Ήμουν γύρω στα δεκαεφτά όταν την γνώρισα. Ήταν ένα μουντό, χειμωνιάτικο πρωινό που πήγαινα προς το σχολείο. Αγχωμένη και σκεπτική, δεν κοίταζα γύρω μου. Το μυαλό μου ήταν βομβαρδισμένο από αριθμούς, τύπους και εξισώσεις, μιας και έγραφα διαγώνισμα στα μαθηματικά την πρώτη ώρα. Είχα μια εμμονή με την πρωτιά στις επιδόσεις μου. Προφανώς, μέσα από αυτή μου την έμμονη ιδέα, αποπροσανατόλιζα το μυαλό μου από άλλα κενά που είχα, αλλά δε το καταλάβαινα τότε.
Τις σκέψεις μου διέκοψε μια φωνή, που με ρωτούσε πού πηγαίνω έτσι σκεπτική. Γύρισα και αντίκρισα μια γυναίκα κοντά στα 40, να κοιτάζει προς το μέρος μου. Το παρουσιαστικό της ήταν περίεργο. Ήταν ντυμένη στα μαύρα, με μακριά κόκκινα μαλλιά, μακριά μυτερά μαύρα νύχια και βαμμένη αρκετά έντονα. Οι περισσότεροι θα την προσπερνούσαν. Εγώ όμως δεν το έκανα. Της απάντησα πως πηγαίνω σχολείο κι έχω πολύ άγχος για ένα διαγώνισμα. Μου είπε πως στο μέλλον θα καταλάβω, πως αυτά δεν είναι τα αληθινά προβλήματα της ζωής και πως την πραγματική δυστυχία την φέρνουν άλλα συμβάντα κι όχι μια σχολική αποτυχία. Μου εκμυστηρεύτηκε πως εκείνη ένιωθε δυστυχισμένη εδώ και χρόνια, αλλά όταν τη ρώτησα το λόγο άλλαξε το θέμα. Άρχισε να με ρωτάει πράγματα για μένα, απλά και σύνθετα όπως… την αγαπημένη μου εποχή, την αγαπημένη μου μουσική, τα χόμπι μου, τον μεγαλύτερό μου φόβο και το πιο τρελό μου όνειρο. Της απάντησα σε όλα κι έπειτα μου είπε κι αυτή για τον εαυτό της. Κανείς θα έλεγε πως είναι περίεργο μία άγνωστη στο δρόμο να κάνει αυτή τη συζήτηση και πως εγώ μάλλον είχα χάσει τα λογικά μου και ανταποκρινόμουν. Μα, εμένα αυτή η κουβέντα μου έφτιαξε τη μέρα και ξέχασα για λίγο το άγχος μου. Της είπα πως έπρεπε να φύγω γιατί οριακά προλαβαίνω το διαγώνισμα και μου απάντησε πως σίγουρα θα τα ξαναπούμε.
Πράγματι, την επόμενη μέρα το πρωί την βρήκα πάλι στο ίδιο σημείο κι αμέσως με καλημέρισε ενθουσιασμένη. Αφού με ρώτησε για το διαγώνισμα, συνέχισε την κουβέντα από εκεί που την είχαμε αφήσει. Μου μίλησε για το πάθος της με την ποίηση, λέγοντάς μου ότι γράφει παντού όπου και αν βρίσκεται, αν εμπνευστεί. Μου ανέφερε πως αγαπά να γράφει στίχους για τον έρωτα σε χαρτόκουτα από τσιγάρα, αφού ο έρωτας πολλές φορές σκοτώνει όπως και το τσιγάρο (Δεν καταλάβαινα τότε, τι εννοούσε). Εγώ διάβαζα ποίηση αλλά δεν έγραφα και μου είπε πως πρέπει να πονέσω πολύ για να αποκτήσω έμπνευση να γράψω, ενώ μου ευχήθηκε να μη συμβεί ποτέ αυτό. Συζητήσαμε για τα βιβλία που αγαπάμε, για ποιητές που νιώθουμε πως όταν γράφουν μιλάνε για εμάς , αγαπημένους στίχους και άλλα τέτοια. Είχε περάσει η ώρα κι έπρεπε ξανά να φύγω, αλλά ήμουν σίγουρη πως την επόμενη μέρα η κουβέντα μας θα συνεχιζόταν κι έτσι έγινε.
Η πρωινή αυτή συνάντηση, έγινε μια συνήθεια που κράτησε για μήνες. Κάθε μέρα μοιραζόμασταν πράγματα και μου διηγούνταν και ιστορίες από τη ζωή της. Έτυχε κάποιες φορές, μερικοί συμμαθητές να με δουν να μιλάω μαζί της και με κορόιδεψαν. Μου είπαν, πως αυτή είναι μια τρελή που πριν με γνωρίσει σταματούσε στο δρόμο πολλούς περαστικούς και αυτοί όπως ήταν φυσικό την αγνοούσαν. Την ρώτησα για αυτό και μου είπε πως η μοναξιά της την έκανε επαίτη αγάπης. Έψαχνε με αυτόν τον απελπισμένο τρόπο μήπως βρει ένα άτομο να ενδιαφέρεται να τη γνωρίσει πραγματικά και στάθηκε πολλή τυχερή, αφού βρήκε εμένα. Μου εξήγησε πως κάποιος μπορεί να νιώθει μόνος ακόμη και εάν περιτριγυρίζεται από πολύ κόσμο και πως αυτού του είδους τη μοναξιά ένιωθε. Κατάλαβα τότε, πως κάτι σχετικό αισθανόμουν κι εγώ και γι’ αυτό μου έδωσε τόση χαρά η κουβέντα με μια άγνωστη, ενώ είχα συναναστροφές. Εγώ ήμουν από αυτά τα περίεργα, τα ανήσυχα παιδιά που κάπως χάνονται στην παρέα, αφού δεν βρίσκουν ενδιαφέρον στις ρηχές συζητήσεις και νιώθουν πως οι άλλοι δεν τους κατανοούν, όταν εκφράζουν τις σκέψεις τους. Συνυπήρχα με άτομα που δε με «γέμιζαν» κι έτσι ένιωθα μόνη.
Εκείνο το διάστημα ήταν αρκετά έντονο για εμένα, είχα να διαχειριστώ πολλά πράγματα, όπως… φλερτ, προδοσίες, άγχη, απογοητεύσεις, σχέδια για το μέλλον. Πολλά από αυτά ήταν ο μόνος άνθρωπος που τα μοιραζόμουν. Είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη μου, γιατί άκουγε χωρίς να κρίνει, ακόμα και μερικά πράγματα που για το δικό της κόσμο μπορεί και να μην ήταν τόσο κατανοητά. Μου είχε προτείνει αρκετές φορές να βρεθούμε και κάπου αλλού, ώστε να έχουμε περισσότερο χρόνο να μιλήσουμε, αλλά εγώ το απέφευγα με πρόφαση το διάβασμα. Ήδη δεχόμουν πολύ κριτική για αυτή μου την συνήθεια κι ήξερα ότι θα ακούσω πολλά αν θεωρήσουν ότι κάνουμε και παραπάνω παρέα.
Όταν τελείωσε η σχολική χρονιά και έγραψα καλά στις εξετάσεις, άρχισα να ονειρεύομαι τη φοιτητική ζωή. Σκέφτηκα πως θα πρέπει να πρέπει να κάνω μία νέα αρχή στη ζωή μου και να αφήσω πίσω συνήθειες που μπορεί να με ντρόπιαζαν. Θα γνώριζα νέους ανθρώπους και θα ζούσα σαν ένα φυσιολογικό άτομο της ηλικίας μου, χωρίς να είμαι τόσο αναλυτική και βαθυστόχαστη. Κάπως έτσι, πήρα απόφαση να κόψω επαφές μαζί της. Πίστευα πως αυτή η επαφή δεν χωρούσε στη νέα μου ζωή και ότι δεν την είχα πια ανάγκη. Της είπα την απόφασή την τελευταία μέρα που πήγα στο σχολείο, λέγοντας ότι θέλω να αποκοπώ από οποιονδήποτε γνωρίζει πράγματα για το παρελθόν μου και πως θα γυρίσω σελίδα. Όταν άκουσε τα λόγια μου, δάκρυσε. Μου είπε πως είχα κερδίσει μια θέση στην καρδιά της και πίστευε ότι το ίδιο ισχύει και για μένα και πως οι συζητήσεις μας την έσωσαν στην συγκεκριμένη περίοδό της. Μου υποσχέθηκε πως αν χρειαστώ ποτέ τη βοήθειά της θα είναι εκεί και μου έδωσε το τηλέφωνό της. Επανέλαβε πολλές φορές πως δεν πρόκειται να με ξεχάσει ποτέ και πως με θεωρεί ξεχωριστή. Δεν έδωσα συνέχεια. Την χαιρέτησα λέγοντάς της πως χάρηκα που τη γνώρισα κι έφυγα για το σπίτι. Ένιωσα αμήχανα, αλλά δε με ένοιαξε τόσο, μιας και το μυαλό μου τότε ήταν γεμάτο όνειρα και ελπίδες για το μέλλον.
Δεν ήθελα όμως να την ξαναδώ και να βρεθώ σε δύσκολη θέση. Έτσι, δεν ξαναπέρασα ποτέ από κείνη την πλατεία, ακόμα και εάν πολλές φορές ήταν ο εύκολος δρόμος για να φτάσω στον προορισμό μου. Πήγαινα μέσα από τα στενά απλά για να μην πέσω πάνω της…
Μα τώρα πια έχω περάσει κατά πολύ τα 17. Έχω γνωρίσει τον κόσμο που τότε νόμιζα ότι περιοριζόταν στον μικρόκοσμο του σχολείου και της οικογένειας. Είδα πως υπάρχουν άνθρωποι τόσο κακοί, που τη στιγμή που θα σε δουν να κείτεσαι ματωμένος και αβοήθητος στο έδαφος, θα σε κλωτσήσουν για να πονέσεις ακόμα πιο πολύ… Άνθρωποι που γελούν δυνατά τη στιγμή που σε βλέπουν δυστυχισμένο. Άνθρωποι που δε θα σε ψάξουν ποτέ από ενδιαφέρον αν είσαι καλά, μα μονάχα εάν έχουν κάποιο όφελος… Κριτές που καραδοκούν για το πρώτο σου λάθος για να σε δείξουν με το δάχτυλο. Με πολλούς από αυτούς ζήσαμε μαζί ατελείωτες ώρες σε εκδρομές και ξενύχτια, αλλά δε σήμαινε τίποτα αυτό… Εκείνη το μόνο που είχε περάσει μαζί μου ήταν η καθημερινή μας συζήτηση στα όρθια, αλλά παρόλα αυτά νοιάστηκε για μένα περισσότερο από πολλούς από δαύτους. Ήταν εκεί για να με καλημερίσει κάθε πρωί και να μου φτιάξει τη μέρα όταν δεν ήμουν καλά. Άκουγε όλα εκείνα τα προβλήματα που τότε μου φαινόταν βουνό, μα τώρα και στα δικά μου μάτια μοιάζουν μικρά και παιδιάστικα. Ποτέ δε με έκρινε.
Δεν ξέρω εάν ακόμα συχνάζει στην πλατεία, εάν κάποια άλλη περαστική μου πήρε τη θέση… Δεν ξέρω εάν με θυμάται ακόμα ή με έσβησε από τη μνήμη της μαζί με άλλα περασμένα. Ξέρω μόνο, πως πολλές φορές θέλω να τη βρω να τη ζητήσω συγγνώμη. Να της μιλήσω για όλα όσα έμαθα αυτά τα χρόνια και να της επιβεβαιώσω πως είχε δίκιο, γιατί ο έρωτας πολλές φορές σκοτώνει όπως το τσιγάρο. Πως έπρεπε να πονέσω πραγματικά για να αρχίσω να γράφω και ναι, κάποια στιγμή που ένιωσα μέσα μου νεκρή, απέκτησα αστείρευτη έμπνευση, που δε σταμάτησε ποτέ. Πως ο μεγαλύτερος φόβος μου δεν είναι η αποτυχία στους μαθησιακούς μου στόχους, αλλά το να μη χάσω όλα εκείνα που αγαπώ και πραγματικά δεν ξέρω πώς συνεχίζεις εάν συμβεί αυτό. Μάλλον υιοθετείς τους δικούς σου μηχανισμούς επιβίωσης και ένας από αυτούς ήταν και ο δικός της.
Πλέον ξέρω… Πλέον έμαθα… Δε θα κρίνω ποτέ κάποιον από το πώς οι συνθήκες τον ανάγκασαν να είναι. Κρίνω μονάχα την κακία, γιατί είναι το μόνο επικίνδυνο γνώρισμα. Δε θα επηρεαστώ ξανά από νουθεσίες τρίτων, περί του τι ορίζουν ως φυσιολογικό και σύνηθες.
Μπορεί από τότε να πέρασα πολλά, αλλά πλέον είμαι καλά. Σίγουρα καλύτερα από τότε. Πέτυχα στόχους, γέλασα με την καρδιά μου, ερωτεύτηκα αληθινά, επισκέφθηκα όμορφα μέρη, δοκίμασα πράγματα που ούτε που φανταζόμουν στα 17. Μα, δε θα κρύψω πως κάποιες φορές όταν ταξιδεύω με τις σκέψεις μου, κάθομαι μαζί της σε εκείνο το πεζούλι κοντά στην πλατεία που άραζε όταν ήθελε να θρηνήσει όλα αυτά που είχαν χαθεί από τη ζωή της. Μοιραζόμαστε κείνο το νερωμένο κρασί που συνήθιζε να πίνει και την αποπροσανατολίζω για λίγο από τη θλίψη της μιλώντας για κωμικοτραγικά γεγονότα της ζωής μου. Τα δάκρυα γίνονται γέλια. Νιώθω κάπως όμορφα που έκανα να νιώσει καλύτερα έναν άνθρωπο που το είχε ανάγκη. Τα κατάφερνα και τότε να την κάνω να ξεχνιέται, ίσως γι’ αυτό απολάμβανε τόσο να μιλάει μαζί μου. Μα λίγο, αφού όλη μας η συναναστροφή ήταν στα όρθια πριν το σχολείο. Γιατί όπως ξαναείπα, ντρεπόμουν να πάω κάπου αλλού μαζί της, ένιωθα πως θα με μείωνε να κάνω παρέα με «το κορίτσι του δρόμου». Έτσι την έλεγαν οι συμμαθητές μου, υποτιμητικά. Τότε δεν το σχολίαζα, μέσα μου συμφωνούσα. Τώρα πια όμως θα πω, πως «το κορίτσι του δρόμου» είχε πιο μεγάλη καρδιά από πολλά κορίτσια φαινομενικά καθωσπρέπει. Δεν είχα δει ακόμα πολλά στα 17.
Κανείς θα ρώταγε, αφού τα κατάλαβα όλα αυτά γιατί δεν πάω να της μιλήσω, να της εξηγήσω. Θα πω πως φοβάμαι, όσο περίεργο και αν ακούγεται. Φοβάμαι μήπως απέκτησε κι αυτή την κοινή λογική και θεωρεί πια παράλογο που είχε τόσο δεθεί με μια μικρή περαστική… Φοβάμαι μήπως της φαίνονται πλέον αστεία όλα αυτά που μου έλεγε. Φοβάμαι μήπως μου κράτησε θυμό και μου δείξει το σκληρό της πρόσωπο, ενώ εγώ θέλω να κρατώ στη μνήμη μου το άλλο, που είχε μόνο καλοσύνη. Έτσι είναι η δειλοί, κρατούν μέσα τους μία χίμαιρα από σκέψεις, που οι άλλοι ούτε που μπορούν να φανταστούν ότι υπάρχουν. Μα, στερούνται πολλά στον φόβο μίας ενδεχόμενης απογοήτευσης. Κι εγώ, ανήκω στους δειλούς και ίσως είναι κι αυτός ένα λόγος που γράφω. Εξωτερικεύω όσα δε θα μπορέσω ποτέ να ξεστομίσω.
Μα, δεν θα κρύψω πως κάπου μέσα μου κρατώ μια ελπίδα, πως κάπως θα τα φέρει η ζωή και θα βρεθεί ξανά στο δρόμο μου. Θα μιλήσουμε για όλα αυτά που συνέβησαν στις ζωές μας τα χρόνια που μεσολάβησαν και κατά κάποιο τρόπο θα γνωριστούμε ξανά, γιατί σίγουρα θα έχουμε αλλάξει αρκετά. Ίσως μου φέρει πίσω ένα κομμάτι από τον 17χρονο εαυτό μου, ένα από εκείνα τα κομμάτια που παίρνουν μαζί τους όσοι χάνονται από τη ζωή μας, ενώ έχουν κερδίσει μια θέση στην καρδιά μας. Ίσως πάλι, την γνωρίσω καλύτερα και την απομυθοποιήσω, όπως συχνά γίνεται όταν μπαίνει στη ζωή μας ένα άτομο που έως τότε γνωρίζαμε μονάχα μια πλευρά του.
Ιωάννα Χαντζαρά
