Με την ανακοίνωση της αναχώρησης του πλοίου, ο Θοδωρής φορτώθηκε το μεγάλο σακ βουαγιάζ στη πλάτη και επιβιβάστηκε. Ήταν η τελευταία φορά που θα άφηνε τον πολυαγαπημένο του Πειραιά για να πάει στη Χίο. “10 ώρες ταξίδι μόνο για την πατρίδα θα έκανα!”, έλεγε χαριτολογώντας σε συγγενείς και φίλους όταν ερχόταν η στιγμή να φύγει για το νησί.
Σήμερα έκανε πολύ κρύο κι ενώ στις προηγούμενες διαδρομές προτιμούσε το κατάστρωμα, αυτή τη φορά επέλεξε να κάτσει στο σαλόνι. Ευτυχώς βρήκε έναν άδειο, αρκετά αναπαυτικό καναπέ και άπλωσε τα πράγματά του. Έβαλε ακουστικά, δυνάμωσε τη μουσική και μόλις το πλοίο άρχισε να κινείται, έκλεισε τα μάτια του και τον πήρε ο ύπνος.
Ο χαρακτηριστικός ήχος της ανακοίνωσης από τα μεγάφωνα ότι πλησιάζουν στο λιμάνι της Μυτιλήνης τον ξύπνησε.
“Μυτιλήνη; Όχι ρε γ@μwτο! Με πήρε ο ύπνος και δεν άκουσα την ανακοίνωση για την Χίο!”, μονολόγησε.
Ευτυχώς, μέσα στην αναποδιά του, το είχε ξαναπάθει και ήξερε ότι για να επιστρέψει το πλοίο στον Πειραιά έκανε ξανά στάση στη Χίο για όσους έρχονταν αυτή τη φορά από Μυτιλήνη. Έτσι, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί το ‘λάθος’. Τεντώθηκε για λίγο να ξεπιαστεί κι αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στο πλοίο, παίρνοντας μαζί του κινητό και πορτοφόλι. Στο στρατιωτικό σακ βουαγιάζ δεν είχε εξάλλου τίποτα αξίας. Επιστρέφοντας στη θέση του μετά από 10 λεπτά, είδε να κάθεται μια κοπέλα. Ντράπηκε να της ζητήσει να σηκωθεί κι έτσι πήρε τα πράγματά του και κάθισε ακριβώς απέναντι, σε ένα τραπεζάκι μόνο με καρέκλες. Σκέφτηκε ότι του απομένουν τρεις ώρες και ότι αυτός μπόρεσε να ξεκουραστεί. Ίσως να το χρειάζεται τώρα εκείνη.
Με το που έκατσε, οι ματιές τους διασταυρώθηκαν. Κατάλαβε ότι του είχε πιάσει τη θέση και πήρε την πρωτοβουλία να του ζητήσει συγγνώμη.
– Δεν υπάρχει πρόβλημα!, της απάντησε με τη μπάσα φωνή του, που σίγουρα της τράβηξε την προσοχή.
Κάθε τόσο σήκωνε το βλέμμα της και τον παρατηρούσε. Μια τα γυμνασμένα του χέρια, γιατί μέσα στο πλοίο δούλευαν τα ερκοντίσιον στο φουλ και όλοι ήταν με τα κοντομάνικα. Μια το πρόσωπό του κάθε φορά που έκανε κάποια γκριμάτσα, καθώς, όπως φαινόταν, έπαιζε κάποιο παιχνίδι στο κινητό. Την τελευταία φορά της ξέφυγε κι ένα μικρό γέλιο όταν τον είδε να χαίρεται που κέρδισε.
Ο Θοδωρής το πρόσεξε. Την κοίταξε και της χαμογέλασε. Του άρεσε πολύ η παρουσία της από την πρώτη στιγμή. Ψηλή, γυμνασμένη, κοκκινομάλλα, με πράσινα μάτια, φακίδες στο πρόσωπο και δύο λαμπερά χείλη, ίσως από κάποιο lip gloss που είχε βάλει. Όμως, δεν ήταν αρκετά θαρραλέος για να της πιάσει την κουβέντα.
Κοιτάχτηκαν ξανά δύο, τρεις φορές και τότε η κοπέλα με ένα σάλτο βρέθηκε στη καρέκλα δίπλα του. Έτεινε το χέρι της και συστήθηκε.
– Λένα
Ο Θοδωρής ένιωσε τις παλάμες του να ιδρώνουν. Τις πέρασε διακριτικά πάνω από το παντελόνι του κι έδωσε το χέρι του στη κοπέλα.
– Θοδωρής, χάρηκα!
– Κι εγώ. Είσαι για Χίο ε;
– Ναι, κι εσύ;
– Ε, ναι. Φαντάρος;
– Ναι, τελευταίο 40ημερο. Μετά άδεια και σπίτι.
– Πού μένεις;
– Πειραιά
– Α…
– Εσύ;
– Μυτιλήνη.
– Ξέρεις, έχω εξοχικό στη Μυτιλήνη. Έρχομαι κάθε καλοκαίρι. Μόνο φέτος δεν ήρθα που είχα τη στρατιωτική μου θητεία.
– Αλήθεια;, ρώτησε και γούρλωσε τα μάτια από χαρά η Λένα. Πώς δεν σε έχω δει τόσα χρόνια;
– Γενικά περνάω απαρατήρητος…
– Ναι καλά! Εσύ; Αποκλείεται!, απάντησε όλο σθένος και ο Θοδωρής κοκκίνισε
– Δεν είμαι και ο πιο κοινωνικός άνθρωπος για να πω την αλήθεια… Προτιμώ τις ήρεμες παραλίες και τις μοναχικές βόλτες τα βράδια.
– Αλήθεια; Τόσο νέος και τόσο μοναχικός; Πώς κι έτσι;
– Εσύ; Προτιμάς τη βαβούρα;, απάντησε με ερώτηση ο Θοδωρής
Η Λένα γέλασε.
– Νέοι άνθρωποι είμαστε, άμα δεν θέλουμε να μπλέκουμε μέσα στον κόσμο τώρα, πότε θα το κάνουμε;
– Ναι… Και τι σε στέλνει από τη Μυτιλήνη στη Χίο;
Η Λένα σοβάρεψε απότομα.
– Κάτι προσωπικό…
Αμέσως από το μυαλό του Θοδωρή πέρασε κάποιος άλλος φαντάρος που θα την περίμενε στο στρατόπεδο, αλλά δεν ήθελε να δείξει ότι τον πειράζει. Εξάλλου μόλις που είχαν γνωριστεί.
– Καπνίζεις;, την ρώτησε για να αλλάξει κουβέντα
– Όχι, αλλά μια βόλτα στο κατάστρωμα θα την έκανα, παρόλο το κρύο. Χρειάζομαι να νιώσω λίγο δυνατό αέρα στο πρόσωπο.
Ο Θοδωρής συμφώνησε. Φόρεσαν μπουφάν και κασκόλ και βγήκαν μαζί έξω. Η συζήτηση που ακολούθησε ήταν περί χόμπι, δουλειάς και γενικότερα μια διαδικασία γνωριμίας την οποία διέκοψε η προσάραξη στο λιμάνι της Χίου. Ούτε το κρύο τους απέσπασε, ούτε η μορφή του νησιού που εδώ και κάποια λεπτά φαινόταν πεντακάθαρα. Μπήκαν μέσα και αναζήτησαν τα πράγματά τους.
– Πάμε;, ρώτησε με τη γνωστή της διαχυτικότητα η Λένα
– Θα πρέπει να διευθετήσω κάτι χαρτιά στο πλοίο πρώτα…, ήταν η πιο φτηνή δικαιολογία που θα μπορούσε να βρει ο Θοδωρής. Να περάσεις καλά!, ολοκλήρωσε κοφτά και φορτώθηκε το σακ βουαγιάζ
– Επίσης…, ψέλλισε η Λένα ενώ τον έβλεπε να φεύγει. Ήθελε να τρέξει πίσω του, αλλά στη Χώρα την περίμενε κάποιος άλλος.
Οι μέρες πέρασαν νερό και επιτέλους ο Θοδωρής πήρε στα χέρια του το πολυπόθητο χαρτί λήξης της θητείας του. Χαιρέτησε με κάθε σεβασμό τους ανώτερούς του και ένα δύο παιδιά που είχαν ανταλλάξει κάποιες κουβέντες και πήρε τον δρόμο για το λιμάνι. Δεν έμεινε, παρά τις παρακλήσεις των τελευταίων, λίγες ώρες παραπάνω για να το γιορτάσουν σε κάποιο μαγαζί του νησιού. Ήθελε απλά να γυρίσει στην καθημερινότητά του. Πίσω τον περίμενε το σπίτι που νοίκιαζε στο Μικρολίμανο και η εργασία που είχε καταφέρει να κλείσει πριν φύγει την τελευταία φορά.
Ο ήχος του κινητού τον έβγαλε από τις σκέψεις του.
– Έλα ρε πατέρα, απολύθηκα!, ήταν οι πρώτες του κουβέντες
– Μπράβο παλικάρι μου! Καλός πολίτης! Να σου πω βρε αγόρι μου, σκεφτήκαμε με τη μάνα σου, αφού είσαι προς τα εκεί, να πας δύο τρεις μέρες στο σπίτι στη Μυτιλήνη… Έχουμε μιλήσει και με έναν μάστορα εκεί, θα είναι απίκο αν χρειαστεί για μικροεπισκευές και μπαλώματα στο σπίτι. Δεν πετάγεσαι να μην βασανιζόμαστε εμείς σε τρεις μήνες που θα πάμε;
Ο Θοδωρής δεν είχε καμία όρεξη, αλλά δεν χάλαγε ποτέ χατίρι στον πατέρα του. Είχε κι ένα περιθώριο μιας βδομάδας μέχρι να πιάσει στη καινούργια εργασία κι έτσι τους καθησύχασε και πήγε στο πρακτορείο να αλλάξει το εισιτήριο.
Αγγελική Ανδριοπούλου
Συνεχίζεται…

One response to “Το κορίτσι του πλοίου – Μέρος 1ο”
[…] Προηγούμενο […]