Από μικρό παιδί αγαπούσε το σπίτι στο βουνό. Χάρηκε πολύ όταν μετακόμισαν και πλέον έγινε η μόνιμη κατοικία τους. Ένα σπίτι απομονωμένο από το υπόλοιπο χωριό. Θυμάται τον εαυτό της να κυλιέται στο παχύ χιόνι, να κάνει πεζοπορίες στα μονοπάτια και να ανεβαίνει στο πιο ψηλό σημείο που μπορούσε και να αγναντεύει τη θέα. Σαν πίνακας ζωγραφικής με τέλεια χρώματα, με σαφώς οριοθετημένα λιβάδια και φράχτες που περιέβαλαν τα ξύλινα σπιτάκια του χωριού. Έτρεχε από την κορυφή με φόρα προς το σπίτι με χέρια ανοιγμένα σαν να ήθελε να αγκαλιάσει όλη τη φύση, σα να ήθελε να κλείσει μέσα της όλη τη μυρωδιά του φρέσκου αέρα. Την άνοιξη μάζευε λουλούδια και έφτιαχνε στεφάνια για την ίδια και τα άλλα κορίτσια του χωριού. Στο χωριό το καλοκαίρι έφτανε με τα πόδια σε λίγη ώρα, όμως το χειμώνα συχνά η πρόσβαση ήταν δύσκολη και κάποιες φορές αδύνατη.
Η Άννυ είχε άλλα δύο αδέρφια, τον Πιέτερ και τη Σαμπρίνα. Η Σαμπρίνα είχε κάποιο πρόβλημα, έλεγαν οι μεγάλοι, όμως η Άννυ τη λάτρευε. Την έπαιρνε στους ώμους και την έβγαζε έξω, μαζί έφτιαχναν στεφάνια και ξάπλωναν στην ανθισμένη γη. Αυτά θυμόταν η Άννυ και χαμογελούσε. Όμως εκείνον τον χειμώνα την ταλαιπωρούσε αυτός ο φρικτός πονοκέφαλος, που την εμπόδιζε ακόμα και να σκεφτεί. Δύο μήνες τώρα μέσα στην εκκωφαντική σιωπή του βουνού. Πόσο θα ήθελε να πάει μια βόλτα στο χωριό! Προσπαθούσε να θυμηθεί πότε της είχε πει ο Πιέτερ ότι θα γυρνούσε. Τα τελευταία βράδια τον έβλεπε στον ύπνο της ότι γυρνούσε και την αγκάλιαζε σφιχτά. Γυρνούσε όμως πάντα θλιμμένος. Αυτή τον καλωσόριζε και τον αγκάλιαζε. Εκείνος ανταπέδιδε την αγκαλιά και της έλεγε, “Αδελφούλα μου, ακόμα εδώ είσαι;”, “Ναι χαζούλη, σε περίμενα” απαντούσε εκείνη.
Εκείνο το πρωί δεν μπορούσε να ανοίξει από το χιόνι ούτε την εξώπορτα. Έκατσε στο παράθυρο και κοίταζε το ομιχλώδες τοπίο. Θυμήθηκε τον πατέρα της, τον πατέρα που τους εγκατέλειψε και νέο του δεν έμαθαν από τη μέρα που έφυγε. Θυμόταν τα κλάματα της μάνας της, τα νεύρα της και τα μεθύσια της. Θυμόταν να ξεσπάει στη Σαμπρίνα, να τη φωνάζει ηλίθια, χαζή και να τη χτυπάει. “Εσύ φταις που έφυγε!”. Θυμόταν τη Σαμπρίνα να κλαίει και να προσπαθεί να κρυφτεί από τη μανία της μάνας. Θυμάται τον εαυτό της και τον Πιέτερ να προσπαθούν να γλιτώσουν από τα χτυπήματα το κορίτσι. Μια φορά για κάποιες μέρες θυμήθηκε ότι η μάνα ήταν χαρούμενη. Δε τους έβριζε, δε χτυπούσε τη Σαμπρίνα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν τρυφερή. Ήταν τότε που έμπλεξε με ένα ξενομερίτη. Κανείς δεν τον ήξερε σε εκείνα τα μέρη. Τον είχε προσλάβει για κάποια μερεμέτια στο σπίτι και τα έμπλεξαν. Τον παντρεύτηκε λίγο καιρό μετά. Άγριος, κακός άνθρωπος με τα παιδιά και αυτός. Χτυπούσε με το παραμικρό τον Πιέτερ ανελέητα, τον πέταγε έξω από το σπίτι, του στερούσε το φαγητό. Και η μάνα πάντα έπαιρνε το μέρος του αγροίκου. Πριν δυο μήνες περίπου ο Πιέτερ καθυστέρησε να τελειώσει το κάρφωμα σε κάποια ξύλα στο φράχτη. Έξαλλος ο πατριός. Το σακάτεψε από το ξύλο το παιδί. Το άρπαξε από τον λαιμό, του έδωσε μπουνιές και πήγε να το πετάξει από το παράθυρο. Το δεκαεξάχρονο αγόρι, αυτή τη φορά αντέδρασε. Του έδωσε μπουνιές, του άνοιξε τη μύτη και του έδωσε κλωτσιές. Η μάνα του ούρλιαζε στον Πιέτερ να σταματήσει και τον φώναζε αλήτη. Έφυγε τότε από το σπίτι ο Πιέτερ, μα υποσχέθηκε στην Άννυ ότι σε κάνα δυο μήνες θα γυρίσει να πάρει αυτή και τη Σαμπρίνα από εκεί μέσα. Από εκείνο το βράδυ όλα ήταν θολά στο μυαλό της.
Είχε αυτόν τον πονοκέφαλο σήμερα που τη ζάλιζε. Αποκοιμήθηκε στην καρέκλα. Την ξύπνησε κάποιος που της έλεγε, “Άννυ, ήρθε η ώρα για το φάρμακό σου”. Πετάχτηκε και είπε, “Πιέτερ, εσύ;”. “Η Ελίζα είμαι Άννυ”. Σύγχυση επικράτησε στο μυαλό της. “Πού είμαι;” ρώτησε. “Σε κέντρο ψυχικής φροντίδας είσαι Άννυ μου, δεν το θυμάσαι;”. Κοιτώντας γύρω της όντως ήταν σε ένα δωμάτιο διαφορετικό από εκείνο που είχε στο σπίτι της. Κοίταξε έξω από το παράθυρό της και είδε έναν κήπο με γκαζόν, τριανταφυλλιές και μια λιμνούλα. Αυτός ο πονοκέφαλος τη βασάνιζε. Ήθελε να κοιμηθεί, να ηρεμήσει. Την επόμενη μέρα μια νοσοκόμα την ενημέρωσε ότι έχει επισκέψεις. Ήταν ο Πιέτερ. Έκανε σαν τρελή από τη χαρά της. “Σε περίμενα δύο μήνες!” του είπε. “Πού ήσουν;”. “Καλή μου, πριν τρεις μέρες ήμουν ξανά εδώ. Δε θυμάσαι που σου είπα ότι θα πήγαινα να δω πώς πάνε οι εργασίες στο καινούριο έργο που ανέλαβα;”. “Άργησες δυο μήνες! Εγώ αυτό ξέρω!”. “Άννυ, τότε επέστρεψα μόλις μπόρεσα”.
Πάλι την έπιασε ο φρικτός πονοκέφαλος. Είδε το παιδικό της δωμάτιο, είδε τον πατριό της να ξεκουμπώνει το παντελόνι του και να ορμάει πάνω της. Είδε τη μάνα της να τη χτυπάει με ό,τι έβρισκε και να της λέει ότι θα τη σκοτώσει, αν της κλέψει τον άντρα. Είδε αυτόν να σπάει τα μούτρα της μάνας και να της λέει να κάτσει φρόνιμα. Είδε την παιδική της αθωότητα να χάνεται. Όμως είχε ελπίδα. Θα επέστρεφε ο Πιέτερ και θα την έπαιρνε μαζί. Εκείνο το βράδυ πονούσε από το ξύλο όλο της το σώμα. Άκουσε από το καθιστικό γέλια. Σύρθηκε και κρυφοκοίταξε να δει γιατί η μάνα και ο πατριός γελούσαν. Τότε αντίκρισε ένα αποτρόπαιο θέαμα. Είχαν ξεγυμνώσει τη Σαμπρίνα στο καθιστικό. Η μάνα την έλεγε καμπούρα και τέρας και ο πατριός έσβηνε τσιγάρα πάνω της και της έδινε χαστούκια. Κάθε φορά που η Σαμπρίνα έπεφτε κάτω, αυτοί τη διέταζαν να σηκωθεί και αν καθυστερούσε της έριχναν κλωτσιές και τη σήκωναν τραβώντας τη από τα μαλλιά. Σύρθηκε πάλι πίσω στο δωμάτιο σπαράζοντας στο κλάμα. Εκείνες τις μέρες τους έδιναν ελάχιστο φαΐ. Η Άννυ μοιραζόταν το δικό της με τη Σαμπρίνα, που το είχε πιο πολύ ανάγκη. Τα κορίτσια είχαν γίνει πετσί και κόκαλο. Ένιωθαν αδυναμία. “Δυο μήνες είπε ο Πιέτερ ότι θα λείψει και έχει περάσει σχεδόν ενάμισης χρόνος”, σκεφτόταν.
Ένα απόγευμα τα κορίτσια κάθονταν σε μια γωνιά. Η μάνα ετοίμαζε σούπα. Ήταν ακούνητες, για να μην την προκαλέσουν και δεν τους δώσει να φάνε. Η Σαμπρίνα χαμογελούσε. Πάντα έτσι ήταν. Χαμογελαστή. Παρόλα τα μαρτύρια. Το τραπέζι στρώθηκε και έκατσαν να φάνε. Η Σαμπρίνα δυσκολευόταν να φάει μόνη χωρίς να λερωθεί. Η Άννυ έκανε να τη βοηθήσει. Μα η μάνα με ύφος πονηρό το απαγόρευσε. Ξεκίνησαν να τρώνε και η Σαμπρίνα λερωνόταν. Η μάνα την προειδοποίησε ότι αν λερωθεί κι άλλο θα την αφήσει νηστική. Η Σαμπρίνα προσπάθησε πολύ, όμως το σοβαρό κινητικό πρόβλημα που συνόδευε το αναπτυξιακό πρόβλημα που είχε, δεν της άφηνε επιλογές. Η μάνα έξαλλη της πήρε το πιάτο και την έκανε να βάλει τα κλάματα. Ο πατριός άρχισε τότε να χτυπά τη Σαμπρίνα με τη ζώνη του παντελονιού του με απίστευτη μανία. Δεν κατάλαβε η Άννυ τι ακριβώς συνέβη. Θυμόταν μόνο το κουζινομάχαιρο να στάζει αίμα, τη μάνα και τον πατριό να είναι ακούνητοι μέσα στα αίματα και τη Σαμπρίνα να τρώει σούπα από το πιάτο της μάνας. Μετά δε θυμόταν το πώς, αλλά βρέθηκε στο χωριό να περιφέρεται με τη Σαμπρίνα στο αναπηρικό αμαξίδιο.
Στο δικαστήριο που ακολούθησε, υπήρξε αποτροπιασμός για τα μαρτύρια που υπέστησαν τα κορίτσια. Η κοινή γνώμη ξεσηκώθηκε κατά των βασανιστών και ζητούσε την αθώωση της Άννυ. Η Άννυ, ωστόσο, διαγνώστηκε με ψυχιατρική νόσο και οδηγήθηκε σε ψυχιατρείο. Τα μαρτύρια την έκαναν να χάσει τα λογικά της. Ευχή όλων ήταν να ξαναβρεί τη λογική της και οι γιατροί πίστευαν ότι κάποια στιγμή θα τα κατάφερνε να πάρει πίσω τη ζωή που της έκλεψαν. Η Σαμπρίνα δέχτηκε όλη τη φροντίδα των κοινωνικών υπηρεσιών και μόλις ο Πιέτερ μπόρεσε την πήρε κοντά του. Ο Πιέτερ απόκτησε μια ευτυχισμένη οικογένεια και τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα επισκεπτόταν την Άννυ στο ψυχιατρείο. Ποτέ του δε συγχώρεσε τον εαυτό του, που δεν πήγε να σώσει τις αδερφές του από τα δύο κτήνη. “Άργησες… Άφησες το κτήνος να μας κάνει βασανιστήρια και τη μόνιμα μεθυσμένη μάνα μας να του τα επιτρέπει και να συμμετέχει κιόλας. Άργησες Πιέτερ. Πήγαινε τώρα. Έχω πονοκέφαλο….”, είπε η Άννυ και γύρισε στο δωμάτιό της.
Φωτεινή Νικολοπούλου
