[Σημείωση: Σημείωση: Αυτόν τον μήνα, αλλά και τον επόμενο (αν χρειαστεί), δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια του Τρίτου Μέρους της Κόμισσας. Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
***
Η άμαξα της Αϊζόρα Γκρέι
Της Κορίν Μπάτλερ
(Τεύχος Ιανουαρίου, 1898, σελ. 8-10)
Πριν βγει μαζί με τον άντρα της από το διαμέρισμά τους, η Αϊζόρα Γκρέι πήγε ως τη βιβλιοθήκη που είχαν στο μικρό σαλόνι τους. Εκεί, μέσα σε ένα ξύλινο κουτί είχε την παιδική άμαξά της, την τυχερή άμαξά της, που της είχε χαρίσει στα δέκατα γενέθλιά της η νονά της, η Νοβέλα. Ήταν η τελευταία φορά που οι γονείς της Αϊζόρα θα επέτρεπαν στην Νοβέλα να τους επισκεφτεί, αφού μετά έμαθαν ότι εκείνη εξασκούσε πρακτικές του Σατανά, όπως έλεγε η μητέρα της Αϊζόρα, η Ελφρίντα. Ευτυχώς, δεν είχαν θυμηθεί ότι η Νοβέλα τής είχε φέρει και δώρο.
Η Αϊζόρα χάιδεψε την άμαξα και ψέλλισε μια προσευχή που της είχε μάθει η Νοβέλα.
«Πνεύμα της Άμαξας,
Εσένα καλώ.
Την ψυχή μου σου χαρίζω,
Να σ’ έχω οδηγό».
Δε συνέβη κάτι. Δεν ακούστηκαν κεραυνοί, δεν χλιμίντρισαν άλογα, δε φώναξε κάποιος αμαξάς. Η πόλη έξω από το διαμέρισμα παρέμενε σκοτεινή, σαν την αρρώστια που μαράζωνε τον άντρα της Αϊζόρα, τον Λώσον, αλλά πολύβουη, με τον κόσμο να τρέχει και τις κουβέντες των ανθρώπων να διασπούν την ησυχία που χρειάζονται οι ασθενείς και οι ηλικιωμένοι.
Όμως, για την Αϊζόρα Γκρέι ήταν σημαντικό να απευθυνθεί στο Πνεύμα της Άμαξας πριν χρειαστεί να κάνει το οτιδήποτε που της προξενούσε αγωνία. Και η σκέψη ότι ο καλός της Λώσον μπορεί να άφηνε την τελευταία του πνοή κατέτρωγε τα σωθικά της.
Η Αϊζόρα έβαλε την άμαξα ξανά στην θήκη της. Γύρισε και πήγε στο μοναδικό δωμάτιο που υπήρχε στο φθηνό τους διαμέρισμα. Ο Λώσον έκλαιγε και είχε καλύψει το στήθος του, εκεί που φώλιαζε η ταλαιπωρημένη καρδιά του. Ένας σταυρός ήταν καρφωμένος στον τοίχο πάνω από το κεφάλι του και ο Λώσον ζητούσε τη βοήθεια του Χριστού.
«Έλα, καλέ μου…» είπε η Αϊζόρα με την γλυκιά φωνή της και έσπευσε να τον βοηθήσει. «Σήκω να πάμε στο νοσοκομείο».
Ο Λώσον έσφιξε τα δόντια. Το πάλεψε, όμως, και εντέλει σηκώθηκε.
Σύντομα είχαν βγει από την πολυκατοικία.
«Καμία άμαξα;» αναρωτήθηκε η Αϊζόρα, κοιτάζοντας πάνω κάτω τον δρόμο. Μόνο αδέσποτα ζώα και διαβάτες έβλεπε.
Η αγωνία της έγινε τρόμος.
«Όχι, Λώσον! Όχι!» η Αϊζόρα ένιωσε τον Λώσον να πέφτει από την εξάντληση.
«Αχ, γιατί να μην μπορούμε να πληρώσουμε έναν καλό γιατρό να έρχεται στο σπίτι!» είπε ξεψυχισμένη η κοπέλα. «Ίσως πρέπει να πουλήσουμε ό,τι έχουμε στη βιβλιοθήκη…»
Τότε άκουσε το ποδοβολητό από οπλές αλόγων να πλησιάζει και να σταματάει δίπλα τους.
Σήκωσε το κεφάλι και είδε μια μαύρη άμαξα, ολόιδια με την παιδική δική της. Αλλά δεν υπήρχε οδηγός.
Η Αϊζόρα κοίταξε στην πόρτα της άμαξας, που είχε μια επιγραφή.
«Το Πνεύμα της Άμαξας θα είσαι Εσύ.
Ό,τι ποθείς, θα γενεί.
Αν επιλέξεις
η Ψυχή σου να αφεθεί».
Η Αϊζόρα Γκρέι βοήθησε τον Λώσον να μπει στην Άμαξα και έπειτα ανέβηκε στην θέση του οδηγού.
Φώναξε στα άλογα, που χλιμίντρισαν.
Μέχρι να φτάσουν στο νοσοκομείο, κεραυνοί καρδιοχτυπούσαν την πόλη.
Κι ο κόσμος παραμέριζε αμέσως και σταυροκοπιόταν, γιατί έβλεπε έναν άσχημο δαίμονα να οδηγάει την άμαξα.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:
Η Κορίν Μπάτλερ γεννήθηκε το 1880 στο Μπρίστολ. Από μικρή, της άρεσαν οι παιδικές ιστορίες που της διάβαζαν κάθε μέρα και νύχτα η μητέρα ή η γκουβερνάντα της, καθώς η Κορίν ήταν φιλάσθενη και σπάνια έβγαινε από το σπίτι. Από τότε η ίδια αναδημιουργούσε με τη φαντασία της τις περισσότερες εξ αυτών, ενώ όταν άρχισε να δουλεύει η ίδια σαν γκουβερνάντα αποφάσισε να γράφει με κάθε ευκαιρία τις δικές της ιστορίες.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
