιδιά και τα δυο. Η αδερφή του ζει στο Παρίσι από χρόνια. Σχεδιάζει ρούχα δίπλα σ’ έναν μεγάλο μόδιστρο! Κι ο Πανούλης άξιο παιδί! Μόνος του το έφτιαξε το γυμναστήριο! Δούλεψε πολύ και τα κατάφερε! Μόνο που είναι μοναχός του ο δόλιος… είχε βέβαια μια σχέση σοβαρή τάχα μου… την είχε φέρει να μου τη γνωρίσει κιόλας. Την είχα κόψει εγώ απ’ την αρχή! Λούσα και χορό, μην πω και τίποτ’ άλλο, Θέε μου σχώρα με. Εσύ πρέπει να βρεις μια σοβαρή κοπέλα, για σπίτι, του έλεγα. Είναι καλή, μου έλεγε αυτός. Και στα καλάθια δεν χωρούσε η λεγάμενη! Τον παράτησε μια ωραία πρωία για έναν λεφτά, 20 χρόνια μεγαλύτερό της η άτιμη! Δεν το έλεγε, αλλά για καιρό ήταν χάλια ο καημένος, το ήξερα εγώ, το καταλάβαινα, μα τώρα πια τον βλέπω καλά! Του είπα τις προάλλες να βρει κι αυτός μια καλή κοπέλα, έφτασε ο καιρός του πια, σαρανταρίζει σε λίγο και μου τα μασούσε… Φαίνεται πως κάτι υπάρχει στον ορίζοντα! Άκουσα και κάτι περίεργα τηλεφωνήματα και κάτι κρυφογελάκια… Αν είναι το τυχερό του… το βλέμμα της κυρά Παγώνας κάρφωνε αυτό της Ηρώς, που στο άκουσμα των τελευταίων φράσεων έδειχνε να έχει σκοτεινιάσει

-Ναι… είπε μόνο η Ηρώ και κοίταξε το ρολόι της. Κυρά Παγώνα μου πρέπει να φύγω, θ’ αργήσω στη δουλειά!

-Ναι κορίτσι μου, να πας. Φεύγω κι εγώ, να πάω να ξυπνήσω τον Πάνο να με πετάξει μέχρι το σταθμό των λεωφορείων. Έλα να σε φιλήσω! Δεν ξέρεις πόσο χάρηκα που σε είδα και πόσο χάρηκα που φροντίζεις τόσο το σπίτι! Μια χάρη μόνο θέλω να σου ζητήσω, επειδή είσαι σοβαρό κορίτσι… Έχε τον Πανούλη στο νου σου! Ένα φαΐ να του κάνεις καμιά φορά, καμιά κάλτσα να του μαντάρεις… ξέρεις εσύ! και χωρίς να περιμένει απάντηση φίλησε την Ηρώ σταυρωτά και έφυγε από το σπίτι

‘Να του μαντάρει τις κάλτσες αυτή που υπάρχει στον ορίζοντα!’ είπε φωναχτά η Ηρώ όταν άκουσε την εξώπορτα του σπιτιού της να κλείνει.

Κική Γιοβανοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Οι κάλτσες – Μέρος 2ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading