Χανιά, 1895
Μόλις είχε μπει η άνοιξη του 1895 και το σπίτι του Αχμέτ γέμισε με ευτυχία και χαρά όταν ήρθε στον κόσμο ο μονάκριβος γιος του, ο Αμπντούλ. Χρόνια προσπαθούσε η γυναίκα του, η Γκιούλ, για ένα παιδί. Και πού δεν είχε πάει για να χαρίσει κι αυτή τον πολυπόθητο γιο στον άντρα της που την αγαπούσε πολύ. Τι σε γιάτρισσες, τι σε γυρολόγους, πόσα βότανα έβρασε και ήπιε, πόσες προσευχές και τάματα δεν έκανε… Στο τέλος κατέφυγε στην εκκλησία των χριστιανών, αφιερωμένη στην Παναγία, ύστερα από τις συμβουλές και τις προτροπές μίας από τις υπηρέτριές της που ήταν χριστιανή.
“Εκεί να πας κυρά μου και να δεις η Παναγία που ακούει όλες τις γυναίκες, θα κάνει το θαύμα της, να χαρεί ο αφέντης και να γελάσει και σένα το χειλάκι σου!” της είπε με την γλυκιά φωνή της η Λενιώ.
Και ένα πρωινό, πριν βγει ο ήλιος, κάλυψε το πρόσωπό της με την μακριά μαντήλα, να μην φαίνεται ίχνος από τα χαρακτηριστικά της και δειλά δειλά ξεκίνησε για την εκκλησιά, πριν ξυπνήσουν οι χωρικοί και αρχίσουν τις κουβέντες. Δίπλα της η Λενιώ, να την εμψυχώνει και να της δίνει θάρρος. Πώς θα έμπαινε στον ναό των χριστιανών, αναρωτιόταν η Γκιούλ, αλλά η επιθυμία της ήταν τόσο έντονη, που τις έδιωξε κάθε δισταγμό. Πρώτα μπήκε η Λενιώ, με μεγάλο σεβασμό πήρε δύο κεριά, κράτησε το ένα και το άλλο το πρόσφερε στην κυρά της.
“Κυρά μου, στάσου μπροστά στο εικόνισμά Της και παρακάλεσέ Την για ό,τι θες και θα δεις, δεν θα σου χαλάσει χατίρι” είπε η κοπέλα χαμηλόφωνα. Έτσι έκανε η μελαχρινή γυναίκα και έπεσε στα γόνατα και άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
“Σε παρακαλώ Κυρία, χάρισέ μου έναν γιο, να χαρεί και ο άντρας μου κι εγώ θα προσέχω και θα βοηθώ όποια χριστιανή κοπέλα μου ζητήσει βοήθεια για χάρη Σου”. Με αυτές τις λέξεις ήταν σαν να έκανε μία συμφωνία με την Παναγία. Και Εκείνη δεν της χάλασε το χατίρι.
Σε λίγο καιρό η Γκιούλ έμεινε έγκυος. Δεν το πίστευε ούτε η ίδια και ο άντρας της το ίδιο, είχε απελπιστεί και αυτός τόσα χρόνια, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να την διώξει, γιατί την αγαπούσε πολύ. Έτσι την επόμενη άνοιξη ήρθε στον κόσμο ένα γερό, όμορφο, μελαχρινό μωρό που ήταν και αρσενικό!
Το ημερολόγιο έδειχνε 21 Μαρτίου, που η μέρα και η νύχτα έχουν την ίδια διάρκεια και σύμφωνα με τους μουσουλμάνους τα παιδιά που γεννιούνται εκείνη την ημέρα είναι δύο φορές καλότυχα! Εκείνη η μέρα έμεινε χαραγμένη στις μνήμες όλων, γιατί ο Αχμέτ δόξαζε το όνομα του Αλλάχ για μέρες (εξάλλου το όνομά του αυτό σημαίνει), ώρες αμέτρητες στο τζαμί να τον ευχαριστήσει και μετά γλέντι στο σπίτι, κεράσματα σε όλους, οργανοπαίχτες έπαιζαν χαρούμενα τραγούδια και η Γκιούλ πια χαρούμενη και ευτυχισμένη όσο ποτέ. Το όνομα του μωρού Αμπντούλ, που σημαίνει ‘ο άνθρωπος του Θεού’!
Τα χρόνια πέρασαν και γίνανε σεντόνι που ξετυλίγεται αέρινα και σκεπάζει τα κορμιά απαλά ακόμη και τις κρύες νύχτες. Ο μικρός μεγάλωνε μέσα στα πούπουλα, με απεριόριστη στοργή και αγάπη και από τους δύο γονείς. Στο μεγάλωμά του έπαιξε ρόλο ο μουφτής των Χανίων, ένας φιλειρηνικός άνθρωπος, αλλά και οι φίλοι του με τους οποίους έκανε πολύ παρέα, ειδικά στην περίοδο της εφηβείας. Του άρεσε πολύ η κρητική μουσική και κοντά στους οργανοπαίχτες της περιοχής του, μυήθηκε γρήγορα στις μαντινάδες.
‘Τι περίεργος τόπος είναι αυτός;’ αναρωτιόταν πολλές φορές και ρώταγε τον πατέρα του για το πώς βρέθηκε η οικογένειά του σε αυτό το νησί. Η ιστορία ξεκίνησε από την Αίγυπτο πριν έναν αιώνα, έμποροι ήταν οι πρόγονοί του που ήθελαν να μεγαλώσουν τις επιχειρήσεις τους σε έναν τόπο όπως τα Χανιά. Το λιμάνι συνέβαλε στην ανάπτυξη και την πρόοδό τους και σε λίγα χρόνια έγιναν από τους πρώτους της περιοχής. Σιγά σιγά αγάπησαν το μέρος και μιλούσαν τα κρητικά, άκουγαν την κρητική μουσική, ευτυχώς διέφεραν από τους υπόλοιπους τους συναφιού τους. Ίσως γιατί και στην Αίγυπτο το ελληνικό στοιχείο δεν είχε χαθεί και είχαν πάρει ένα μέρος από ελληνική μόρφωση, ίσως γιατί ήταν ανοιχτόμυαλοι, ίσως γιατί ήταν καλοπροαίρετοι άνθρωποι και ζούσαν με τον Φόβο Θεού, ανεξαρτήτως ονόματος.
Το σπίτι που μεγάλωσε ο Αμπντούλ βρισκόταν μέσα στο κάστρο των Χανίων, στην μουσουλμανική συνοικία, πολύ κοντά στο λιμάνι και έπιανε μεγάλη έκταση, με την σιδερένια πόρτα που ξεχώριζε για τα περίτεχνα σκαλίσματά της, ήταν ξύλινο και δίπατο, με πατώματα ξύλινα και με πολλά δωμάτια. Τα κελάρια γεμάτα ήταν πάντα και η Γκιούλ ήταν τρισευτυχισμένη με την οικογένεια που ονειρευόταν από μικρή . Σε ένα τέτοιο περιβάλλον μεγάλωνε το παλικάρι της, μέχρι που έγινε άντρας σωστός.
Ο Αμπντούλ ξεχώριζε για την ομορφιά του, την κορμοστασιά του, τα μαύρα σγουρά μαλλιά του, την πλούσια γενειάδα του και το βλέμμα που πέταγε σπίθες. Ό,τι και να έκανε, το έφερνε εις πέρας με επιτυχία και ο πατέρας του τον έπαιρνε μαζί του από μικρό για να μαθαίνει την δουλειά του εμπόρου. Λάδι εμπορευόταν ο Αχμέτ και μάλιστα της καλύτερης ποιότητας, από τα δικά του τα χωράφια, αλλά και πολλές φορές από των χριστιανών που κατοικούσαν στα περίχωρα. Εκείνοι τον προτιμούσαν στις εμπορικές συναλλαγές γιατί ήταν ο πιο δίκαιος από τους υπόλοιπους του συναφιού του και δεν τους έριχνε στα παζάρια. Έτσι στο πρόσωπό του έβλεπαν τον σωτήρα τους σε περιόδους μεγάλης ανέχειας. Ειδικά η γυναίκα του βοηθούσε πολλές φορές τις νεαρές χριστιανές που τις κυνηγούσαν οι μουσουλμάνοι και έδινε λύσεις χωρίς να γίνεται αντιληπτή. Πάντα έβαζε μπροστά την Λενιώ για να μην φαίνεται η συμπάθειά της προς αυτές, έτσι με αυτόν το τρόπο ξεπλήρωνε το τάμα της στην Παναγία.
Η Μαρία, η κόρη του παπά, που λειτουργούσε στην Παναγία των Εισοδίων στο κέντρο των Χανίων, ξεκίνησε ένα πρωινό του Νοεμβρίου, μόλις είχαν αρχίσει τα πρώτα κρύα, για να πάει να ανάψει τα καντήλια. Κάθε χρόνο πήγαινε, από παιδούλα που ήταν, μαζί με την μάνα της και την γιαγιά της. Και τώρα που μεγάλωσε πήγαινε μόνη της πρωί πρωί, γιατί πλησίαζε και η γιορτή της και δεν ήθελε να μένουν τα καντήλια σβηστά.
Ήταν η μοναχοκόρη του παπά και το καμάρι όχι μόνο της οικογένειάς της, αλλά και της χριστιανικής κοινότητας. Ό πατέρας της πίστευε ότι μέσα από τα γράμματα και την μόρφωση θα αποκατασταθεί η ισορροπία μεταξύ λαών τόσων διαφορετικών, ότι τα όπλα και οι επαναστάσεις δεν επαρκούν. Χρειαζόταν μέθοδο και οργάνωση για την απελευθέρωσή τους από τον τουρκικό ζυγό, έτσι φρόντισε για την μόρφωση της κόρης του κι ας ήταν γυναίκα. Ακόμη καλύτερα, έλεγε, να γίνει η πιο γενναία και έξυπνη γυναίκα της πόλης. Μα η Μαρία ήταν και θεοσεβούμενη και πρώτα έβαζε τον Θεό πάνω από όλα και όλους.
Εκείνο το πρωινό πηγαίνοντας για την εκκλησία έπεσε πάνω σε έναν νεαρό έφιππο που έβγαινε βιαστικά από ένα στενό. Ευτυχώς εκείνος αντέδρασε αμέσως και δεν έπεσε πάνω στην κοπέλα, με το αποτέλεσμα να πέσει εκείνος κάτω. Η Μαρία δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, αλλά σε δευτερόλεπτα κίνησε να τον βοηθήσει, προσφέροντας το χέρι της στο δικό του. Εκείνος το έπιασε ενστικτωδώς κοιτώντας την στα μάτια. Μόνο αυτά φαίνονταν από τα χαρακτηριστικά της, πίστεψε ότι ήταν μουσουλμάνα, για αυτό την ευχαρίστησε στα τουρκικά “Tesekkurler”. Εκείνη φυσικά κατάλαβε το νόημα και απάντησε στα ελληνικά “παρακαλώ” και έφυγε τρέχοντας προς την εκκλησία.
Την παρακολούθησε με τα μάτια καρφωμένα επάνω της και καβάλησε το άλογό του με προορισμό το λιμάνι. Περίμενε την άφιξη ενός καραβιού που ερχόταν από την Αλεξάνδρεια για να φορτώσει εμπορεύματα και ήθελε να μιλήσει με τον καπετάνιο για τα δικά του λάδια που θα τα έστελνε στην Ευρώπη. Όμως το μυαλό του ήταν καρφωμένο στην άγνωστη κοπέλα. Μα τι απαλά χέρια ήταν αυτά! Τι μάτια! Ο νους του ζαλισμένος από την ομορφιά της, δεν τον άφησε να συγκεντρωθεί στις διαπραγματεύσεις με τον καπετάνιο, που για καλή του τύχη θα παρέμενε στο λιμάνι για λίγες μέρες.
Το επόμενο πρωινό περίμενε πεζός στο ίδιο σημείο, μήπως και συναντήσει την “σωτήρα” του και να που φάνηκε πρωί πρωί πριν την ανατολή του ήλιου. Την παρακολούθησε διακριτικά και όταν αυτή βγήκε από την εκκλησία, της μίλησε με κρητική προφορά.
“Καλημέρα κοπελιά, βλέπω πάλι εδώ τριγυρνάς. Δεν φοβάσαι που κυκλοφορείς μονάχη σου;” την ρώτησε, καρφώνοντάς την στα μάτια.
Εκείνη όμως είχε μάθει να κοιτάει τον άλλο κατάματα και να μην φοβάται κι ας είναι τουρκοκρητικός.
“Όχι, δεν σκιάζομαι εγώ!” του απάντησε χωρίς φόβο.
Αυτή η απάντηση του κίνησε περισσότερο το ενδιαφέρον, πώς μια κοπέλα έχει το θάρρος να μιλάει έτσι! Καμία γυναίκα από το σινάφι του δεν θα το τολμούσε!
Η συνάντησή τους εκείνο το πρωινό ήταν η αρχή για μία σχέση πολύ ιδιαίτερη και μοναδική, γιατί η Μαρία εκτός από την ομορφιά της, γοήτευσε τον νεαρό Αμπντούλ με τις γνώσεις της πάνω σε πολλά θέματα. Τα πρωινά πριν βγει ο ήλιος καλά καλά, οι δύο νέοι συναντιόταν στα σοκάκια της πόλης και πήγαιναν προς το κάστρο μιλώντας για τους δύο λαούς που πολύ συχνά έρχονταν στα μαχαίρια, για τις κακουχίες και την φτώχια των κρητικών, για την θέση της γυναίκας στην οικογένεια και από τις δύο πλευρές και πολλές φορές η Μαρία του έδινε συμβουλές πάνω στο εμπόριο . Ο Αμπντούλ την είχε ερωτευτεί τόσο πολύ και βαθιά, που έγραψε πολλές μαντινάδες για να βγάλει τον σεβντά του από μέσα του. Να ήταν δυνατό ο άνεμος να πάρει τα λόγια του και τα στείλει στην αγαπημένη του να την χαϊδεύουν ολημερίς και ολονυχτίς…
“Αγάπη είναι ν’ αγαπάς κι όταν το λες θα νιώσεις ένα κομμάτι στην καρδιά που θες αλλού να δώσεις…”
Κι εκείνη όμως την γοήτευε η κορμοστασιά του και το μυαλό του, δεν έμοιαζε με τους άλλους τουρκοκρητικούς που με άγριο τρόπο τρομοκρατούσαν τον ντόπιο πληθυσμό και κυρίως τις νεαρές κοπέλες. Μα εκείνα τα λόγια του, πόσο την συγκινούσαν στην καρδιά την λαβωμένη από έρωτα!
Ένα ανοιξιάτικο πρωινό, εκεί που μόλις λιώνουν τα χιόνια και ανθίζουν τα πρώτα λουλούδια στου κήπους, εκεί κάτω από το κάστρο στάθηκαν αντικριστά και έδωσαν το πρώτο φιλί, τόσο απαλό και γλυκό, σαν τα τριαντάφυλλα που τα φέρνεις στα χείλη για να τα μυρίσεις καλύτερα. Εκεί αγκαλιάστηκαν σφικτά και οι δύο τους ρίγησαν από συγκίνηση. Τότε ο Αμπντούλ χάραξε με το μαχαίρι του τα αρχικά τους σε μία γωνιά διακριτικά στα ελληνικά και στα περσικά. Να μην σταματήσει ο έρωτάς τους ποτέ, να μην ξεχαστεί, αλλά να παραμείνει ζωντανός μέσα από τους στίχους, την μουσική, τα γράμματα στους τοίχους.
Η φλόγα δεν έσβηνε, αντίθετα γιγάντευε και ένα πρωινό εκεί κάτω από μία απόμερη μεριά του κάστρου, μέσα στα σκοτάδια, ο Αμπντούλ και η Μαρία έγιναν ένα. Του παραδόθηκε χωρίς κανέναν ενδοιασμό και φόβο και ένιωσαν και οι δύο τους την μεγαλύτερη δύναμη ζωής!
“Ήθελα να ΄σαι ουρανός κι εγώ δικό σου αστέρι, να με κρατάς στην αγκαλιά παντοτινό σου ταίρι”. Αυτά και άλλα τόσα της ψιθύριζε στο αυτί κάθε φορά που την συναντούσε εκεί στα κρυφά και στα σκοτεινά.
Ο Αμπντούλ της πρότεινε να παντρευτούν, δεν μπορούσε να συνεχίσει την ζωή του μακριά της. Ήθελε να βλέπει τα μάτια της μέσα στα δικά του, να την κρατάει αγκαλιά όλη την νύχτα. Και η Μαρία το ίδιο επιθυμούσε, μόνο που ήταν χριστιανή. Πώς θα γινόταν ένας τέτοιος γάμος, τι θα έλεγε στον πατέρα της που αγαπούσε τόσο πολύ και ήταν και ιερέας; Όχι, δεν θα πρόδιδε την θρησκεία της, όσο κι αν τον αγαπούσε.
Προσπάθησε να του εξηγήσει την θέση της κι εκείνος της πρότεινε να κλεφτούν, να πάνε στην άλλη άκρη της Κρήτης άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Μέχρι και στην Ευρώπη θα μπορούσαν να πάνε, θα έφευγε από το νησί, από την οικογένειά του, θα έκανε τα πάντα για εκείνη. Μάταια προσπαθούσαν να βρουν λύση, η οποία ήρθε από μόνη της.
Βρισκόμαστε στα 1923 , έχουν έρθει τα πάνω κάτω, η συνθήκη της Λωζάνης έφερε την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα βασισμένη στην θρησκευτική ταυτότητα και αφορούσε σχεδόν όλους τους γηγενείς ορθόδοξους χριστιανικούς πληθυσμούς της Τουρκίας, καθώς και τους περισσότερους γηγενείς μουσουλμάνους της Ελλάδας και μέσα σε αυτούς ήταν και οι Τουρκοκρητικοί. Κεραυνός έπεσε στην κοινότητα των Χανίων, σε όλο το νησί και φυσικά και στην οικογένεια του Αχμέτ, που μέσα σε λίγες μέρες έπρεπε να μαζέψει ό,τι μπορούσε από το βιός του και να φύγει για τα παράλια της Μικράς Ασίας.
Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψει κανείς τον αβάστακτο πόνο των δύο ψυχών.
“Θα σου μηνύσω να έρθεις, ακούς; Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα! Κι αν δεν έρθεις εσύ, θα γυρίσω πίσω να σε πάρω!” αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Αμπντούλ που βγήκαν από το στόμα του.
Η Μαρία έπεσε στο κρεβάτι και μαράζωνε κάθε μέρα. Πώς να ξεχάσει αυτόν τον άντρα που την αγάπησε τόσο βαθιά και ειλικρινά κι ας ήταν αλλόθρησκος…
Και τα χρόνια πέρασαν, ο Αμπντούλ δεν φάνηκε, αλλά η αγάπη τους δεν έσβησε ποτέ. Πολλές φορές τον ονειρευόταν ότι ήρθε πάνω στο άλογο όπως τότε που συναντήθηκαν την πρώτη φορά εκείνο το κρύο πρωινό του Νοέμβρη.
Κανείς τους δεν παντρεύτηκε και η Μαρία πλησιάζοντας στο τέλος της ζωής της, ζήτησε από την ανιψιά της να καταγράψει την ιστορία της σε ένα παλιό τετράδιο και να το κρύψει εκεί στα τείχη του κάστρου κάτω από τα αρχικά τους.
Από τότε μέχρι σήμερα, σαν από συνήθεια, σαν από μία περίεργη παρόρμηση, σαν και αυτή που παρασύρει δύο ανθρώπους να ερωτευτούν και να ορκιστούν αιώνια αγάπη, όταν ήθελαν να σφραγίζουν τον έρωτά τους, σκάλιζαν τα αρχικά τους στο ίδιο σημείο του κάστρου και ο τοίχος γέμισε από γράμματα.
Ένα πρωινό του Νοέμβρη, εκεί κοντά στην γιορτής της Παναγίας, ένα ζευγάρι, ο Άγγελος και η Μυρτώ, σκαλίζοντας τα αρχικά τους και αυτοί, έσκαψαν πιο βαθιά και βρήκαν το τετράδιο. Κάθισαν στα βράχια εκεί στο λιμάνι και διάβασαν προσεκτικά την ιστορία, δάκρυσαν και ορκίστηκαν αιώνια αγάπη. Να μην χωρίσουν ποτέ!
Από τότε ο Αμπντούλ και η Μαρία πέρασαν στην ιστορία όπως ο Ρωμαίος και η Ιουλλιέτα και έφτασε στα αυτιά του τραγωδοποιού με την βαθιά φωνή, δίνοντάς του την έμπνευση να γράψει το θεσπέσιο τραγούδι με τους στίχους που σε ταξιδεύουν… “Στο κάστρο το παλιό, σε κάποιο τοίχο σου είχα γράψει σ’ αγαπώ… είμαι εδώ και είσαι εκεί, εγώ στην Δύση κι εσύ στην Ανατολή, είμαστε στίχοι που δεν χώρεσαν μαζί στην μουσική… Κουράγιο πού να βρω να ξαναγγίξω το κορμί σου το γλυκό, της ομορφιάς το χάρισμα… στο κάστρο το παλιό σου είχα γράψει σ’ αγαπώ… το πιο γλυκό μου μήνυμα!”.
Δήμητρα Καμπόλη
