Το άρθρο

Τα μάτια του πήγαιναν με αστραπιαία ταχύτητα δεξιά και αριστερά. Ρουφούσε τις λέξεις που ξεπετάγονταν μπροστά του. Τον παρατηρούσα με τα χέρια στο στόμα. Αγωνία. Αυτό ένιωθα, αλλά δεν ήξερα τον λόγο. Το είχαμε κάνει αυτό οι δυο μας ένα εκατομμύριο φορές! Εγώ έγραφα και αυτός διάβαζε. Εγώ περίμενα και εκείνος σχολίαζε. Εγώ τον έβριζα και εκείνος γελούσε. Κάπως έτσι κυλούσαν τα πράγματα.

Σταμάτησε να διαβάζει. «Ωχ! Τι έπαθες;»
Σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε κατάματα. Μου κόπηκαν τα πόδια. Κατέβασε ξανά το κεφάλι και κοίταξε το τετράδιο μπροστά του. Δεν μιλούσε.
«Μπορείς να μου πεις;». Καμία απάντηση. Με ξανακοίταξε στα μάτια. Μου ξανακόπηκαν τα πόδια.

«ΡΕ ΒΑΣΙΛΗ, ΛΕΓΕ! ΜΕ ΕΚΝΕΥΡΙΖΕΙΣ!»
«Καλό!»
«Καλό; Αυτό έχεις να πεις μόνο;»
«Ναι… Καλό…»
«Αλλάάάά;;;;;;»
«Αλλά… Θαδδαίος; Τι Θαδδαίος; Ποιος Θαδδαίος; Πού το σκέφτηκες αυτό το όνομα;»

Τον κοιτούσα με ανοιχτό το στόμα. «Συγγνώμη… στο όνομα κόλλησες;»
«Είναι όνομα τώρα αυτό για πρωταγωνιστή; Θες να με τρελάνεις; Αρχικά, ποιος βγάζει το παιδί του Θαδδαίο;»
«Βασίλη, με δουλεύεις έτσι; Ολόκληρο κείμενο 1500 λέξεις. Ρομαντικό. Κλαψοτέτοιο και εσύ κόλλησες στο όνομα;»
«Καλά, εντάξει! Δεν πας πουθενά με αυτό το όνομα να ξέρεις!»
«Εντάξει! Με δουλεύεις! Δεν εξηγείται διαφορετικά!»
«Μα είναι δυνατόν να κάνεις πρωταγωνιστή… πρωταγωνιστή (!) κάποιον με αυτό το όνομα; Δηλαδή ποια αναγνώστριά σου θα ταυτιστεί;».

Είχα μείνει ακίνητη και τον κοιτούσα με το στόμα ανοιχτό.
Όχι επειδή είναι ωραίος -που είναι ωραίος!- αλλά επειδή αυτός ο άντρας με πήγαινε 0-100 σε δευτερόλεπτα.

«Ωραία! Αν εξαιρέσουμε το όνομα;», ρώτησα με την ελπίδα ότι μπορεί να άκουγα και κανέναν καλό λόγο.

Δεν απάντησε. Έβγαλε το φούτερ του χαζεύοντας έξω από το παράθυρο και έτριψε τον λαιμό του. Είχα μερικά δευτερόλεπτα να τον παρατηρήσω. Μου άρεσε πολύ ο λαιμός του. Βασικά όχι. Μου άρεσε πολύ ο τρόπος που έπιανε τον λαιμό του. Μια τόσο φυσική κίνηση μπορούσε να μου πάρει το μυαλό. Μια τόσο φυσική κίνηση μπορούσε να με κάν..

«Και όχι μόνο τον έκανες πρωταγωνιστή! Τον έκανες και αλήτη! Θαδδαίος και αλήτης. Γελάω!».

Συνέχισα να τον κοιτάω με ανοιχτό το στόμα… «Και τι ήθελες να γράψω, Βασίλη μου; Ε;»
«Ααααα! Έχω πολλές ιδέες, αλλά σιγά μην εκτιμηθούν!»
«Για να τις ακούσω!»
«Θα μπορούσες να γράψεις για έναν τύπο. Νέος. Πολύ ωραίος. Ψηλός και γεροδεμένος με μπούκλες. Να δουλεύει νύχτα, να πhδ@ει ό,τι κινείται, αλλά να είναι και το καλό παιδί!»
«Μήπως να τον ονομάσω και ‘Βασίλη’;»
«Γιατί ρε; Τι έχει το όνομά μου;»
«Τίποτα δεν έχει! Τίποτα! Και για πες… Τι θα κάνει αυτός ο νέος ήρωας;»
«Τι εννοείς;». Έτριψε πάλι τον λαιμό του. Σαν να στέγνωσε λίγο το στόμα μου.
«Ο… ο πρωταγωνιστής στα κείμενα πρέπει να έχει κάτι να δώσει. Πρέπει να έχουμε ένα θέμα που να κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Να έχει κάτι…»
«Ναι και εσύ διάλεξες τον Θαδδαίο!».

Του πέταξα ένα μαξιλάρι από τον καναπέ γελώντας και το άρπαξε με αστραπιαία ταχύτητα στον αέρα. Ε βέβαια με αυτά τα χέρια… Αυτά τα δάχτυλα… Αυτούς τους πήχεις… Αυτά τα… (Καλέ, τι έπαθα; Έλα κορίτσι μου! Συγκεντρώσου!).

«Θαδδαίος! Ό,τι χειρότερο!», είπε και σωριάστηκε στον καναπέ.
Εκείνος σε φάση χαλάρωσης και εγώ σε αναμμένα κάρβουνα.
Να προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι συμβαίνει τόσο μέσα στο κεφάλι μου, όσο και μέσα στο σπίτι μου.

«Θα φάμε;», με ρώτησε.
«Ρε, εδώ καταστρέφεται το κείμενό μου και εσύ με ρωτάς αν θα φάμε; Θα φάμε, αλλά όχι τώρα. Πάντα τρώμε! Σε έχω αφήσει ποτέ νηστικό; Ε; Δεν σε προσέχω; Τι σκ@tα φίλη θα ήμουν αν δεν σε πρόσεχα; Αν δε σε φρόντιζα; Και μάζεψε τα πόδια σου πιο ‘κει!».

Δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Κάτι μου προκαλούσε δυσφορία.
Εκείνος πετάχτηκε όρθιος, ήρθε μπροστά μου, γονάτισε και με έπιασε από τους ώμους. Εγώ ήμουν καθιστή στον καναπέ και εκείνος γονατιστός μπροστά μου και είχαμε το ίδιο ύψος… Ω, Θεέ!

«Εεε! Ηρέμησε! Όλα καλά!»
«Με κοροϊδεύεις! Έχω deadline μέχρι αύριο για το κείμενο και εσύ μου έχεις σκοτώσει τον πρωταγωνιστή!»
«Εσύ το προκάλεσες με το όνομα που του έδωσες!»
«Ρε Βασίληηηη!»
«Έλα εδώ μωρέ!».
Σηκώθηκε όρθιος και με τράβηξε στην αγκαλιά του.
Τύλιξε τα χέρια του γύρω μου και με έσφιξε λίγο παραπάνω απ’ ότι συνήθιζε.

«Άλλαξες άρωμα!», μου είπε ενώ το πηγούνι του ακουμπούσε στο κεφάλι μου. Ασυναίσθητα χαμογέλασα και κούνησα καταφατικά το κεφάλι. Κατάλαβα ότι χαμογελούσε γιατί σφίχτηκαν οι κοιλιακοί του. Ακούμπησα το χέρι μου στο στέρνο του. Είχε τόσο γεροδεμένο κορμί. Ανεπαίσθητα τον χάιδεψα και εκείνος έφερε το χέρι του στον αυχένα μου. Με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα και πετάχτηκα μακριά!

«Λοιπόν, έχουμε να στήσουμε καινούργιο κείμενο μέχρι το πρωί! Θέλω πρωταγωνιστή, πρωταγωνίστρια, υπόθεση και φαγητό!», είπα ενώ απομακρυνόμουν από την αγκαλιά του.
«Με κέρδισες στη λέξη… Φαγητό! Παραγγέλνω!».

Του χαμογέλασα. Ξάπλωσε στον καναπέ, πήρα το λάπτοπ στα χέρια μου και ξεκίνησα να γράφω, ενώ εκείνος έβλεπε σειρά. Πότε πότε του έριχνα ένα βλέφαρο και επειδή είναι γάτος, το αντιλαμβανόταν και μου χαμογελούσε.

Ο ήχος από το κουδούνι με ξεκόλλησε από την οθόνη. Έκλεισα το λάπτοπ, σύρθηκα στο χαλί και έκατσα δίπλα του να φάμε.

«Σου πάνε πολύ τα γυαλιά!»
«Ευχαριστώ!», του είπα και ένιωσα τα μάγουλά μου να κοκκινίζουν.
«Τώρα που τρώμε, μπορείς σε παρακαλώ πολύ να μου λύσεις μια απορία;»
«Λέγε!»
«Γιατί ‘Θαδδαίος’;»
«Δεν έχεις το Θεό σου πια!», του είπα και τον έσπρωξα γελώντας.
«Ο καινούργιος πρωταγωνιστής ποιος είναι;»
«Αυτός που μου είπες… Ο νέος. Ο πολύ ωραίος. Ο Ψηλός και γεροδεμένος με μπούκλες. Να δουλεύει νύχτα, να πhδ@ει ό,τι κινείται, αλλά να είναι και το καλό παιδί!»
«Α, μπα; Και;»
«Ενώ είναι ξεκάθαρες οι προτεραιότητες και οι ρυθμοί της ζωής του, ο ίδιος είναι λίγο περίεργος χαρακτήρας. Δείχνει να έχει βρει την ισορροπία. Ερωτύλος από τους λίγους. Καλοφαγάς, εν μέρει σπιτόγατος και -προς το παρόν!- απλά περνάει καλά!». Έφαγα μια ακόμα μπουκιά από την πίτσα που είχα στα πόδια μου.

«Ενδιαφέρον! Κάποιον μου θυμίζει! Και το στόρυ;», με ρώτησε έχοντας κολλημένο αυτό το ειρωνικό μειδίαμα στη μούρη.
«Μια ερωτική σκηνή θέλω να γράψω! Όχι όμως με κάποια τυχάρπαστη. Μια ερωτική σκηνή με πάθος ρε παιδί μου. Με λίγο κρυφό συναίσθημα. Με ηδονή. Λαγνεία. Φωτιά! Πυρακτωμένα κορμιά… Ανυπάκουες ψυχές… Σώμ… Γιατί με κοιτάς έτσι;».

Ο Βασίλης είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό και με παρατηρούσε κρατώντας το κομμάτι πίτσα στο χέρι μετέωρο.
«Βασίλη; Είσαι καλά;», τον ρώτησα.

«Κα-καλά είμαι… Τι ακριβώς εννοείς με το ‘θέλω να γράψω μια ερωτική σκηνή’; Σω-σώματα πυρακτωμένα και ψυχές αποτέτοιες;»
«Καλέ, σιγά! Κείμενο είναι! Γιατί με κοιτάς έτσι;»

Άφησε την πίτσα στο κουτί και με κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν είχα ξαναδεί ποτέ!

«Τι είναι ρε;», τον ρώτησα γελώντας.
«Και τι θα έγραφες αν μπορούσες να δώσεις όλες τις λεπτομέρειες;»
«Με κοροϊδεύεις έτσι; Αφού έχεις διαβάσει τόσα κείμενά μου. Ξέρεις τις ερωτικές μου σκηνές!»
«Δεν έχει καμία σημασία! Κάθε κείμενο είναι διαφορετικό. Θέλω να την ακούσω. Αφού δικός μου είναι ο πρωταγωνιστής, θέλω να ακούσω τη συνέχεια!».

Απλώθηκε στο χαλί, έγειρε το κορμί του πίσω στον καναπέ και περίμενε με ανυπομονησία τη ροή της ιστορίας. Είχα μείνει κόκκαλο. Το μυαλό μου έτρεχε με ταχύτητα φωτός. Πρώτη φορά μου το ζητούσε αυτό. Κόμπλαρα. Ίσως και να κοκκίνησα, μα το ζήτησε… Δεν γινόταν να το αποφύγω!

Έγειρα το κεφάλι μου στον καναπέ και κοιτώντας το ταβάνι άρχισα να μιλάω….

«Λοιπόν…. Θα τον έβαζα να κάνει σ3ξ με κάποια που ξέρει, για να έχει και λίγο συναίσθημα. Ίσως κάποια φίλη. Έτσι χαλαρά. Σε ένα σπίτι. Ο ένας δίπλα στον άλλον. Αγγίγματα τυχαία για αρχή, μέχρι που εκείνος θα τη βουτούσε από το λαιμό και θα τη φιλούσε. Θα έχαναν και οι δύο τον κόσμο! Το φιλί θα γίνονταν όλο και πιο έντονο. Εκείνη θα έπαιρνε την πρωτοβουλία να τον γδύσει. Εκτεθειμένο στέρνο. Γεροδεμένος κορμός. Θα ανέβαινε πάνω του και θα τον φιλούσε σπιθαμή προς σπιθαμή. Θα τον άγγιζε μέχρι να έλιωνε στα χέρια της…»

Η φωνή μου σταδιακά γινόταν όλο και πιο βαθιά. Δεν το κατάλαβα εγώ. Εκείνος το κατάλαβε και ξερόβηξε.

«Ναι συγνώμη… Παραφέρθηκα!»
«Όχι όχι συνέχισε. Είμαι περίεργος!»
«Ρε άσε με να το γράψω και το διαβάζεις μετά!»
«Ξέχασέ το! Να μου κάνεις κανένα αστείο και να πεταχτεί από πουθενά κανένας Θαδδαίος να έχουμε άλλα πάλι;»

Ξεφύσηξα! Αυτή του η ξεροκεφαλιά! Ακαταμάχητο χαρακτηριστικό του!
«ΣΥΝΕΧΙΖΩ… Πού είχα μείνει τώρα, δεν θυμάμαι…»
«Στο γδύσιμο!»
«Α! Ναι! Μπράβο! Ε βέβαια τώρα προσέχεις… Άντε παράτα με, Βασίλη!»
«Λεγέέέέ…»

Καθάρισα τον λαιμό μου, έγειρα πάλι πίσω στον καναπέ και συνέχισα την διήγηση.

«Σειρά του να τη γδύσει. Ήξερε πως η ‘φίλη’ του δεν φοράει σχεδόν ποτέ εσώρουχα, οπότε με το που έβγαιναν τα ρούχα, θα έμενε γυμνή μπροστά του. Εκεί σε αυτό το σημείο θέλω να τονιστεί η λαγνεία. Το φιλήδονο βλέμμα του στο γυναικείο κορμί μπροστά του. Το βλέμμα του…»
«Του αρπακτικού λίγο πριν κατασπαράξει το θήραμά του!»
«Ακριβώς!», του σκούντηξα το πόδι, «α, ρε Βασίλη! Μες στο μυαλό μου είσαι!»
«Αυτή τη στιγμή ναι…», ψιθύρισε.
«Τι είπες;»
«Τίποτα! Για λέγε για το αρπακτικό…»
«Ξέρεις από τέτοια βλέμματα εσύ! Ερωτύλος από τους λίγους!»
«Ντροπή σου να μιλάς έτσι! Εσύ με ξέρεις τόσο καλά!»
«Μα για αυτό το λέω! Χα!».

Ο Βασίλης σηκώθηκε από τη θέση του θυμωμένα και πήγε προς το παράθυρο. Έπιασα αμέσως ένα περίεργο κλίμα στην ατμόσφαιρα. Κάτι σκεφτόταν. Δεν μπορεί να τον πείραξαν τα λόγια μου. Σηκώθηκα και πήγα προς το μέρος του. Τον αγκάλιασα ενώ βρισκόμουν πίσω του με αποτέλεσμα τα χέρια μου να ακουμπήσουν τους κοιλιακούς του. Ένιωσα να κρατάει την ανάσα του για λίγο.

«Συνέχισε…», μου είπε κοιτώντας έξω από το τζάμι.
«Τι να συνεχίσω; Μετά θα κάνουν σ3ξ και το θέμα όλο είναι το επόμενο πρωί. Υποτίθεται ότι είναι φίλοι και εκείνος πhδ@ει ό,τι κινείται. Άρα είναι ακόμα ένα όνομα σε μια λίστα!»
«Πώς κάνουν σ3ξ;»
«Ορίστε;»
«Πώς; Θέλω να μάθω τι σκέφτεσαι!»
«Δεν ξέρεις πώς το κάνουν αυτό δύο άνθρωποι; Μη με τρελαίνεις!»
«ΕΣΥ ΜΕ ΤΡΕΛΑΊΝΕΙΣ! ΛΕΓΕ!»

Αφού το ήθελε έτσι… Έτσι θα γινόταν! Θα του έδινα όλες τις λεπτομέρειες στο πιάτο…

«Λοιπόν όχι! Δεν θα γίνει έτσι όπως στο είπα! Θα τους βάλω να κάνουνε σ3ξ στο μπαρ!»
«Χα! Το Dame Fuego ξανά; Ο μπάρμαν και η πελάτισσα; Δεν μπορεί να στέρεψες από ιδέες! Αλλά ήταν και γ@μw τα κείμενα όμως!»
«Βασίλη; Γιατί, βρε αγάπη μου, με πας τάπα; Ξέρεις ότι δυσκολεύομαι με τις ερωτικές σκηνές και επειδή ο πρωταγωνιστής που ΕΣΥ διάλεξες είναι μηχανή του σ3ξ, πρέπει να βρω κάτι που να ταιριάζει!»
«Μηχανή του σ3ξ το καλό παιδί;»
«Όχι; Νέος, πολύ ωραίος, γεροδεμένος με μπούκλες, ο οποίος δουλεύει νύχτα και πhδ@ει ό,τι κινείται; Αυτός οριακά έχει ζήσει το Dame Fuego ουκ ολίγες φορές!»

Ο Βασίλης γύρισε απότομα προς το μέρος μου και μου έπιασε τον καρπό στρέφοντάς με ολόκληρη προς το μέρος του.
«Μπορείς να σταματήσεις να έχεις τόσο άσχημη γνώμη για εμάς που δουλεύουμε νύχτα; Δεν είμαστε τόσο επιφανειακοί και δεν μας νοιάζει μόνο το σ3ξ! Σύνελθε!».
Άφησε το χέρι μου και έκατσε στο χαλί. Τον πλησίασα…

«Το μόνο που ήθελα να μάθω ήταν η ερωτική σκηνή! Ήθελα να δώσεις στον πρωταγωνιστή μια οπτική συναισθήματος!», είπε και έκατσε στον καναπέ. Πήρε το κουτί με την πίτσα στα χέρια του, αλλά άλλαξε γνώμη και το έσπρωξε μακριά. Έγειρε το κεφάλι του πίσω.

«Βασίλη μου; Είσαι καλά;», τον ρώτησα πλησιάζοντάς τον.
«Συγγνώμη για το χέρι σου! Ξέρεις είμαι λίγο άγαρμπος όταν εκνευρίζομαι! Έλα εδώ!».

Πήγα και έκατσα δίπλα του. Του χάιδεψα τις μπούκλες. Πολύ τις λάτρευα! Όχι μόνο εκείνες. Ολόκληρο τον λάτρευα. Τα μάτια του… Τα χείλη του… Τα χέρια του… Όταν τον πρωτογνώρισα, έπαθα κακό μεγάλο. Σκεφτόμουν μόνο ερωτικές σκηνές μαζί του. Ασταμάτητα. Να τον έχω μόνιμα στο κρεβάτι μου και να γινόταν της κολάσεως. Αλλά… γίναμε φίλοι και ποτέ δεν έμαθε τίποτα. Ότι το είχε καταλάβει, το είχε καταλάβει. Συζήτηση δεν έγινε ποτέ!

«Κάπως έτσι θα το ξεκινούσα… Οι δυο τους στον καναπέ! Εκείνη να του χαϊδεύει τα μαλλιά και αυτός να της χαμογελάει. Έτσι θα έπρεπε να αρχίσει… Σιγά σιγά, εκείνος θα έπαιρνε το χέρι της από το κεφάλι του και θα το φιλούσε…»
«Έτσι;». Ο Βασίλης πήρε το χέρι μου και το φίλησε απαλά.
«Ακριβώς!». Κοκκίνησα.

«Μετά θα γυρνούσε εκείνος προς το μέρος της, θα την έπιανε από τον λαιμό χωρίς ίχνος βιαιότητας και θα τη φιλούσε στα χείλη. Ξέρεις από εκείνα τα φιλιά που ποτέ δεν περιμένεις! Και μόλις χαλάρωναν, θα την έπιανε από τους γοφούς και θα την ανέβαζε επάνω του!».

Μια κίνηση ο Βασίλης με έπιασε από τους γοφούς και με ανέβασε πάνω του. Πέρασε το χέρι του από το λαιμό μου και με έφερε κοντά του. Σε απόσταση αναπνοής. Σταμάτησα να αναπνέω.
«Έτσι;», με ρώτησε ενώ η ανάσα του ζέσταινε τα χείλη μου. Τόσο κοντά του βρισκόμουν!
«Ναι!», ψιθύρισα.
Χαλάρωσε τη λαβή του και με άφησε να απομακρυνθώ.
«Μετά;»
«Μετά, όπως θα κοιτάζονταν στα μάτια, θα άρχισαν ταυτόχρονα να γδύνονται! Ένα ένα ρούχο τη φορά ώστε να μεγαλώσει η λαχτάρα ανάμεσά τους!».

Γέλασε και γέμισε το σπίτι φως. Το είχε αυτό το χαρακτηριστικό! Μείναμε να χαζεύουμε ο ένας τον άλλον, ενώ μου έκανε κίνηση να συνεχίσω…

«Όταν θα έμεναν γυμνοί από τη μέση και πάνω, εκείνος θα την έφερνε κοντά του ώστε να νιώσει το δέρμα της στο δικό του. Θα τη φιλούσε από το λαιμό ως το στήθος και πάλι πίσω. Οι ανάσες τους θα γίνονταν όλο και πιο βαθιές. Τα χέρια τους θα μπλέκονταν καθ’ όλη τη διάρκεια. Τα μάτια τους δεν θα ξεκολλούσαν. Όσο όμως περνούσε η ώρα, η επιθυμία θα φούντωνε και τα ρούχα θα τους εκνεύριζαν. Εκείνος θα την έπαιρνε αγκαλιά και θα την ακουμπούσε στο χαλί. Θα ανέβαινε από πάνω της. Πρώτα θα έβγαζε το παντελόνι του και ύστερα το δικό της. Την ήθελε γυμνή. Να εξερευνήσει με τη γλώσσα και τα χέρια του κάθε σπιθαμή της. Το ίδιο και εκείνη. Στόμα και χέρια σε εγρήγορση για να χαρίσουν μια πρωτόγνωρη ηδονή και ικανοποίηση και στους δύο…
Και μετά, η ένωση. Οι εκφράσεις του προσώπου της τον πεθαίνουν. Το όνομά του από τα χείλη της τον αποσυντονίζουν. Εκείνη θέλει να τελειώσει το μαρτύριο της για να απελευθερωθεί η ψυχή και εκείνος να μην τελειώσει ποτέ τίποτα γιατί δεν την χορταίνει. Δύο αντίθετες επιθυμίες κοντραρίζονται για μια πρωτόγνωρη λύτρωση. Και έρχεται η κορύφωση… Δυο ονόματα σκίζουν τον αέρα και δύο κορμιά ξέπνοα πεσμένα στο χαλί. Ένα φιλί επισφραγίζει τη συμφωνία και με τον καιρό αυτοί οι δύο άνθρωποι γίνονται εραστές! Τέλος!».

Ο Βασίλης με κοιτούσε με ανοιχτό το στόμα, ενώ εγώ προσπαθούσα να ελέγξω την αναπνοή μου. Με είχαν συνεπάρει οι σκέψεις μου… Έσπρωξα τα μαλλιά πίσω από τα αυτιά μου και πριν προλάβω να αντιδράσω, το χέρι βρέθηκε στον λαιμό μου και η γλώσσα του στο στόμα μου. Τον έσφιξα στην αγκαλιά μου.

Ο Βασίλης με μαεστρία και χωρίς να χάσει τη βλεμματική του επαφή μαζί μου, με έγδυσε και με ξάπλωσε στο χαλί. Χείλη και χέρια ταξίδευαν στο κορμί μου και έκαναν το δέρμα μου να φλέγεται. Με μια κίνηση, βρέθηκε εκείνος ξαπλωμένος και αφέθηκε στα χάδια και τα φιλιά που άφηνα κατά μήκος του κορμιού του. Μια πρωτοφανής ηδονή μας είχε συνεπάρει και τους δύο. Ανέβηκα πάνω του και έμεινα να τον κοιτάω.

Τον ήθελα απεγνωσμένα και ο τρόπος που με άγγιζε και με κρατούσε μαρτυρούσε το ίδιο. Με τράβηξε πάνω του και με φίλησε ξανά.

«Σε θέλω!», μου ψιθύρισε και αμέσως με γύρισε προς το χαλί, αλλά αντί να με αφήσει να ακουμπήσω κάτω, με σήκωσε στην αγκαλιά του και με ανέβασε στον καναπέ. Έκατσε εκείνος έχοντάς με πάνω του. Ήμασταν ψυχικά και σωματικά έτοιμοι για αυτό που θα ακολουθούσε… Με σταμάτησε…

«Εσύ με θες;» με ρώτησε. Τον φίλησα με όσο περισσότερο πάθος και αγάπη είχα μέσα μου. Χαλάρωσε. Με μια κίνηση, γίναμε ένα. Με γράπωσε με τα χέρια του και με έκλεισε στην αγκαλιά του όσο εγώ ψιθύριζα το όνομά του. Η φωνή μου είχε μια χροιά προσευχής. Λες και ό,τι συνέβαινε εκείνη τη στιγμή υπερέβαινε την ανθρώπινη ύπαρξή μου.
Εκείνος και εγώ. Εγώ και εκείνος. Ήμασταν ένα. Τα χέρια του να τραβάνε ελαφρώς τα μαλλιά μου ώστε να έχει πρόσβαση στον λαιμό μου και τα νύχια μου να διαπερνούν το δέρμα της πλάτης του. Όσο πιο πολύ αυξανόταν ο ρυθμός, τόσο πιο έντονα ήταν τα αγγίγματα και τα φιλιά.

Το τέλος ήρθε και για τους δυο ταυτόχρονα κοιτώντας ο ένας τον άλλον στα μάτια και έχοντας τα χέρια μας πλεγμένα… Χρειάστηκαν μερικά δευτερόλεπτα ανασυγκρότησης μέχρι να πέσουμε αγκαλιασμένοι στον καναπέ.

«’Δύο αντίθετες επιθυμίες κοντραρίζονται για μια πρωτόγνωρη λύτρωση. Και έρχεται η κορύφωση… Δυο ονόματα σκίζουν τον αέρα και δύο κορμιά ξέπνοα πεσμένα στο χαλί. Ένα φιλί επισφραγίζει τη συμφωνία και με τον καιρό αυτοί οι δύο άνθρωποι γίνονται εραστές! Τέλος!’. Έτσι δεν τελείωσες τη σκηνή;», με ρώτησε.
«Έτσι ακριβώς!», του είπα.
«Ωραία!», απάντησε και με φίλησε. Έμεινα να τον κοιτάω.

«Σε θέλω από την πρώτη στιγμή όσο με θες και εσύ! Ποτέ δεν κατάλαβα πώς γίναμε φίλοι. Δεν είχα αυτό στο μυαλό μου! Σε ήθελα, αλλά ήμουν λίγο κότα για να στο δείξω. Είχα μάθει να μου το δείχνουν μόνο. Βλέπεις, είμαι ωραίος και το πληρώνω!». Γέλασα δυνατά.
«Το βαρέθηκα όμως όλο αυτό! Σε θέλω τόσο καιρό! Αν θες και εσύ ίσως μπορούμε να προσπαθήσουμε και όπου βγει!».

Τον κοίταζα με απορία. Με κοίταζε και αυτός… Δεν μιλούσα. Έκανε να τραβηχτεί μα δεν τον άφησα…
«Νέος, πολύ ωραίος, γεροδεμένος με μπούκλες, ο οποίος δουλεύει νύχτα και ΔΕΝ πhδ@ει ό,τι κινείται; Πολύ ενδιαφέρον! Θα ήθελα να το δοκιμάσω!». Τον φίλησα και με έσφιξε πάνω στο γυμνό κορμί του.

«Το ξέρεις ότι πρέπει να σηκωθώ γιατί έχω να παραδώσω το κείμενο, έτσι;»
«Γ@μhσε το, το κείμενο! Δεν θα πας πουθενά!»
«Και τι θα κάνω;»
«Στείλε τον Θαδδαίο σε εκείνους και άσε τον Βασίλη σε εσένα!».

Γελάσαμε και οι δύο πολύ, μα κανένας δεν έκανε κίνηση να σηκωθεί.
Με έκλεισε στην αγκαλιά του άλλη μια φορά και ένιωσα τον κόσμο μου να χάνεται!
Τόσο τον ήθελα!

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading