[Σημείωση: Σημείωση: Αυτόν τον μήνα, αλλά και τον επόμενο, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια του Τρίτου Μέρους της Κόμισσας. Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
*
Ο ήρωας των μαγισσών
Του Πωλ Μπρέντναν
(Τεύχος Φεβρουαρίου, 1898, σελ. 9-15)
Μια ιστορία θα σας πω, αγαπητά μου παιδιά. Μια παλιά ιστορία για έναν εξαίρετο νέο που με θάρρος υπερασπίστηκε την τιμή αθώων γυναικών. Προσέξτε καλά, η ιστορία του αγέρωχου Ντάνκαν Σαμπλ, από το Σάλεμ Νόουλεντζ της Μασαχουσέτης, έχει μέσα της μαγεία και κακία, αλλά και πολλά ψέματα, που άνθρωποι δήθεν σπουδαίοι είπαν, για να θρέψουν το μίσος το δικό τους και όσων με τυφλή υπακοή τους άκουγαν.
Η αφήγησή μας μας βρίσκει στο σκοτεινό 1692, μια από τις πιο θλιβερές χρονιές της Ιστορίας, μια χρονιά που προήλθε από το σμίξιμο του χρόνου και της τύχης. Το Σάλεμ και οι γύρω περιοχές του ζουν μέσα στη δεισιδαιμονία και τον παραλογισμό, με τους ανθρώπους να παλεύουν για να ζήσουν με τις οικογένειές τους, τα ζωάκια τους, τον θεό τους. Είχαν τις καλές στιγμές τους, με μεγάλες εκδηλώσεις χαράς και πιοτού και παντρειών που θα ρίζωναν και θα λουλούδιζαν τα μέρη εκείνα.
Την ίδια στιγμή, όμως, μεγάλος φόβος και καταστρεπτικές ιδέες περί της ύπαρξης του Διαβόλου και των υπηκόων του μπέρδευαν τους ανθρώπους, τους χωρικούς που το βιός τους κοιτούσαν να βγάλουν. Κι ως προς αυτό, άλλοι άνθρωποι, με κύρος και εξουσία τρομερή, έφταιγαν κι είχαν μεγάλη ευθύνη για όσα θανατερά έλεγαν και φώναζαν.
Και τι έλεγαν και φώναζαν αυτοί οι κακοί άνθρωποι;
Ακούστε, παιδιά μου, να σας πω.
Έλεγαν ότι ανάμεσά τους ζούσαν γυναίκες που την ψυχή τους είχαν χαρίσει στον Διάβολο, τον Εξουσιαστή της Κόλασης, τον Σατανά, τον Διαφθορέα αθώων θνητών. Μάγισσες αποκαλούσαν τις γυναίκες που θυσίαζαν ζωάκια που έπιαναν, με σκοπό να τους δώσει δύναμη ο κύρης τους, ο Βεελζεβούλ, ώστε να πράξουν το δαιμονικό έργο του, να βλάψει άλλους άκακους χωρικούς. Φώναζαν αυτοί οι κακοί άνθρωποι με εξουσία ότι οι εν λόγω γυναίκες άναβαν μεγάλες φωτιές και τρέφονταν με αίμα, ενώ τα κατοικίδιά τους, μαύρες γάτες ή κοράκια, τους κρατούσαν συντροφιά και παρακολουθούσαν ως άλλοι κατάσκοποι του Σατανά.
Μάζευαν αυτοί οι κακοί άντρες με εξουσία τους συμπολίτες και τους χωριανούς και τους οδηγούσαν στο σπίτι της κάθε αγαθής γυναίκας, με πυρσούς και δικράνια και σπαθιά και μουσκέτα γεμάτα. Έπιαναν αυτές τις γυναίκες και τις αλυσόδεναν και τις φίμωναν, και τις ανέκριναν ώρες πολλές, ή απλά ξέσκιζαν τα ρούχα τους και τις πετούσαν στο ποτάμι ή στη φωτιά, δήθεν για να τις σώσουν από τα νύχια του Εξαποδό, καταδικάζοντάς τες σε μαρτυρικό θάνατο. Αλλά καμιά δικαιολογία, κανένα λόγο από τις άτυχες γυναίκες δε δέχονταν, παρά μόνο την σαφώς ψεύτικη παραδοχή τους ότι ασκούσαν τις σκοτεινές τέχνες προς τέρψη του κακού αφέντη τους.
Πόσες να ήταν αυτές οι γυναίκες που πέθαναν άδικα, ρωτάτε.
Περισσότερες από μία ήταν.
Καλά μου παιδιά, ήταν περισσότερες από όσες έπρεπε, γιατί όλες, όπως είπαμε, πέθαναν άδικα.
Αδημονείτε, βλέπω, να μάθετε για τον Ντάνκαν Σαμπλ, κι ευθύς αμέσως θα σας πω για τα κατορθώματά του.
Όπως σας ανέφερα στην αρχή, ήταν από το Σάλεμ Νόουλεντζ, από ένα χωριό κοντά στο Σάλεμ Τάουν. Γεννήθηκε δεκαεπτά χρόνια νωρίτερα από το 1692, άρα;… το;… Για να δω ποιος θα το βρει… Ναι, εσύ… Μπράβο! Το 1675! Εύγε, παιδί μου!
Λοιπόν, ο Ντάνκαν μας ήταν γιος της χήρας Τζόαν Σαμπλ και αγνώστου πατρός, για τον οποίο το μόνο που ξέρουμε είναι πως πέθανε ενώ ψάρευε στο λιμάνι του Σάλεμ. Ο νεαρός Ντάνκαν είχε ανοιχτόχρωμα μάτια και μαύρα μαλλιά, και μεγάλωσε αγαπώντας τη φύση, παίζοντας και φυλάσσοντας τα ζωντανά που είχαν με την μητέρα του και πηγαίνοντας ανά δεύτερη μέρα στο κέντρο του χωριού, όπου μαζεύονταν όλοι οι χωρικοί και μιλούσαν, γελούσαν, αντάλλασσαν προϊόντα, τα παιδιά έπαιζαν… Άπαντες άκουγαν τα κηρύγματα του ντόπιου ιερέα.
Ο Ντάνκαν επιδίωκε από μικρός να παρευρίσκεται ανάμεσά τους, παρότι η μητέρα του σπάνια τον ακολουθούσε. Οι άλλοι κάτοικοι του Σάλεμ Νόουλεντζ δεν είχαν την κυρία Σαμπλ σε εκτίμηση, λόγω του ότι δεν είχε παντρευτεί ποτέ με τον πατέρα του Ντάνκαν, κι αυτό ήταν μεγάλη αμαρτία για αυτούς. Ωστόσο, δεν ασχολιόνταν μαζί της, αλλά φρόντιζαν να μην παίζουν και τα παιδιά τους με τον Ντάνκαν, με αποτέλεσμα ο νεαρός να μην έχει φίλους για πολλά χρόνια, γεγονός που ρήμαζε την ψυχή του και τον ανάγκαζε να γυρίζει με μισή καρδιά στο φτωχικό καλύβι που έμενε με την μητέρα του.
Κι ήταν αλήθεια, παιδιά μου, ότι η μητέρα του Ντάνκαν πληγωνόταν πολύ καθώς έβλεπε τον γιο της να μαραζώνει. Προσπαθούσε να γίνει εκείνη φίλη του, να παίζουν μαζί και με τα ζωάκια τους, αλλά ήταν φανερό ότι ο μικρός Ντάνκαν ήταν λυπημένος. Ρωτούσε συχνά την μητέρα του τι συνέβαινε και τα άλλα παιδιά δεν τον ήθελαν κοντά τους. Κι εκείνη αναγκαζόταν να του μιλάει για την κακία που μερικές φορές μεγαλώνει μέσα στους ανθρώπους.
Πάντα, όμως, του έλεγε να ελπίζει και να κάνει ό,τι μπορεί για να βοηθήσει τους άλλους, ακόμα κι αν εκείνοι δεν το εκτιμούσαν –αμέσως ή γενικά. Κάποιοι θα το εκτιμήσουν. Και σίγουρα θα το εκτιμήσει ο Θεός, του έλεγε. Κι ο Ντάνκαν κάπως ηρεμούσε, και ήλπιζε να αλλάξει κάτι.
Και πράγματι, με τα χρόνια, κάτι άλλαξε. Αλλά δεν ήταν αυτό που ήθελε ο Ντάνκαν.
Είπα ότι οι άλλοι χωρικοί δεν ασχολιόνταν με τους Σαμπλ. Κι αυτό πλήγωνε την οικογένεια, και ειδικά τον Ντάνκαν. Αλλά δεν ήταν τίποτα μπροστά σε ό,τι ακολούθησε το καλοκαίρι του 1692, και αργότερα τον χειμώνα του ίδιου έτους.
Ήταν εκείνη η χρονιά που το κυνήγι των μαγισσών ήρθε σαν ορμητικό κύμα από την Ευρώπη, σαν να έψαχνε νέο, γόνιμο έδαφος για να χτίσει το σπιτικό του. Και το Σάλεμ ήταν το κατάλληλο μέρος.
Η θρησκεία της αγάπης που μας έμαθε ο Ιησούς Χριστός διαστρεβλώθηκε τόσο πολύ, που ο φόνος έγινε ανάγκη και η παράνοια έδιωξε τη λογική. Άνθρωποι της εκκλησίας, σερίφηδες, γιατροί και απλοί χωρικοί ξεχύνονταν στους δρόμους και παραβίαζαν πόρτες και απήγαγαν γυναίκες, οδηγώντας τις στους τόπους που θα άφηναν πρόωρα την τελευταία τους πνοή.
Οι διαμαρτυρίες ήταν ανούσιες και το μαστίγιο αποδεκτό. Το αίμα μύρωνε τα δάση. Ο ουρανός έκλαιγε. Κι ο Παράδεισος γέμιζε. Και στην Κόλαση κατέγραφαν τα ονόματα όσων βασανιστών και δολοφόνων θα έρχονταν αναπόφευκτα.
Σε μια τέτοια εποχή, μια γυναίκα έπρεπε να προσέχει πολύ και να ακούει τα πάντα, για να ξέρει πώς να αποφύγει τον θάνατο. Δυστυχώς, όμως, η Τζόαν Σαμπλ έμενε μακριά και ο Ντάνκαν τότε δεν ήξερε ακόμα ότι έπρεπε να ακούει πιο προσεκτικά και να λέει στην μητέρα του τι γινόταν στο χωριό.
Αγαπητά μου παιδιά, πώς να σας πω ότι μια νύχτα με βροχή η Τζόαν σύρθηκε ατιμασμένη ως την πυρά, επειδή ένα από τα ζωάκια των Σαμπλ ήταν μια μαύρη γάτα; Πώς να σας πω ότι ο γιος της αναγκάστηκε να φύγει μακριά από το σπίτι, έπειτα από υπόδειξη της μητέρας του, και έπειτα -όντας κρυμμένος στο δάσος- την είδε να καίγεται φωνάζοντας το όνομά του; Πώς να σας πω ότι στα μάτια του καθρεπτίστηκε η μεγάλη φωτιά και μια αγγελική σκιά που χανόταν στα σπλάχνα της; Πώς να σας πω ότι ο νέος αυτός ένιωσε σαν να πρόδιδε την μητέρα του, μένοντας κρυμμένος και άπραγος;
Όχι, δε χρειάζεται να σας τα πω όλα αυτά. Αρκεί να γνωρίζετε ότι η θλίψη που είχε ως τότε ο Ντάνκαν γιγαντώθηκε. Ο ίδιος κόντεψε να τυφλωθεί από την μοίρα που είχε βρει την μητέρα του. Παραλίγο να ξεριζώσει τα όμορφα μαύρα μαλλιά του. Λόγω της δειλίας που είχε επιδείξει, σκέφτηκε να βάλει τέλος στην ζωή του, για να συναντήσει την μητέρα του στον ουρανό. Η ιδέα αυτή τον ζάλισε για ώρες πολλές, ενώ η ζέστη, η βροχή και ο λιγοστός αέρας έκοβαν την αναπνοή του σα μαχαίρι που χαράζει το μαλακό ψωμί.
Κι όμως, δεν το έπραξε, παρά έφυγε από την κρυψώνα του.
Όταν γύρισε στο σπίτι τους, μη ξέροντας ακόμα ότι θα το έκαιγαν κι αυτό, έψαξε για κειμήλια κι ό,τι άλλο θεωρούσε ότι θα του χρησίμευε. Πήρε ένα περιδέραιο από κοχύλια της μητέρας του, που της το είχε φτιάξει ο πατέρας του. Πήρε μερικά δικά του ρούχα, που του τα είχε ράψει η Τζόαν. Ύστερα, πήρε το δερμάτινο πανωφόρι, το καπέλο και το σπαθί του πατέρα του. Τέλος, απελευθέρωσε τα ζωντανά τους και, με το αγαπημένο του μαύρο άλογο, έφυγε μακριά από το Σάλεμ Νόουλεντζ, με τις οπλές του ζώου να τσαλαβουτούν στις λάσπες και κεραυνούς να λυσσομανάνε.
Πόσο καιρό έλειψε; Και πού πήγε; με ρωτάτε.
Χμμ, βλέπω πως η ώρα περνάει. Σε λίγο θα πρέπει να ξαπλώσετε.
Θα σας πω, λοιπόν, όσο πιο σύντομα μπορώ όσα μου είπε κάποτε ο παππούς σας, που του τα είπε ο δικός του πατέρας, που με τη σειρά του τα έμαθε από το δικό του πατέρα, κι ούτω καθεξής.
Δυστυχώς, λίγα ξέρουμε για τα ταξίδια του Ντάνκαν, και ακόμα λιγότερα για όσους συνάντησε σε αυτά, για όσους αντιμετώπισε και κοντά σε όσους μαθήτευσε.
Γνωρίζουμε σίγουρα πως ο Ντάνκαν ταξίδεψε σε όλη τη Μασαχουσέτη. Διέσχισε κάθε δάσος και πόλη και χωριό που βρήκε. Πρόβιντενς, Σπρίνγκφιλντ, Γκρίνφιλντ, Λόουελ, Πίτσφιλντ, Λένοξ… Άνθρωποι από όλα τα μέρη της Πολιτείας μας μίλησαν για έναν καβαλάρη πάνω σε μαύρο άτι και γενναία ψυχή. Είπαν ότι είχε ευγενικό πρόσωπο, χωρίς γένια και με μάτια στο χρώμα της αμμουδιάς. Είπαν ότι μιλούσε σαν να ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας που του παρείχε τους καλύτερους δασκάλους. Είπαν ότι τον είδαν να μάχεται γενναία απέναντι σε δυνάστες και βιαστές, σε ληστές και σε λαθρεμπόρους. Είπαν ότι έφευγε χωρίς να ζητήσει την παραμικρή αμοιβή για τις αγαστές πράξεις του.
Πολλοί ευχήθηκαν να γινόταν ο προστάτης της πόλεώς τους. Πολλοί του έταξαν κάθε διευκόλυνση και πιοτό και απολαύσεις.
Κι ίσως σε μια άλλη ιστορία, ο άλλος Ντάνκαν, που θα είχε μεγαλώσει διαφορετικά, να τα δεχόταν όλα αυτά.
Όμως, ο δικός μας Ντάνκαν είχε μεγαλώσει πολύ απότομα, πολύ πρόωρα, και είχε διδαχθεί από την ζωή και από την εξαίσια μητέρα του ότι έπρεπε να βοηθάει και να ελπίζει.
Κάποια στιγμή κοντά στο τέλος του 1692, καθώς ξεκουραζόταν σε ένα δέντρο, είδε ένα όνειρο, όπου ένα γνώριμο πρόσωπο ήρθε και τον συντρόφευσε και του ενέπνευσε μια θεσπέσια ιδέα. Όταν ξύπνησε, δεν θυμόταν το όνειρό του, αλλά σκέφτηκε ότι υπήρχε μια σημαντική αποστολή για αυτόν. Πίσω, στην πατρίδα του. Στο Σάλεμ Νόουλεντζ και σε όλες τις κοντινές περιοχές.
Εκεί υπήρχε μια αλλαγή που εκείνος ήλπιζε να έρθει.
Κάλπασε, λοιπόν, προς τα πάτρια εδάφη του μες στην νύχτα, και δε σταμάτησε καθόλου. Το άλογό του, σαν να ήταν εντελώς ξεκούραστο, δεν παραπονέθηκε ποτέ, αλλά, λες και του είχε χαρίσει θεία δύναμη ο Ύψιστος, χλιμίντριζε και έτριζε με τις οπλές του το έδαφος, αδημονώντας και το ίδιο να φτάσουν στον προορισμό τους.
Τα μερόνυχτα ήρθαν και έφυγαν και άλλα ήρθαν στην θέση τους, και μετά μερικά ακόμα, ώσπου το ταξίδι τους έφτασε στο τέλος του. Ή έτσι θα σας έλεγα, αν ήθελα να σας πω μια πολύ διαφορετική ιστορία. Όμως, η αλήθεια είναι ότι το ταξίδι του καβαλάρη και του αλόγου του τότε ξεκινούσε, με το που πάτησαν στο Σάλεμ.
Χιόνιζε, αγαπητά μου παιδιά, και ο αέρας χαράκωνε το πρόσωπο και το σώμα όποιου κυκλοφορούσε έξω από το σπίτι του. Τα δέντρα, μαραζωμένα, γρύλιζαν από τον δυνατό αέρα. Κανένα ζώο δεν έβγαινε από το λαγούμι του.
Κι όμως, οι αδυσώπητοι κακούργοι του Σάλεμ Νόουλεντζ είχαν στήσει νυχτιάτικα την πυρά και ετοιμάζονταν να κάψουν μια δύσμοιρη κοπέλα και την μητέρα της, που η μοίρα τις καταδίκασε να έχουν σημάδια στο δέρμα τους από γεννησιμιού τους, ενώ αρπακτικά πουλιά φτεροκοπούσαν πάνω από τη σκεπή του σπιτιού τους. Τις είχαν φέρει, λοιπόν, και τις είχαν δέσει στο ξύλινο πάσαλο. Κάτω από τα πόδια τους είχαν μαζέψει έναν μεγάλο σωρό από πελεκημένους κορμούς. Ο ιερέας του χωριού φωνασκούσε σαν να ήταν γελωτοποιός ενός μεσαιωνικού βασιλιά, με τους άλλους άντρες και τις γυναίκες να τον ακούνε προσεκτικά και να φτύνουν και να ξορκίζουν την μητέρα και την κόρη που έκλαιγαν ενώ ο θάνατος τις περίμενε καρτερικά, σαν εραστής.
Κάποιος φώναξε ότι πλησίαζε ένας καβαλάρης και όλοι γύρισαν προς το μονοπάτι. Είδαν τον Ντάνκαν να έρχεται με φόρα προς το μέρος τους. Έφτασε κοντά στο πλήθος και ο ιερέας ζήτησε να μάθει το όνομά του, ενώ κάποιοι χωρικοί με αιχμηρά αγροτικά εργαλεία άρχισαν να τον πλησιάζουν.
Και τότε ο Ντάνκαν έβγαλε το σπαθί του και το ύψωσε στον ουρανό, με το άλογο να στέκεται στα πισινά του πόδια.
Ένας κεραυνός έπεσε και ο κόσμος του Σάλεμ Νόουλεντζ τρόμαξε. Πολλοί έφυγαν τρέχοντας, ενώ κάποιοι σταυροκοπήθηκαν.
Όλοι είχαν δει πως η Τζόαν Σαμπλ τους κοιτούσε με αυστηρότητα από τον σκοτεινό ουρανό, ενώ ο γιος της είχε γίνει ο αγγελιαφόρος της.
Κανείς δεν τόλμησε να σταματήσει τον Ντάνκαν όταν διέλυσε το σωρό με τα ξύλα και έκοψε τα δεσμά των γυναικών, που έπεσαν στα γόνατα και του χάρισαν τα υπέροχα χαμόγελα λύτρωσης που έψαχναν.
Η αρχή είχε γίνει. Και ο Ντάνκαν δεν είχε σκοπό να σταματήσει, παρά μόνο αν έσωζε κάθε αθώα ψυχή που άλλοι την είχαν καταδικάσει.
Πήγε σε όλες τις πόλεις και τα χωριά. Όπου ήξερε ότι γίνονταν δίκες μαγισσών. Κατέρριπτε κάθε διαμαρτυρία, αντιμετώπιζε οποιονδήποτε προσπαθούσε να του σταθεί εμπόδιο. Δεν έδινε καμία σημασία στις φωνασκίες του μαινόμενου πλήθους. Είχε το δίκιο με το μέρος του, και το ήξερε. Απελευθέρωνε τους ανθρώπους που ήταν παρατημένοι ανάμεσα στους βασανιστές τους, τιμωρώντας τους τελευταίους. Και συνέχιζε. Φάνταζε ακούραστος, γιατί σπάνια ξαπόσταινε. Ήταν γενναίος, γιατί όλοι (εξουσιαστές σατράπηδες και παραπλανημένοι) ήθελαν να τον σκοτώσουν. Νόμιζαν ότι ήθελε να κυριαρχήσει η σκοτεινή μαγεία, μα αυτός έφερνε το φως της δικαιοσύνης.
Ήταν ο ήρωας των μαγισσών.
Λοιπόν… Η μητέρα σας ζητάει να αποχωρίσετε, καλά μου παιδιά. Οπότε να μη σας κρατάω άλλο.
Πηγαίνετε να κοιμηθείτε, με τις ευχές μου. Ονειρευτείτε κι εσείς. Έχετε ελπίδα.
Να θυμάστε: όλοι κρύβουμε έναν Ντάνκαν Σαμπλ μέσα μας. Όλοι μπορούμε να γίνουμε ήρωες.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Πωλ Μπρέντναν γεννήθηκε το 1836. Ζει με την οικογένειά του στο Λονδίνο, αλλά οι εμπορικές δουλειές του συχνά τον οδηγούν και σε άλλες περιοχές της χώρας. Έχει μεγάλη αγάπη για την Λογοτεχνία, ειδικά για την εργογραφία του Ναθάνιελ Χώθορν. Θεωρεί το «Άλικο γράμμα» ως ένα από τα κορυφαία βιβλία που έχουν γραφτεί ποτέ. Ξεκίνησε να γράφει δικές του ιστορίες το 1869.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Η έμπνευση για το διήγημα προήλθε από το τραγούδι “Hero”, της Mariah Carey (https://www.youtube.com/
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
