Για ένα κομμάτι ουρανό

Παστρικιά τη φώναζαν στη γειτονιά. Παστρικιά, κι οι “τίμιες” γυναίκες σταυροκοπιόντουσαν κρυφά όταν την έβλεπαν να σουλατσάρει στη γειτονιά. Οι δε άντρες, κουνούσαν το κεφάλι τάχα αποδοκιμαστικά και δεν της έριχναν δεύτερο βλέμμα. Μα εκείνη δεν έδινε σημασία σε κανέναν τους, περπατούσε με το κεφάλι ψηλά και τα μαύρα σγουρά μαλλιά της ν’ ανεμίζουν. Πάντα με φούστες λίγο πιο κάτω απ’ το γόνατο, κολλητές στους θελκτικούς γεμάτους γλουτούς της και αέρινες κατεβαίνοντας, πάντα με μπλούζες ή πουκάμισα που αγκάλιαζαν στενά το πλούσιο μπούστο της μεν, κλειστά μέχρι επάνω δε. Πάντα με ψηλά, λεπτά τακούνια, που στόλιζαν τις υπέροχες γάμπες της. Σε κανέναν δεν έδινε σημασία, γιατί ήξερε, τόσα χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά είχαν τα δει τα μάτια της πολλά, και μπορούσε να καταλάβει, ήξερε πως οι χειρότεροι διώκτες της, ήταν αυτές που τη ζήλευαν κι αυτοί που την ονειρεύονταν κάθε βράδυ κρυφά απ’ τις γυναίκες τους -και πόσοι απ’ αυτούς ήταν κρυφά πελάτες της, αλήθεια…

Παστρικιά τη φώναζαν στη γειτονιά, σ’ αυτή τη γειτονιά που ήταν μια ανάσα μακριά απ’ την Τρούμπα. Ένας δρόμος χώριζε το μικρό σπίτι της απ’ την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, πέρα απ’ την οποία (και μέχρι την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα) εκτείνονταν τα όρια της κακόφημης μα θρυλικής Τρούμπας. Της Τρούμπας, που μέσα της έκλεινε έναν ολόκληρο κόσμο, μια διαφορετική θαρρείς κοινωνία, μέσα στην καρδιά του Πειραιά. Μια κοινωνία που άλλαζε κάθε που έπεφτε το σκοτάδι κι από εκεί που το πρωί ήταν γεμάτη ανοιχτά μαγαζιά κι ανθρώπους που περπατούσαν κάνοντας τις δουλειές τους, το βράδυ έβαζε τα “καλά” της, άναβε τα φώτα της κι άρχιζε το σόου. Ένα σόου πολύχρωμο και ταυτόχρονα απέραντα σκοτεινό. Ένα σόου που δεν ήταν για όλους, όχι για τις “τίμιες” γυναίκες, όχι για τους “νοικοκυραίους” (κι ας ήταν πολλές απ’ τις μεν, που ειδικά τις περιόδους που στόλοι έφταναν στο λιμάνι, προφασιζόμενες μια άρρωστη θεία, έβαζαν τα τακούνια και τα κόκκινα κραγιόν τους και σουλάτσερναν στα στενά της. Κι ας ήταν πολλοί απ’ τους δε, που συχνά έψαχναν την ευκαιρία να βυθιστούν στο “βούρκο” της και στην παράνομη αγκαλιά κάποιας “παστρικιάς”, απ’ αυτές που το πρωί λοιδορούσαν ή αγνοούσαν επιδεικτικά).

Συνειδητή επιλογή της ήταν να μην βρει ένα σπίτι μέσα στα όρια της Τρούμπας, όπου υποτίθεται θα ήταν ανάμεσα σε ομοίους της και κανείς δεν θα την ενοχλούσε όπως τώρα. Συνειδητή επιλογή της, γιατί ένιωθε πως μέσα στην Τρούμπα ήταν διαφορετικός ο αέρας, βρώμικος, κι ήθελε να μπορεί να ανασαίνει “καθαρά”, πάρα την “ακάθαρτη” δουλειά της. Και δεν την ένοιαζε που, ειδικά στις αρχές που μετακόμισε εκεί, υπήρχαν αυτοί που την έβριζαν χυδαία όταν την έβλεπαν, που σταυροκοπιόνταν κοιτώντας την με αποτροπιασμό,. Υπήρχαν κι αυτοί που στέκονταν μπροστά της κι έφτυναν το χώμα μπρος στα τακούνια της, προσπαθώντας να την ντροπιάσουν, ακόμα κι αυτοί που κάποια βράδια περνούσαν έξω απ’ το σπίτι της και πετούσαν πέτρες στα κλειστά παραθυρόφυλλα. Τίποτα δεν την ένοιαζε απ’ αυτά, το μόνο που την ενδιέφερε ήταν ν’ αναπνέει καθαρό αέρα και να μπορεί να βλέπει απ’ το παράθυρό της ένα κομμάτι ουρανού. Εξάλλου, τέσσερα χρόνια μετά, όλα τα παραπάνω είχαν μειωθεί, σαν να είχαν συνηθίσει τη “βρώμικη” παρουσία της στη γειτονιά τους, δίπλα στα σπίτια τους κι οι περισσότεροι απλά την αγνοούσαν.

Κάθε πρωί έφτιαχνε τα μαλλιά της, έβαζε το κόκκινο κραγιόν και τα τακούνια της και πριν κάνει οτιδήποτε, περνούσε το δρόμο, έμπαινε στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, προσευχόταν, άναβε το κερί της και μετά ξεκινούσε τη μέρα της. Κι αυτή όπως κι όλα τα κορίτσια της Τρούμπας, ήταν θρήσκα, νήστευε και προσευχόταν, έδινε τον όβολό της στους φτωχούς κι όλα τα έκανε αθόρυβα, χωρίς να προκαλεί. Την ελεημοσύνη όταν την κάνεις, πρέπει να την ξέρεις μόνο εσύ, μόνο τότε έχει αξία, αυτό πίστευε κι έτσι πορευόταν από πάντα. Ήταν πολλές οι οικογένειες στον Πειραιά που λάμβαναν χρήματα και τρόφιμα συχνά πυκνά και δεν είχαν ιδέα πως πίσω απ’ αυτό κρυβόταν η Λέλα η Σμυρνιά και τα αμαρτωλά και βρώμικα χρήματά της. Έδινε κρυφά κάτιτίς στο Χρηστάκη, ένα δεκάχρονο ορφανό που έμενε τρεις δρόμους κάτω απ’ το σπίτι της και τα πήγαινε εκείνο νύχτα και τ’ άφηνε έξω απ’ τις φτωχικές πόρτες. Και λεφτά του έδινε και ρούχα για εκείνον και τη μάνα του και σοκολάτες, ειδικά όταν του έδινε σοκολάτες, άστραφταν τα μάτια του! “Μη σε δούνε μόνο κακομοίρη να μου μιλάς, γιατί θα φας της χρονιάς σου απ’ τη μάνα σου! Κι αν μιλήσεις σε κανέναν για όλα αυτά, θα φας της χρονιάς σου κι από μένα!” του έλεγε. “Μη φοβάσαι κυρά! Χαζός είμαι να το πω; Να χάσω και τις σοκολάτες;” της απαντούσε χαμογελαστός, της έκλεινε το μάτι και έφευγε χοροπηδώντας χαρούμενος. Κι εκείνη πολλές φορές τον κοιτούσε να φεύγει και βούρκωνε, γιατί ήξερε πως αυτός ο μικρός την αγαπούσε και την πονούσε με τον τρόπο του κι αυτά τα συναισθήματα δεν θυμόταν πόσα χρόνια είχε να τα νιώσει…

Στερημένη από αγάπη κι οικογένεια θαρρείς από πάντα, μιας και τα χρόνια που είχαν περάσει απ’ την τελευταία φορά που είδε κάποιον δικό της άνθρωπο, έμοιαζαν τόσο μακρινά πια… Και ήταν. 17 χρονών κορίτσι ήταν όταν κατέβηκε απ’ το καράβι αγκαλιά με την 12χρονη αδερφή της. Τη μάνα τους την είχαν χάσει από χρόνια κι ο πατέρας τους έμεινε πίσω, δεν κατάφερε να φύγει απ’ τη φλεγόμενη τότε Σμύρνη. Μια θεία τους τις περίμενε στον Πειραιά, να τις πάρει μαζί της, στο σπίτι της, να τις φροντίσει, μα φτάνοντας εκεί, ήταν κι αυτές, όπως και τόσα άλλα κορίτσια τότε, η εύκολη λεία. Σύντομα την πλεύρισε ένα ομορφόπαιδο, κιμπάρης τύπος και αφού της πούλησε έρωτα για ένα διάστημα, την έβγαλε στο κλαρί. Όταν η θεία της έμαθε τα χαΐρια της, την έδιωξε κακήν κακώς από το σπίτι και πήρε τη μικρότερη αδερφή της και έφυγαν να γλιτώσουν τη ντροπή. Έψαξε πολύ η Λέλα να βρει τα ίχνη τους, πλήρωσε, παρακάλεσε, απείλησε, μα κάθε της προσπάθεια απέβη άκαρπη. Από ένα σημείο και μετά εγκατέλειψε, ήλπιζε πως η αδερφή της θα ήταν καλά και κατέληξε πως και να την έβρισκε, δεν θα μπορούσε να την κοιτάξει στα μάτια έτσι που είχε καταντήσει.

Με τον μορφονιό τα σπάσανε σύντομα, γιατί η Λέλα ήταν έξυπνη και καπάτσα και δεν ήθελε δερβέναγα στο κεφάλι της. Εκείνος βέβαια απειλούσε θεούς και δαίμονες, μα η Λέλα την κατάλληλη στιγμή είχε την τύχη με το μέρος της, γιατί ένα βράδυ που όρμησε πάνω της με σουγιά να της χαρακώσει το πρόσωπο, μπήκε στη μέση ένας πελάτης της, τρελά ερωτευμένος μαζί της και αφού τον αφόπλισε, τον σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια. Η Λέλα αμίλητη, με κομμένη σχεδόν την ανάσα τον είδε να ξεψυχάει μπροστά της, με το αίμα να βάφει το βρώμικο καλντερίμι. Και μετά, τα μάτια του Πέτρου, του πελάτη της, παγωμένα θαρρείς, να κοιτάζουν μια εκείνη και μια το άψυχο πτώμα. Και μετά η σύλληψη κι η καταδίκη του. Δεν ξέχασε ποτέ της το βλέμμα του Πέτρου, ίσως ήταν ό,τι πιο κοντινό σε αγάπη είχε βιώσει τα τελευταία εκείνα χρόνια, μα ποτέ της δεν τον επισκέφτηκε στη φυλακή, ούτε απάντησε σε κανένα γράμμα του. Ο θάνατος του νταβατζή της, ήταν γι’ αυτήν ήταν ένας άσσος στο μανίκι της και δεν επρόκειτο να τον χάσει για ψευτοσυναισθηματισμούς. Ο Πέτρος είχε πάρει την απόφαση και πλήρωνε τις συνέπειες της, εκείνη έπρεπε να παραμείνει ζωντανή κι ελεύθερη.

Τα στενά της Τρούμπας βούιξαν για το θάνατο του Νίκου του κοντού, όπως ήταν το παρατσούκλι του και για το ότι τον έφαγε η πουtanα του με τον ίδιο του το σουγιά και μετά “φόρτωσε” και το φονικό σ’ έναν αγαθιάρη πελάτη της, που θα περνούσε τη ζωή του στη φυλακή. Αν ο Νίκος ο κοντός είχε φίλους ή συμμάχους, η Λέλα θα ήταν τελειωμένη, όμως το γεγονός πως ακόμη και μέσα στη Τρούμπα τον θεωρούσαν μίασμα, τη βοήθησε όχι μόνο στο να μην της συμβεί κάτι, αλλά και στο να κερδίσει τον σεβασμό πολλών στην περιοχή.

Από τότε η Λέλα δούλευε μόνη, χωρίς νταβατζή, κάτι που στις τότε εποχές ήταν δύσκολο, μα οι συγκυρίες και το πείσμα της, τη βοήθησαν να αποδείξει πως τελικά δεν ήταν ακατόρθωτο. Σύντομα κατάφερε κι αγόρασε το δικό της “σπίτι” στη Νοταρά, την κεντρική οδό της περιοχής κι έκανε χρυσές δουλειές, μιας κι όλοι είχαν να λένε για την ομορφιά, τη χάρη και την καθαριότητά της. Ήταν αυτή που διάλεγε τους πελάτες, δεν πήγαινε μ’ όποιον έφτανε στο κατώφλι της. Ήταν αυτή που έδιωχνε με τρόπο τους πιτσιρικάδες απ’ την πόρτα της, μη “βρομιστούν” και ξεστρατίσουν. Ήταν αυτή που κατάφερνε να περπατά στα σοκάκια της Τρούμπας με το κεφάλι ψηλά, να μη φοβάται και να μην προσκυνά κανέναν. Ήταν αυτή που είχε καταφέρει να χαντακώσει βαθιά μέσα της την ανάγκη για αγάπη -αυτό την κρατούσε προστατευμένη από κάθε επίδοξο “προστάτη”. Ήταν αυτή που είχε καταφέρει να κρύψει πίσω απ’ τις πυκνές βλεφαρίδες της, εκείνο το παιδί που κραύγαζε για μια αγκαλιά, απ’ όλους κι όλα. Ακόμη και τώρα, 15 χρόνια μετά, τα βράδια έτριβε σαν μανιακή το σώμα της με το σαπούνι, μήπως και καταφέρει να βγάλει από πάνω της τη βρώμα, τη μυρωδιά των ξένων σωμάτων που λεηλατούσαν την ψυχή της. Ακόμη και τώρα, 15 χρόνια μετά, άφηνε κάθε βράδυ τα δάκρυά της να κυλήσουν καυτά πάνω στο πρόσωπό της μαζί με το νερό, μπας κι εξαγνίσουν λίγη απ’ τη φουρτουνιασμένη θάλασσα μέσα της.

Βράδυ Κυριακής ήταν κι η Λέλα, κλείδωνε την πόρτα του “σπιτιού” στη Νοταρά, για να πάρει το δρόμο για το σπίτι της -ποτέ της δεν κοιμόταν στη Τρούμπα, εκεί ήταν μόνο η δουλειά της-, όταν άκουσε κλάματα και ποδοβολητά. Γύρισε απότομα και μια κοπέλα σχεδόν έπεσε επάνω της και ψιθύρισε μόνο μια λέξη “βοήθεια!”. Άνοιξε ξανά την πόρτα της, έσπρωξε μέσα την κοπέλα και κλείδωσε. Την έπιασε απαλά απ’ το χέρι και την πήγε στο μέσα δωμάτιο κι άναψε το φως. Το πρόσωπό της ήταν σχεδόν παραμορφωμένο απ’ τα χτυπήματα, τα άλλοτε φανταχτερά ρούχα της, σκισμένα παντού, αγκάλιαζαν το ισχνό κορμί της. Το δεξί της χέρι φανερά καμένο από τσιγάρο σε πολλά σημεία. Είχε δει πολλές φορές χτυπημένες γυναίκες από νταβατζήδες, μα τέτοιο θέαμα δεν είχε ξαναντικρύσει. Έμεινε να την κοιτάζει άφωνη, μέχρι που μια δυνατή αντρική φωνή απ’ το δρόμο την ταρακούνησε “Ποutana! Όπου κι αν κρύφτηκες θα σε βρω! Έχεις πεθάνει!”. Η κοπέλα κουλουριάστηκε τρομαγμένη, ένα μικρό κουβάρι πάνω στο κρεβάτι.

Η Λέλα έμεινε να την κοιτάζει σιωπηλή για λίγα δευτερόλεπτα. Δεν ήξερε αν έκανε καλά που την περιμάζεψε. Δεν ήξερε ούτε ποια ήταν, ούτε από ποιον κρυβόταν. Κι αν κάτι την είχε κρατήσει ζωντανή τόσα χρόνια στην Τρούμπα, ήταν το ότι δεν νταραβεριζόταν με μπάτσους και δεν μπλεκόταν σε ξένες δουλειές.

-Πώς σε λένε; τη ρώτησε με βραχνή φωνή

-Μη με διώξεις! Σε παρακαλώ! απάντησε η κοπέλα και ξέσπασε σε κλάματα

Η Λέλα ήξερε πως σ’ αυτή την κατάσταση θα ήταν αδύνατον να της μιλήσει. Πήγε στο δωμάτιό της κι έφερε μια λεκάνη με νερό, πετσέτες, οινόπνευμα και μια αλλαξιά ρούχα. Χωρίς να της πει λέξη, κάθισε δίπλα της και βουτώντας μια πετσέτα στο νερό άρχισε να της καθαρίζει σιγά σιγά τις πληγές. Δεν την κοιτούσε στα μάτια, το βλέμμα της ήταν πάνω στο διαλυμένο σχεδόν κορμί της. Σιγά σιγά ένιωσε πως η μικρή είχε αρχίσει να χαλαρώνει και ν’ αφήνεται στο άγγιγμά της, μα εκείνη δε σταμάτησε, μέχρι που καθάρισε κάθε σπιθαμή του σώματός της. Μετά τη βοήθησε να βγάλει τα σκισμένα ρούχα της και να φορέσει την αλλαξιά που της είχε φέρει. Της άγγιξε απαλά τα μαλλιά και πήγε στο κουζινάκι, γυρνώντας μετά από λίγο με μια κούπα ζεστό τσάι.

-Αλεξάνδρα… Αλεξάνδρα με λένε… της είπε και σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε κατάματα τη Λέλα

Έχεις δει ανθρώπους να χάνουν σε μια στιγμή θαρρείς όλο το αίμα του σώματός τους; Έχεις δει κορμιά να σπάνε με μιας σε χίλια κομμάτια, μα να παραμένουν όρθια; Έχεις δει ψυχές να πεταρίζουν ψηλά, τόσο ψηλά, που σχεδόν σ’ εγκαταλείπουν;

Χωρίς λέξη, χωρίς δισταγμό, χωρίς ν’ αφήσει δευτερόλεπτο να περάσει, η Λέλα γονάτισε μπροστά της κι άρχισε να κλαίει, να κλαίει όπως δεν θυμόταν να είχε ξανακλάψει ποτέ. Κι η Αλεξάνδρα χωρίς μιλιά, άπλωσε τα χέρια της, φτερούγες αγγέλου και κάλυψε την αδερφή της, αφήνοντάς την να βγάλει από μέσα της κάθε πόνο, κάθε φόβο, κάθε ντέρτι, κάθε καημό. Κι έμειναν εκεί αγκαλιασμένες να ξορκίζουν άηχα τα χρόνια που χάσανε, τις ζωές που χάσανε, τις ψυχές που χάσανε… Κάθε δάκρυ, μια “συγνώμη”. Κάθε αναστεναγμός, ένα “σ’ αγαπώ”. Κάθε αγκαλιά, ένα “όλα θα φτιάξουν”.

Δεν κοιμήθηκαν εκείνο το βράδυ, καθισμένες κι οι δυο στο μονό κρεβάτι, εξιστόρησαν τις ζωές τους η μία στην άλλη. Η Λέλα της είπε για όσα βίωσε, για το πόσο έψαξε να την βρει, για το πώς έφτασε να είναι η “παστρικιά” της γειτονιάς. Κι η Αλεξάνδρα της είπε για τα πρώτα χρόνια με τη θεία τους, που πέραν της απουσίας της αδερφής της, κύλησαν όμορφα κι ανέμελα. Και της μίλησε και για το Μηνά, που την πλησίασε χρόνια πριν, της έταξε αγάπες, έρωτες και γάμους και σύντομα κατέληξε να την πουλάει στην αγορά του πληρωμένου έρωτα.

-Έψαχνα πάντα να σε βρω, μα κανείς δεν ήξερε τίποτα για μια Ελένη… Όταν ο Μηνάς έμαθε πως φτάνει ο στόλος, μου είπε πως βρήκε άκρες να έρθουμε στη Τρούμπα. Θα βγάλουμε τρελό χρήμα και θα με ντύσει στα χρυσάφια, έλεγε. Ερχόμενη εδώ, άκουσα για τη Λέλα τη Σμυρνιά, και κάτι σκίρτησε μέσα μου. Σαν να το ήξερα ότι… Έψαξα και βρήκα το σπίτι, κρύφτηκα στη γωνία και περίμενα κι όταν σε είδα… Σήμερα είπα στο Μηνά πως ως εδώ ήταν, σταματάω, δεν αντέχω άλλο αυτή τη ζωή! Ήλπιζα να μ’ αφήσει να φύγω, για να έρθω να σε βρω, να σου μιλήσω. Αντ’ αυτού με χτύπησε αλύπητα, κόντεψε να με σκοτώσει ο…

-Αυτός ο… ο Μηνάς, ξέρει για μένα; ρώτησε χωρίς χρώμα στη φωνή της η Λέλα

-Όχι! Δεν ξέρει καν ότι έχω αδερφή! Δεν του είπα ποτέ τίποτα! Κι η θεία όσο ζούσε αυτό έλεγε, μια ανιψιά έχω… είπε η Αλεξάνδρα και χαμήλωσε το βλέμμα

-Σήκω! Θα πάμε σπίτι μου. Έχει ξημερώσει, τα μαγαζιά έχουν ανοίξει, τα ρεμάλια σαν και του λόγου του δεν κυκλοφορούν εδώ τέτοιες ώρες.

***

-Θα μου φέρεις αυτά που σου έχω γραμμένα εδώ και τσιμουδιά σε κανέναν! είπε η Λέλα στο Χρηστάκη, κλείνοντας στη χούφτα του ένα χαρτάκι και λεφτά

Η Αλεξάνδρα, φορώντας ένα μακρύ λευκό φουστάνι της Λέλας, περιφερόταν στο μικρό σαλόνι του σπιτιού, κοιτώντας με περιέργεια γύρω της. Η Λέλα έκλεισε την εξώπορτα και προχώρησε στο σπίτι. Ακούμπησε στο κάσωμα της πόρτας με τον ώμο και χαμογέλασε κοιτώντας τη. Σαν να ήταν ακόμη το 12χρονο κοριτσάκι του τότε, της έμοιαζε.

-Σε λίγες μέρες θα είναι όλα έτοιμα. Θα φύγουμε, όπως είπαμε. Σήμερα κιόλας θα μιλήσω με κάποιες κοπέλες ν’ αγοράσουν το σπίτι στη Νοταρά και με τη σπιτονοικοκυρά μου ότι θα αφήσω τούτο εδώ. Λεφτά έχουμε, θα πάμε κάπου και θ’ αρχίσουμε πάλι απ’ την αρχή. Μαζί αυτή τη φορά!

Η Αλεξάνδρα γύρισε και την κοίταξε και αν και δεν μπορούσε να χαμογελάσει γιατί το πρόσωπό της ήταν ακόμη παραμορφωμένο απ’ τα χτυπήματα, τα μάτια της φώτισαν. Κι η Λέλα έκανε δυο βήματα και την έκλεισε σφιχτά, μα προσεχτικά μη την πονέσει, στην αγκαλιά της.

Ο κύβος ερρίφθη, οι αποφάσεις είχαν ληφθεί, θα έπρεπε μόνο να περιμένουν λίγες μέρες, ίσα να τακτοποιηθούν οι τελευταίες εκκρεμότητες. Λίγες μόνο μέρες… Μα πόσο εύκολα ανατρέπονται όλα… αρκεί μόλις ένα δευτερόλεπτο, ένα μικρό πετάρισμα των ματιών…

Τρεις μέρες μετά την επανένωση των δύο αδερφών, κι η Λέλα είχε ήδη δώσει τα χέρια για την πώληση του σπιτιού της Τρούμπας. Είχε μάλιστα υπογράψει πληρεξούσιο σε δικηγόρο για να την εκπροσωπήσει σε όλες τις διαδικασίες, ώστε να είναι ελεύθερη να φύγει με την Αλεξάνδρα. Τις τρεις αυτές μέρες δεν πήγαινε στη δουλειά, έβγαινε απ’ το σπίτι ίσα για να τακτοποιήσει τις δουλειές που έπρεπε να κάνει πριν φύγει, τη δε Αλεξάνδρα, την είχε ορκίσει να μην εμφανιστεί καν στο παράθυρο και τη δει κανένα μάτι.

Ήταν μόλις τρεις μέρες μετά, όταν ανοίγοντας την πόρτα του σπιτιού της, άκουσε φωνές απ’ την κρεβατοκάμαρα. Πέταξε κάτω τις σακούλες που κρατούσε και έτρεξε να δει τι συνέβαινε. Την είδε ξαπλωμένη ημίγυμνη πάνω στο κρεβάτι, να παλεύει να ξεφύγει από το αντρικό σώμα που καθόταν πάνω της και τη χτυπούσε στο πρόσωπο βρίζοντάς την.

Κι αλήθεια… πώς γίνεται μια μόνο στιγμή να είναι ικανή να αλλάξει τον ρου της ιστορίας μας; Πώς γίνεται μια μόνο απόφαση, να είναι αρκετή να φέρει τούμπα κάθε μας σχέδιο, κάθε μας όνειρο; Πώς γίνεται μια μόνο μικρή κίνηση, να μπορεί να εξαϋλώσει κάθε ελπίδα μας, κάθε μας προσδοκία;

Σα πληγωμένο ζώο ούρλιαζε η Λέλα όσο κάρφωνε τον Μηνά με το ίδιο του το μαχαίρι. Το αίμα πεταγόταν επάνω της με ορμή, μα εκείνη εκεί, συνέχιζε παρά τη θέα των από ώρα άψυχων ματιών του. Δεν άκουγε καν τις σπαρακτικές κραυγές της Αλεξάνδρας δίπλα της, ούτε τα κλάματα, ούτε τις ικεσίες της να σταματήσει. Επέμενε να μαχαιρώνει ξανά και ξανά με μίσος το ήδη νεκρό σώμα του άντρα που κατέστρεψε την αδερφή της, ό,τι είχε απομείνει από την οικογένειά της, ό,τι είχε απομείνει από καρδιά μέσα της. Συνέχισε να χτυπάει ασταμάτητα, θαρρείς κι έτσι σκότωνε κάθε φόβο, κάθε πικρή στιγμή, κάθε πόνο της. Εκείνη, η Λέλα η Σμυρνιά, η σπουδαία πόρνη της Τρούμπας, που κατάφερε να κάνει τον υπόκοσμο να την κοιτάζει με θαυμασμό. Εκείνη, που δε δίστασε να διεκδικήσει τον καθαρό αέρα που κάθε άνθρωπος δικαιούται κι ένα κομμάτι ουρανού απ’ το παράθυρό της. Εκείνη, που γονάτισε αμέτρητες φορές, μα δεν παραιτήθηκε. Εκείνη που λύγισε, μα ποτέ της δεν έσπασε. Εκείνη που αγαπήθηκε δυνατά από άντρες, που θέλησαν να τη βγάλουν απ’ το βούρκο και να την κάνουν “κυρία”, μα είχε αποδεχτεί τη μοίρα της και είχε αποφασίσει πως θα παραμείνει κυρία του εαυτού της. Εκείνη που απ’ τα βρώμικα βγαλμένα χρήματά της, τάισε φτωχούς, φρόντισε ορφανά. Εκείνη, που κάθε μέρα πριν κυλιστεί στα σεντόνια της αμαρτίας, άναβε ένα κερί και παρακαλούσε να είναι γερή η αδερφή της, ο μόνος άνθρωπος που της είχε απομείνει. Η Λέλα η Σμυρνιά, που παρότι την κοιτούσαν υποτιμητικά, είχε το θάρρος να περπατά με σταθερό βήμα και το κεφάλι ψηλά, πάνω στα ψηλά τακούνια της. Γιατί τελικά, η καθαρή ψυχή δεν έχει επάγγελμα…

Δικάστηκε και καταδικάστηκε για τον φόνο του Μηνά. Όλα τα χρήματα που είχε βγάλει, καθώς και τα χρήματα απ’ την πώληση του σπιτιού της Νοταρά, τα άφησε στην αδερφή της με αντάλλαγμα την υπόσχεσή της να φύγει μακριά και να κάνει μια καινούρια αρχή.

Η Λέλα άφησε την τελευταία της πνοή στη φυλακή χρόνια αργότερα. Ήταν κάπου εκεί, το 1967, που έσβησε κι εκείνη, μαζί με τα φώτα της Τρούμπας, γιατί τότε ήταν που αποφασίστηκε να μπει λουκέτο στην «αντιχριστιανικής, αντικοινωνικής και εν πάση περιπτώσει απαραδέκτου δια την κοινωνίαν του Πειραιώς καταστάσεως». Κάπου εκεί ήταν, το 1967, που η Λέλα η Σμυρνιά, μαζί με την Τρούμπα, πέρασαν στην ιστορία…

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading