Οι κάλτσες – Μέρος 3ο

Προηγούμενο

Ήταν μόλις τρεις μέρες μετά την αναχώρηση της κυρά Παγώνας, όταν η Ηρώ, την ώρα που ανακάτευε τη σάλτσα για τα μακαρόνια και κοιτούσε αφηρημένα έξω απ’ το παράθυρο, είδε τον Πάνο να μπαίνει στην αυλή κρατώντας απ’ τη μέση μια μελαχρινή, χαμογελαστή γυναίκα. Γούρλωσε τα μάτια και ένιωσε το σαγόνι της να πέφτει στο πάτωμα. ‘Ποια είναι αυτή πάλι;;;’ μονολόγησε κι απ’ την ταραχή της έπεσε το κουτάλι κάτω στο χαλί και σκύβοντας να το μαζέψει, κοπάνησε το κεφάλι της στο ντουλάπι. Μέχρι να σηκωθεί, ο Πάνος μετά της συνοδείας του είχε ήδη εξαφανιστεί.

Η Ηρώ έτρεξε στην εξώπορτα κι ακούμπησε το αυτί της στην πόρτα, το μόνο όμως που άκουσε ήταν ο ήχος της πόρτας του σπιτιού του που έκλεινε. Αναστέναξε απογοητευμένη κι έβαλε το χέρι της στο κεφάλι της ‘Σίγουρα θα κάνω καρούμπαλο!’ είπε φωναχτά και πήρε ένα τσιγάρο απ’ το πακέτο που ήταν μπροστά της πάνω στο τραπέζι του σαλονιού και το άναψε. Φύσηξε τον καπνό ψηλά στο ταβάνι κι έκλεισε τα μάτια. ‘Ψυχραιμία Ηρώ! Ψυχραιμία! Το πρέπον βέβαια θα ήταν να του κάνω σκηνή, άλλα έχε χάρη που… δεν τα ‘χουμε!’ μονολόγησε κι άρχισε να περπατάει πέρα δώθε στο σαλόνι. ‘Ε όχι κυρία μου! Δεν τον ανέχομαι εγώ τόσους μήνες τώρα, για να έρθεις εσύ με τη χαμογελάρα σου και τα δίμετρα πόδια σου να μου τον πάρεις! Τώρα θα δεις!’, έσβησε το τσιγάρο βιαστικά στο τασάκι μπροστά της, άρπαξε στα χέρια της ένα μαύρο τσαντάκι απ’ το τραπέζι της κουζίνας και κατέβηκε τρέχοντας σχεδόν τις σκάλες.

Όταν έφτασε μπροστά στην πόρτα του, πήρε μια βαθιά ανάσα, τίναξε με ύφος το μαλλί και χτύπησε. Όταν είδε ότι μπροστά της δεν στεκόταν ο Πάνος, αλλά η… λεγάμενη, η Ηρώ κόλλησε, παρόλα αυτά δεν δίστασε, είπε μια βιαστική καλησπέρα και σχεδόν εισέβαλε μέσα στο σπίτι. Κι είδε τον Πάνο. Να την κοιτάει απορημένος, κρατώντας στο χέρι του δυο ποτήρια με χυμό. Κι έκανε δυο βήματα και στάθηκε μπροστά του με τα χέρια στη μέση. Ήταν παραπάνω από εμφανές ότι ήταν έξαλλη.

-Ηρώ…; ψέλλισε κοιτάζοντάς την

-Πάνο… ήρθα για… δεν πιστεύω να ενοχλώ! Ε; είπε και κοίταξε την μελαχρινή γυναίκα που ακόμη στεκόταν δίπλα στην ανοιχτή πόρτα. Ήρθα γιατί… γιατί με πήρε τηλέφωνο η κυρία Πελαγία και μου είπε να έρθω να σου μαντάρω τις κάλτσες. Γι’ αυτό! και χωρίς να περιμένει απάντηση, στρογγυλοκάθισε στον καναπέ κι ακούμπησε μπροστά της το μαύρο τσαντάκι, αρχίζοντας να βγάζει από μέσα βελόνες και διάφορες κλωστές

-Να κάνεις τι, λέει; ρώτησε ο Πάνος και το ύφος του έδειχνε ότι τα είχε ξεκάθαρα χαμένα

-Τις κάλτσες! Να σου μαντάρω τις κάλτσες! Φέρε μου τις τρύπιες σε παρακαλώ! είπε χωρίς να τον κοιτάζει και προσπαθώντας να περάσει μια μαύρη κλωστή στη βελόνα

-Τι να σου φέρω λέει; συνέχισε ο Πάνος με το ίδιο ύφος

-Τις κάλτσες Πάνο! Τις κάλτσες! ακούστηκε ξαφνικά η φωνή της μελαχρινής κοπέλας, που έκλεισε την πόρτα και πλησίασε την Ηρώ χαμογελαστή. Είμαι η Ξένια! της είπε και της έτεινε το χέρι

-Θα… θα σου έδινα το χέρι μου, αλλά βλέπεις προσπαθώ να περάσω τη βελόνα στην κλωστή! της απάντησε χωρίς καν να σηκώσει το βλέμμα να την κοιτάξει

-Να βοηθήσω; είπε η Ξένια και χωρίς να ρωτήσει, πήρε απ’ τα χέρια της Ηρώς την βελόνα

-Ε! Μπορώ και μόνη μου! σηκώθηκε απότομα απ’ τον καναπέ η Ηρώ

-Είμαι σίγουρη ότι μπορείς! Ο αδερφός μου, μου έχει πει πολλές φορές πόσο καλή νοικοκυρά είσαι!

-Ο…

-Ο Πάνος! Έχω ακούσει τα καλύτερα για σένα!

-Για μένα… απ’ τον Πάνο;

-Βέβαια! Ο Πάνος σε συμπαθεί τόσο πολύ! είπε και πήρε απ’ το χέρι της και την κλωστή. Μα, τι έχεις εδώ; είπε η Ξένια κι έδειξε με το βλέμμα της την μπλούζα της Ηρώς. Αίματα; Χτύπησες; Και το κεφάλι σου… 

-Πού; Τι; Ααα… κοίταξε αστραπιαία τους λεκέδες απ’ τη σάλτσα στη μπλούζα της. Το κεφάλι… όχι, καλά είμαι, δηλαδή…

-Πού χτύπησες; Να σε δω… είπε ο Πάνος, την πλησίασε κι έπιασε με το χέρι του το πηγούνι της σηκώνοντας το κεφάλι της για να δει καλύτερα το μέτωπό της

Και ενώθηκαν τα βλέμματα. Κι έμειναν εκεί λίγα μόλις δευτερόλεπτα, μα ήταν αρκετά για να πουν άηχα όσα τόσους μήνες έκρυβαν κι οι δυο βαθιά μέσα τους. Όλα αυτά που τους έκαναν να φέρονται τόσο ανόητα, όλα αυτά που τους έκαναν να τσιγκλάει ο ένας τον άλλον. Γιατί τα αισθήματα ήταν αμοιβαία, όπως και η ανωριμότητά τους.

Κι ήταν στημένο απ’ την αρχή παιχνίδι, μιας κι η κυρά Παγώνα είχε κινήσει υπόγεια μα πολύ σωστά τα νήματα για να τους κάνει να καταλήξουν μαζί. Ο Πάνος, που τον είχε σαν γιο της κι η Ηρώ, που απ’ την πρώτη στιγμή μπήκε στην καρδιά της. Γιατί εκείνη φρόντιζε κάθε φορά να βομβαρδίζει με πληροφορίες τον έναν για τον άλλον. Εκείνη φρόντισε να κάνει την Ηρώ να νιώσει πως θα τον χάσει, λέγοντάς της ψέματα πως στη ζωή του υπάρχει μια άλλη γυναίκα. Και το έκανε την κατάλληλη στιγμή, τότε που ήξερε πως η Ξένια, η αδερφή του, θα τον επισκεπτόταν. Εκείνη φρόντισε να πείσει τον Πάνο πως θα έπρεπε να πάψει να φοβάται να αφεθεί και πως δεν είναι όλες οι γυναίκες ίδιες. Εκείνη το κατάφερε να του “ανοίξει” τα μάτια, για το πόσο ιδιαίτερο και διαφορετικό κορίτσι είναι η Ηρώ.

-Έξαλλη σου λέω έγινε! Κατέβηκε κάτω με τα ραφτικά της να του μαντάρει τις κάλτσες! έλεγε γελώντας δυνατά η κυρά Παγώνα στην αδερφή της, το ίδιο κιόλας βράδυ που την πήρε η Ξένια να της πει τα νέα. Αλλά μια χαρά τα κατάφερα! Η Ξένια μου είπε πως έφαγαν όλοι μαζί και μετά τους άφησε μόνους τάχα για να πάει να βρει μια φίλη της. Όλα πήγαν όπως έπρεπε! 

***

Τρία χρόνια μετά

Η Ηρώ φορώντας ένα γαλάζιο κολλητό φόρεμα, πήγαινε πάνω κάτω στο σπίτι προσπαθώντας να φροντίσει όλες τις τελευταίες λεπτομέρειες για το δείπνο. Ο Πάνος, καθισμένος στον καναπέ με τον δίχρονο γιο τους αγκαλιά την κοιτούσε χαμογελαστός.

-Γιατί σ’ έχει πιάσει τέτοιο άγχος βρε αγάπη μου; Πρώτη φορά θα έρθει στο σπίτι μας η κυρά Παγώνα;

-Απλά θέλω να είναι όλα τέλεια! Μου έλειψε μωρέ η γλυκούλα! Έχουμε να τη δούμε… πόσο… δεν είναι τέσσερις μήνες; 

-Τέσσερις ακριβώς! Απ’ τα γενέθλιά της που πήγαμε στο χωριό να της κάνουμε έκπληξη με την τούρτα!

-Κι εσύ ο έξυπνος, είχες τη φαεινή ιδέα να βάλουμε σε μια σταλιά τούρτα 77 κεριά! Και με που τα ανάψαμε έλιωσαν όλα μαζί και καταστράφηκε ολόκληρη η τούρτα!

-Και στεναχωρήθηκε το κορίτσι μου που δεν έφαγε τουρτίτσα; της είπε κοροϊδευτικά και την κοίταξε έντονα στην τροφαντή κοιλιά της

-Μην αρχίζεις πάλι τα ίδια! του είπε ενοχλημένη

-Μωρό μου… σηκώθηκε και την έκλεισε σφιχτά στην αγκαλιά του. Σ’ αγαπάω όσο δεν μπορείς να φανταστείς κι ανυπομονώ να συνεχίσει η κοιλίτσα σου να φουσκώνει κι άλλο κι άλλο, μέχρι να γίνει τεράστια και να μου χαρίσεις επιτέλους και το δεύτερο παιδάκι μας. Και να ξέρεις… όταν με το καλό γεννηθεί κι αυτό, έχεις να μου μαντάρεις πολλές κάλτσες ακόμη! 

Κική Γιοβανοπούλου

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading