Στη σκιά της Σμύρνης – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

1922
Λίγο πριν την καταστροφή την Όλγα επισκέφτηκε η Σοφούλα, η γυναίκα του καταραμένου του αδερφού της, του Στέργιου. Οι ταλαιπωρίες είχαν καταπονήσει τη Σοφούλα, που πλέον είχε γίνει μια σκιά. Μετά τον θάνατο του Στέργιου, η οικογένειά της τής έκλεισε την πόρτα και η Σοφούλα δεν είχε πού να πάει. Δούλευε όλη μέρα σε καπναποθήκες στη Σμύρνη, μα τα λεφτά ήταν λίγα για να επιβιώσει. Υπήρχαν μέρες που δεν έτρωγε, για να εξασφαλίζει φαγητό για τον μονάκριβό της γιο, τον Γιαννάκη. Τον τελευταίο καιρό όμως η υγεία της δεν ήταν καλά. Πήγε λοιπόν στην Όλγα και ζήτησε βοήθεια, όχι για την ίδια, αλλά για τον Γιαννάκη της, ένα νεαρό αμούστακο παιδί με λαμπερά μάτια, υπέροχο χαμόγελο και ευγενικό χαρακτήρα. Η Όλγα σιχτίρισε τον καταραμένο τον αδερφό της και δέχτηκε όχι μόνο να φιλοξενήσει τον Γιαννάκη, αλλά να περιποιηθεί και τη Σοφούλα.

Πλησίαζε τέλος Αυγούστου και οι συζητήσεις για κατάρρευση του μετώπου πλήθαιναν. Θυμόταν η Όλγα την ανησυχία του Θόδωρου για τη συνθήκη του ‘20, που είχε υπογράψει ο Βενιζέλος. Έβλεπε ο Θόδωρος περίεργες κινήσεις κεφαλαίων προς την Τουρκία από τους “καλούς” συμμάχους της Ελλάδας. Κάτι δεν του άρεσε και γι’ αυτό έλεγε στην Όλγα να πανε στη Γαλλία. Η Όλγα και όλοι οι Σμυρνιοί άρχισαν να φοβούνται. Ο φόβος αυτός την έκανε να προτείνει στη Σοφούλα να φύγουν στην Ελλάδα. Είχε κάποιες οικονομίες και κάπως θα τα κατάφερναν. Όμως η υγεία της Σοφούλας επιδεινωνόταν. Ένα αυγουστιάτικο πρωινό, η Όλγα μπήκε στο δωμάτιο της κοπέλας για να της δώσει ένα ζεστό αφέψημα και κάτι να φάει. Όμως η Σοφούλα είχε φύγει μακριά. Τη βρήκε παγωμένη με μάτια ορθάνοιχτα καρφωμένα στο ταβάνι.

Τη Σοφούλα δεν πρόλαβαν να τη θρηνήσουν, γιατί ήρθε το μεγάλο κακό. Μια μέρα έτσι άξαφνα η Σμύρνη καιγόταν. Πανικός και οδυρμός επικράτησε. Δεν μπορεί, σκέφτηκε η Όλγα, θα μας βοηθήσει ο ελληνικός στρατός. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σκέψη της και άκουσε ουρλιαχτά στη γειτονιά. Οι Τούρκοι είχαν φτάσει εκεί. Από το παράθυρο είδε να μπαίνουν στο απέναντι σπίτι. Είδε να βγάζουν στην αυλή την οικογένεια και να τους σφάζουν όλους. Την κόρη της οικογένειας, αφού πρώτα την κακοποίησαν φρικτά, μετά την αποκεφάλισαν. Η Αργυρή άρχισε να ουρλιάζει. Η Όλγα της έκλεισε το στόμα. Έδωσε και στις τρεις κόρες της μαντήλια και τους είπε να καλύψουν εντελώς τα μαλλιά τους και να κοιτούν μόνο κάτω, για να μην τραβήξουν την προσοχή των Τούρκων. Είχε από μέρες ράψει στο στρίφωμα ενός φορέματος τις λίρες, όχι πολλές, που είχε κρατήσει για ώρα ανάγκης. Έβαλε στον κόρφο της μια νυφική της φωτογραφία και σε ένα μπογαλάκι έβαλε την εικόνα της Παναγιάς της Βρεφοκρατούσας και κάποια κοσμήματα που είχε.

Ο Γιάννης έσφιγγε τις γροθιές του και ήθελε να βγει να υπερασπιστεί τους γείτονες. Η Όλγα βρίσκοντας απίστευτη δύναμη και ψυχραιμία συνέφερε τον Γιάννη, όπως και την Αργυρή. Βγήκαν από το πίσω μέρος του σπιτιού πηδώντας πάνω από τον φράχτη και άρχισαν να κινούνται προς την προκυμαία. Μπροστά τους εκτυλίσσονταν τραγικές εικόνες. Πολλοί Έλληνες και Αρμένιοι αντιστέκονταν στη μανία των Τούρκων, για να σωθούν τα γυναικόπαιδα. Φλόγες, εκρήξεις από χειροβομβίδες και ένα απελπισμένο ανθρώπινο ποτάμι να ρέει προς τη θάλασσα ήταν η ξαφνική και οδυνηρή πραγματικότητα. Σε ένα σημείο ο δρόμος στένευε και οι Τούρκοι έβγαιναν μπροστά τους από παντού. Ο θάνατός τους έμοιαζε σίγουρος, αλλά ξαφνικά μια ομάδα Αρμενίων εμφανίστηκε και με χρήση χειροβομβίδας απέτρεψαν για λίγο την τουρκική επέλαση προς το άμαχο πλήθος. Με την έκρηξη άνοιξε μια διέξοδος για το απελπισμένο ποτάμι. Όμως από τα θραύσματα της έκρηξης, η Κλειώ χτυπήθηκε στα μάτια.

– Μάνα! φώναξε απελπισμένη, δε βλέπω!

Η Όλγα την άρπαξε από το χέρι και την τράβαγε ανάμεσα στο πλήθος. Στην προκυμαία της Σμύρνης, ο κόσμος σε απόγνωση ζητούσε διέξοδο διαφυγής. Μετά από ώρες οδυρμού, τρόμου και φρικαλεοτήτων, η Όλγα και η οικογένειά της επιβιβάστηκαν σε μια βάρκα και κατέληξαν στη Χίο. Εκεί τους περίμεναν πολύ άσχημες συνθήκες. Σαν προσωρινό κατάλυμα τους δόθηκε, όπως και σε εκατοντάδες άλλους, ένα σχολείο. Εκατοντάδες ψυχές στοιβαγμένες χωρίς τα στοιχειώδη. Άνθρωποι τραυματισμένοι δε βρηκαν περίθαλψη. Ούτε επάρκεια σε νερό δεν υπήρχε καλά καλά. Πεινούσαν οι άνθρωποι.

Η Όλγα έβγαλε μια λίρα από το στρίφωμά της για να αγοράσει κάτι να φάνε τα παιδιά. Η Δάφνη είχε έναν περίεργο βήχα. Η Κλειώ πονούσε φρικτά στα μάτια και δεν έβλεπε. Ο Γιάννης καθόταν αμίλητος και διαρκώς κλαμένος και η Αργυρή είχε έναν ανείπωτο θυμό. Βγήκαν λοιπόν η Όλγα με την Αργυρή να πάνε να αγοράσουν κάτι να φάνε. Καθώς προχωρούσαν, οι ντόπιοι τις κοιτούσαν απαξιωτικά. “Πρόσφυγες”, έλεγαν, “τουρκόσποροι!”. Η Αργυρή άρχισε να ουρλιάζει:

– Έλληνες είμαστε! Δεν είμαστε ούτε Τούρκοι ούτε ζητιάνοι!

– Σκάσε παλιοθήλυκο!, ούρλιαξε μια ντόπια.

Η Όλγα τις άρπαξε και έφυγαν. Αγόρασαν με δυσκολία λίγο φαγητό και επέστρεψαν στο σχολείο. Η Όλγα δεν έφαγε τίποτα, όπως και η Δάφνη.

– Φάε κάτι παιδάκι μου!, είπε η μάνα.

Με ένα νεύμα άρνησης η Δάφνη της απάντησε.

Εκείνο το βράδυ η Όλγα σκεφτόταν ότι έπρεπε να φύγουν γρήγορα από ‘κει. Το επόμενο πρωί το αποφάσισε. Θα έμπαιναν στο πρώτο διαθέσιμο καράβι για Πάτρα. Στην Πάτρα είχε στόχο να πάει, γιατί εκεί είχε ακούσει ότι είχε κλωστοϋφαντουργίες και μοδιστράδικα και η Όλγα ήξερε από μοδιστρική.

Οι μέρες περνούσαν και δεν είχε καταφέρει να φύγει από αυτό το κολαστήριο.

-Αύριο κιόλας θα πάρω τα παιδιά και θα κατέβω στο λιμάνι…, μονολογούσε.

Εκείνο το απόγευμα η Δάφνη έκανε μια μεγάλη αιμόπτυση. Πανικόβλητος ο υπόλοιπος κόσμος έλεγε:

– Το χτικιό! Παναγιά μου, θα πεθάνουμε όλοι!

Εκείνο ήταν το τελευταίο απόγευμα της Δάφνης. Η Όλγα με κενό βλέμμα, μαυρισμένα μάτια και σακατεμένη καρδιά, λίγες μέρες μετά πήρε με την Κλειώ, την Αργυρή και τον Γιάννη το πλοίο για Πάτρα. Ούτε κατάλαβε πώς βρέθηκαν στο λιμάνι της Πάτρας, ούτε πώς βρέθηκαν στο Γηροκομείο, που στις εγκαταστάσεις φιλοξενούνταν κάποιοι πρόσφυγες.

Η έρμη μάνα μάζεψε τα κομμάτια της και λίγες μέρες μετά κίνησε να αναζητήσει δουλειά. Περιπλανήθηκε σε αυτή την άγνωστη πόλη. Είδε τα αρχοντικά νεοκλασικά του κέντρου με τον περίτεχνο διάκοσμο και τον κοσμοπολίτικο αέρα. Είδε τη φτώχεια στην παλιά πόλη και τον κόσμο του μόχθου και της εργατιάς. Πήγε σε ένα μοδιστράδικο και ζήτησε δουλειά ως ράφτρα. Ούτε καν το συζήτησαν μαζί της. Πήγε κι αλλού και αλλού και αλλού, ώσπου ναι, τα κατάφερε. Βρέθηκε επιχείρηση, που την προσέλαβε. Μάλιστα την ήθελαν από την επόμενη κιόλας μέρα, γιατί πλησίαζε η εποχή του καρναβαλιού. Και στην Πάτρα κάποιοι την κοιτούσαν απαξιωτικά, κάποιοι όμως με συμπόνια. Κατανόησε η Όλγα ότι οι φτωχοί την έβλεπαν ανταγωνιστικά προς το μεροκάματό τους. Η Πάτρα τότε προσπαθούσε ακόμα να βρει την ισορροπία της μετά τη μεγάλη σταφιδική κρίση.

Σουρούπωνε και η Όλγα πήρε το δρόμο της επιστροφής για το Γηροκομείο. Η υγρασία της διαπέρναγε τα κόκαλα.

– Τι πόλη είναι αυτή!!! Πόση υγρασία!!!

Και εκεί ψηλά, στο κάστρο, γύρισε να κοιτάξει τη θέα. Αυτή η εικόνα την φυλάκισε για πάντα. Εκείνη την ώρα αγάπησε τη νέα αυτή πόλη. Ένας ήλιος που έτρεχε να κρυφτεί πέρα στον ορίζοντα μέσα σε μια πανδαισία χρωμάτων, που όμοιά της ένιωσε ότι δεν είχε δει σε κανένα σούρουπο στη Σμύρνη.

Νικολοπούλου Φωτεινή

Συνεχίζεται….

One response to “Στη σκιά της Σμύρνης – Μέρος 2ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading